Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης

Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 08/01/2022

Η σκηνή ένα καφενείο στο Παγκράτι, όχι στην πολυσύχναστη πλατεία Προσκόπων, αλλά κάπου προς τη λεωφόρο Υμηττού, εκεί που οι θαμώνες είναι πιο λαϊκοί. Γύρω από ένα τραπέζι έξι άντρες, ετών εβδομήντα περίπου, λένε τα δικά τους. Ξαφνικά εμφανίζεται κι άλλος ένας. Κρίνοντας από την αντίδρασή τους, πρόκειται για μέλος της παρέας που είχαν καιρό να τον δουν και τον υποδέχονται με φωνές και αγκαλιές. Ενας τού λέει: «Πού ήσουνα, ρε μπαγάσα, και σε πεθύμησα»! Και η απάντηση: «Ναι, αλλά δεν μου έκανες like!».

Είναι στιγμές, όπου μια απλή κουβέντα ή μια εικόνα συνοψίζει και αποκαλύπτει ακαριαία κάτι που μέχρι τότε απλώς το ζούσαμε χωρίς ποτέ να το σκεφτούμε ιδιαίτερα, χωρίς να μας έχει προβληματίσει. Αυτό ακριβώς μου συνέβη εκείνη τη στιγμή: συνειδητοποίησα πόσο η τεχνολογία έχει μπει στη ζωή όλων μας, πόσο την έχει αλλάξει. Και δεν αναφέρομαι μόνο στη νέα γενιά που τη θεωρεί δεδομένη και της είναι απόλυτα οικεία. Εννοώ και τους εβδομηντάρηδες συνταξιούχους που διαβάζουν αθλητικές εφημερίδες.

Το πώς η τεχνολογία επηρεάζει τη ζωή μας είναι θέμα αχανές. Θα ήθελα όμως να εστιάσω την προσοχή μου σε μία συγκεκριμένη πτυχή του: την τεράστια διεύρυνση του δημόσιου λόγου και ταυτόχρονα τα προβλήματα που ανέσυρε στην επιφάνεια. Τον παλιό καλό ή κακό καιρό, ο δημόσιος λόγος ήταν το προνόμιο των πολύ ολίγων. Διότι για να αποκτήσει κανείς τη δυνατότητα να εκφέρει γνώμη δημόσια έπρεπε πρώτα να πείσει εκείνους που έλεγχαν τα ΜΜΕ ότι τους συμφέρει ή, μερικές φορές, ότι το αξίζει. Οσο για τον ρόλο των υπόλοιπων, δηλαδή του «αναγνωστικού κοινού», περιοριζόταν στο να διαβάζουν και να αντιδρούν, άλλοτε συμφωνώντας, άλλοτε διαφωνώντας...

Αυτό σήμερα έχει πάψει να ισχύει, διότι οποιοσδήποτε με πρόσβαση στο διαδίκτυο δικαιούται και μπορεί να απευθυνθεί στο πανελλήνιο, είτε δηλώνοντας τι φρονεί για ό,τι συμβαίνει, είτε αντιδρώντας στις δηλώσεις των άλλων. Οι εφημερίδες τού χθες που δημοσίευαν μερικές επιστολές αναγνωστών έχουν υποκατασταθεί από τις ενημερωτικές ιστοσελίδες, το facebook και το twitter, στα οποία τα σχόλια σχολιάζονται από αγνώστους σε ένα τεράστιο άυλο καφενείο, όπου ο καθένας μπορεί να γράφει ό,τι του κατέβει, τροφοδοτώντας μια άναρχη συζήτηση που τελειώνει όχι επειδή κατέληξε κάπου αλλά όταν βρεθεί ένα καινούργιο επίμαχο θέμα, το οποίο θα ανοίξει έναν νέο, εξίσου βραχύβιο και χαοτικό κύκλο αντιπαράθεσης.

Σε μια πρώτη ματιά, αυτή η εξέλιξη είναι ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση επειδή επεκτείνει για όλους τη δυνατότητα να καταθέσουν την άποψή τους. Μέχρι πρόσφατα οι πολίτες ασκούσαν το δικαίωμα να ψηφίζουν σε τακτά διαστήματα εκείνους που εκπροσωπούσαν την ιδεολογία τους ή εξυπηρετούσαν τα συμφέροντά τους. Σήμερα όλοι μπορούμε όχι μόνο να δηλώσουμε ποια μερίδα της ελίτ θέλουμε να μας κυβερνήσει, αλλά και να διαλαλήσουμε τη δική μας άποψη επί παντός του επιστητού. Τι δημοκρατικότερο;

Υπό μία έννοια, ο λόγος των πολιτικών πάντα αναφερόταν στον λαό. Τι θέλει, τι χρειάζεται, τι του αξίζει. Κι αυτό θα συνεχίσει να ισχύει επειδή κανείς δεν προτείνει να γίνεται δημοψήφισμα για κάθε κυβερνητική απόφαση. Κάτι όμως έχει αλλάξει. Διότι σήμερα ο λαός μπορεί να γνωστοποιήσει ο ίδιος τις προτιμήσεις του. Κατά συνέπεια, η εικόνα του λαού, χάρη στην τεχνολογία, είναι πολύ πιο ακριβής, πιο πραγματική, από εκείνη που αποτυπώνεται στις εκλογές.

Τίθεται λοιπόν το ερώτημα: Είναι καλύτερη ή χειρότερη η εικόνα του λαού από αυτήν που είχαμε όταν πηγαίναμε στον κάλπες για να διαλέξουμε το κόμμα που μας ζωγράφιζε με τα δικά του ιδεολογικά χρώματα;

Νομίζω ότι μονολεκτική απάντηση, δηλαδή ναι ή όχι χωρίς αποχρώσεις και εξηγήσεις, δεν μπορεί να δοθεί. Πλανάται όμως μια γενική και διόλου αισιόδοξη αίσθηση ότι δεν πάνε καλά τα πράγματα. Φυσικά, παντού και πάντα υπήρχαν άνθρωποι, οι οποίοι έχουν ξεφύγει, για να το πω ευγενικά. Απλώς πιστεύαμε ότι δεν ήταν τόσο πολλοί. Αν όμως θεωρήσουμε τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έναν τεράστιο και αψευδή καθρέφτη, θα πρέπει να αναθεωρήσουμε μερικούς κοινούς τόπους που μας κολακεύουν. Και τι δεν έχουν δει τα μάτια μας τελευταία. Από άτομα που θεωρούσαμε επιεικώς ψώνια στα έδρανα της Βουλής, από την έκρηξη του ανορθολογισμού που απορρίπτει την επιστήμη και αποδέχεται διάφορες θεωρίες συνωμοσίας ή ακολουθεί τις οδηγίες του πνευματικού, μέχρι την εμπάθεια, τη μισαλλοδοξία, την ανταλλαγή ύβρεων και τόσα άλλα θλιβερά που πρώτη φορά τα βλέπουμε.

Ολα αυτά έχουν μια ειρωνική διάσταση: η τεχνολογία ικανοποιεί την ανθρώπινη ανάγκη να επικοινωνήσουμε με τους άλλους και ταυτόχρονα αποκαλύπτει ότι δεν έχουμε τίποτα άξιο λόγου να τους πούμε.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι