Οι ανανήψαντες

Αντώνης Λιάκος, Εποχή, 19/07/2022

Αναρωτιούνται πολλοί καλόπιστοι άνθρωποι, πώς έγινε, και γιατί παλιοί μας συνάδελφοι και φίλοι, αριστεροί ή και αριστερότερα από μας στη μακρά περίοδο της Μεταπολίτευσης, όχι μόνο έχουν χάσει τη φωνή τους απέναντι σε γεγονότα όπως τα στρατόπεδα και οι θανατηφόρες απωθήσεις των προσφύγων, απέναντι στην ελεγχόμενη ενημέρωση, απέναντι σε φαινόμενα όπως αυτά που αποκαλύπτει η υπόθεση Λιγνάδη, ακόμη κι όταν κάποιοι υπουργοί, όπως ο Συρίγος φτύνουν το παρελθόν τους, αλλά φτάνουν στο σημείο να τους υπερασπίζοναι και να συντάσσονται μαζί τους. Τι συμβαίνει με αυτούς;

Από το 2008, και κυρίως από τα χρόνια της κρίσης, εμφανίστηκε στη δημόσια σφαίρα μια ειδική κατηγορία που λαμβάνει το λόγο: Οι μεταμελημένοι ή μεταμεληθέντες Αριστεροί, ή με τον όρο της μεταπολεμικής εποχής οι «Ανανήψαντες». Ανανήψαντες δεν είναι όσοι γενικώς ήταν αριστεροί και δεν είναι πλέον. Οι συνειδήσεις αλλάζουν, ο καθένα και η καθεμιά κουβαλάει μια ταυτότητα πρώην στη ζωή του. Δεν πρόκειται για αυτούς. Οι ανανήψαντες είναι αυτοί στους οποίους η Αριστερά, η προηγούμενη ζωή τους, λειτουργεί ως ανεπούλωτο τραύμα. Χτίζουν την πολιτική τους προσωπικότητα, και τη συνακόλουθη επιχειρημα¬τολογία, πάνω στον εξορκισμό αυτού του τραύμα¬τος. Η επανάληψη του εξορκισμού δείχνει ότι το τραύμα παραμένει ανοιχτό. Η άρνηση μιας έλλο¬γης επεξεργασίας του τραύματος δείχνει την προ¬σκόλληση στην πληγή. Η πυορροούσα πληγή απο¬τελεί αντικείμενο αρνητικής λατρείας. Δεν είναι δύ¬σκολο να βρει κανείς παραδείγματα, ιδιαίτερα στις μέσες ηλικίες, που πέρασαν το τραύμα της κομ¬μουνιστικής στράτευσης σε τρυφερή ηλικία. Γρά¬φουν με κάθε ευκαιρία και συνεχώς για το τραύμα αυτό. Το διαδίκτυο προσφέρει πληθώρα κειμένων για μελέτη.

Δεν είναι η πρώτη φορά που οι ανανήψαντες εμφανίζονται στον ελληνικό δημόσιο χώρο. Ονόματα όπως ο Θεοφύλακτος Παπακωνσταντίνου, ο Σάββας Κωνσταντόπουλος κ.α. ήταν από τα διάσημα της εποχής τη δικτατορίας. Μια εξαιρετική μελέτη για το φαινόμενο των ανανηψάντων είναι το κείμενο του μεγάλου Πολωνού ιστορικού Ισαάκ Ντώιτσερ. Περιγράφει το φαινόμενο στην Ευρώπη του Ψυχρού πολέμου, με αναφορά σε μεγάλους διανοούμενους και συγγραφείς που είχαν ενταχτεί στο επαναστατικό ρεύμα που το 1917 έφερε στην Ευρώπη και στην Αμερική, και αργότερα όχι μόνο αποσύρθηκαν από αυτό, αλλά το έκαναν κέντρο των καταγγελιών τους. Κι επειδή το άρθρο ασχολείται με διανοούμενους μεγέθους -πού σύγκριση με τους δικούς μας ανανήψαντες;- έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον κυρίως ως προς τις ψυχολογικές και διανοητικές στάσεις. Ακόμη περισσότερο ενδιαφέρον έχει ότι προχωρά τη σύγκριση στον καιρό της Γαλλικής επανάστασης και των ναπολεοντείων πολέμων. Πολλοί αγκάλιασαν την επανάσταση αλλά απογοητεύτηκαν από τον Ναπολέοντα. Ποιοι όμως από αυτούς προσχώρησαν στο αντίπαλο στρατόπεδο της Ιεράς Συμμαχίας; Το άρθρο τελειώνει με μια αναφορά σε εκείνους τους διανοούμενους όπως ο Γκαίτε και ο Τζέφερσον που παρα την απογοήτευση τους από τον Ναπολεοντα δεν αποκήρυξαν τις αρχές τους.

Και οι δικοί μας ανανήψαντες; Ποια επανάσταση πέρασαν που τους απογοήτευσε; Ουτε 1917, ουτε δεκαετία 40. Συμβολικές επαναστάσεις πέρασαν και μετανοιωσαν. Γιατί και η δεκαετία του ’60 και 70 λειτούργησε ως το ισοδύναμο μιας μεγάλης πολιτισμικής επανάστασης με ισχυρές κοινωνικές αναταράξεις. Τότε που ο Μαρκούζε έβλεπε ως εκπληρούμενη την προσδοκία της ουτοπίας. Όλοι μας ζήσαμε αυτά τα χρόνια στον πυρετό των προσδοκιών.

Το κείμενο σε εξαιρετική μετάφραση στα Ελληνικά από τον Χάρη Γκολέμη, δημοσιεύτηκε στην Εποχή, σε δυο συνέχειες. Αξίζει να το αποθηκεύσετε και να το διαβάσετε με την ησυχία σας. Ο Ντώυτσερ γραφει με εξαιρετική καλλιέργεια, διεθνή γνώση και ενσυναίσθηση. Η μετάφραση είναι μια προσφορά στην κατανόηση του φαινομένου των Ανανηψάντων και στην σύγχρονη Ελλάδα.

Οι φίλοι ιστορικοί, Αντώνης Λιάκος και Κώστας Καρπόζηλος, ανακάλυψαν στο Marxist Internet Archive (Διαδικτυακό Μαρξιστικό Αρχείο) ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο του πολωνού μαρξιστή συγγραφέα και δημοσιογράφου Ισαάκ Ντόιτσερ (1907-1967), με τίτλο “The Ex-Communist’s Conscience” (www.marxists.org/archive/deutscher/1950/ex-communist.htm). Ο Αντώνης Λιάκος μάς το έστειλε, ρωτώντας αν θα μας ενδιέφερε να το μεταφράσουμε και να το δημοσιεύσουμε στις Ιδέες. Το συγκεκριμένο κείμενο εμφανίστηκε για πρώτη φορά, το 1950, στο αμερικανικό περιοδικό The Reporter ως βιβλιοκριτική του Ντόιτσερ στο βιβλίο The God That Failed (βλ. παρακάτω σημ. 2). Θεωρήσαμε τιμητική την εμπιστοσύνη των φίλων μας και ανταποκριθήκαμε ευχαρίστως στο αίτημά τους, με την πεποίθηση που μοιραζόμαστε μαζί τους ότι το εν λόγω κείμενο, γραμμένο στις αρχές του Ψυχρού Πολέμου, διατηρεί και σήμερα την επικαιρότητά του στην Ελλάδα με την πληθώρα διάφορων «πρώην». Σήμερα δημοσιεύουμε το πρώτο μέρος του.

 

Χ.Γο.

 

Ο Ινιάτσιο Σιλόνε αναφέρει ότι είπε κάποτε αστειευόμενος στον Τολιάτι, τον ιταλό κομμουνιστή ηγέτη: «Η τελική αναμέτρηση θα είναι αυτή που θα γίνει ανάμεσα στους κομμουνιστές και στους πρώην κομμουνιστές». Υπάρχει μια πικρή δόση αλήθειας σ’ αυτό το αστείο. Στις προπαγανδιστικές αψιμαχίες κατά της ΕΣΣΔ και του κομμουνισμού, ο πρώην κομμουνιστής ή ο πρώην συνοδοιπόρος είναι ο πιο δραστήριος ελεύθερος σκοπευτής.

Με την εριστικότητα που τον διαφοροποιεί από τον Σιλόνε, ο Άρθουρ Κέσλερ διατυπώνει μια παρόμοια άποψη: «Το ίδιο ισχύει με όλους εσάς τους βολεμένους, στενόμυαλους, αγγλοσάξονες αντικομμουνιστές. Μισείτε τις κασσάνδρειες κραυγές μας και μας απεχθάνεστε ως συμμάχους- αλλά, αν το καλοσκεφτείτε, εμείς οι πρώην κομμουνιστές είμαστε οι μόνοι άνθρωποι δίπλα σας που ξέρουμε περί τίνος πρόκειται».

Ο πρώην κομμουνιστής είναι το προβληματικό παιδί της σύγχρονης πολιτικής. Εμφανίζεται στα πιο περίεργα μέρη και στις πιο περίεργες γωνιές. Σας στριμώχνει στο Βερολίνο για να σας διηγηθεί την ιστορία της δικής του «μάχης του Στάλινγκραντ», που έδωσε εδώ, στο Βερολίνο, εναντίον του Στάλιν. Τον βρίσκεις στην παρέα του Ντε Γκωλ: δεν είναι άλλος από τον Αντρέ Μαλρώ, τον συγγραφέα του βιβλίου La Condition humaine [Η ανθρώπινη μοίρα]. Στην πιο παράξενη πολιτική δίκη της Αμερικής, ο πρώην κομμουνιστής, εδώ και μήνες, δείχνει με το δάχτυλο τον Άλτζερ Χις1. Μια άλλη πρώην κομμουνίστρια, η Ρουθ Φίσερ, καταγγέλλει τον αδελφό της, Γκέρχαρτ Άισλερ, και κατακεραυνώνει τους Βρετανούς που δεν τον παρέδωσαν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ένας πρώην τροτσκιστής, ο Τζέιμς Μπέρναμ, μαστιγώνει τον αμερικανό επιχειρηματία για την πραγματική ή φανταστική έλλειψη καπιταλιστικής ταξικής συνείδησης και σκιαγραφεί ένα πρόγραμμα δράσης για τίποτα λιγότερο από την παγκόσμια ήττα του κομμουνισμού. Και τώρα έξι συγγραφείς - ο Κέσλερ, ο Σιλόνε, ο Αντρέ Ζιντ, ο Λούις Φίσερ, ο Ρίτσαρντ Ράιτ και ο Στίβεν Σπέντερ - ενώνονται για να εκθέσουν και να καταστρέψουν τον Θεό που απέτυχε2.

 

Η «λεγεώνα» των πρώην κομμουνιστών

 

Η «λεγεώνα» των πρώην κομμουνιστών δεν παρελαύνει σε πυκνό σχηματισμό. Είναι διασκορπισμένη σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Τα μέλη της μοιάζουν πολύ μεταξύ τους, αλλά και διαφέρουν. Έχουν κοινά γνωρίσματα και ατομικά χαρακτηριστικά. Όλοι έχουν εγκαταλείψει έναν στρατό και ένα στρατόπεδο –άλλοι ως αντιρρησίες συνείδησης, άλλοι ως λιποτάκτες και άλλοι ως πλιατσικολόγοι. Ορισμένοι διατηρούν διακριτικά τις αντιρρήσεις της συνείδησής τους, ενώ κάποιοι άλλοι διεκδικούν με κραυγαλέο τρόπο αξιώματα σε έναν στρατό στον οποίο κάποτε είχαν αντιταχθεί έντονα. Όλοι φορούν τα φθαρμένα απομεινάρια της παλιάς στολής τους, μπαλωμένα με κάποια πολύ παράξενα νέα κουρέλια. Και όλοι κουβαλούν τις κοινές τους μνησικακίες και τις ατομικές τους αναμνήσεις.

Κάποιοι εντάχθηκαν στο κόμμα σε μια χρονική στιγμή, και κάποιοι σε μιαν άλλη∙ η ημερομηνία ένταξης έχει σημασία για τις μετέπειτα εμπειρίες τους. Εκείνο, πάντως, που όλοι εκτιμούσαν σε έναν κομμουνιστή ήταν η πνευματική του ακεραιότητα∙ αυτή δεν είχε ακόμα εκχωρηθεί οριστικά στο raison d’état (συμφέρον) της Μόσχας. Η εμπειρία όσων εντάχθηκαν στο κόμμα τη δεκαετία του 1930 άρχισε σε ένα πολύ χαμηλό επίπεδο. Ευθύς εξ αρχής αντιμετωπίστηκαν σαν νεοσύλλεκτοι στις πλατείες των στρατώνων του κόμματος, που τους χειραγωγούσαν οι κομματικοί αρχιλοχίες.

Αυτή η διαφορά στον χρόνο ένταξης επηρεάζει την ποιότητα των αναμνήσεων του πρώην κομμουνιστή. Ο Σιλόνε, ο οποίος εντάχθηκε στο κόμμα το 1921, θυμάται με αληθινή θέρμη την πρώτη του επαφή μ’ αυτό∙ στο κείμενό του μεταφέρει πιστά την πνευματική συγκίνηση και τον ηθικό ενθουσιασμό που προκαλούσε ο κομμουνισμός εκείνες τις πρώτες μέρες. Οι αναμνήσεις του Κέσλερ και του Σπέντερ, που εντάχθηκαν στη δεκαετία του 1930, αποκαλύπτουν την απόλυτη ηθική και πνευματική στειρότητα της πρώτης επίδρασης του κόμματος επάνω τους. Ο Σιλόνε και οι σύντροφοί του πρώτα ασχολήθηκαν έντονα με τις θεμελιώδεις ιδέες (του κομμουνισμού), και μετά τους απορρόφησε η αγγαρεία του καθημερινού καθήκοντος. Στην περίπτωση του Κέσλερ, η κομματική του «χρέωση», από την πρώτη στιγμή, επισκιάζει όλα τα ζητήματα προσωπικών πεποιθήσεων και ιδανικών. Ο κομμουνιστής των πρώτων στρατολογήσεων ήταν επαναστάτης, πριν γίνει, ή πριν προετοιμαστεί να γίνει, μαριονέτα. Ο κομμουνιστής των μεταγενέστερων στρατολογήσεων δεν είχε σχεδόν καθόλου την ευκαιρία να αναπνεύσει τον αυθεντικό αέρα της επανάστασης.

Παρʼ όλα αυτά, τα αρχικά κίνητρα της ένταξής τους ήταν παρόμοια, αν όχι πανομοιότυπα, σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις: η εμπειρία της κοινωνικής αδικίας ή της εξαθλίωσης∙ ένα αίσθημα ανασφάλειας λόγω των οικονομικών και κοινωνικών κρίσεων∙ και η λαχτάρα για ένα μεγάλο ιδανικό ή σκοπό, ή για έναν αξιόπιστο πνευματικό οδηγό που θα τους έβγαζε από τον επικίνδυνο λαβύρινθο της σύγχρονης κοινωνίας. Ο νεοφώτιστος δεν άντεχε τα δεινά της παλιάς καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων∙ και αυτά τα δεινά φωτίζονταν έντονα από το λαμπερό φως της ρωσικής επανάστασης.

Ο σοσιαλισμός, η αταξική κοινωνία, ο μαρασμός του κράτους –όλα έμοιαζαν να είναι προ των πυλών. Από τους νεοφώτιστους λίγοι ήταν εκείνοι που προαισθάνονταν το αίμα, τον ιδρώτα και τα δάκρυα που θα ακολουθούσαν. Ο διανοούμενος που προσηλυτιζόταν στον κομμουνισμό έβλεπε τον εαυτό του σαν ένα νέο Προμηθέα –μόνο που αυτός δεν θα αλυσοδενόταν στον βράχο λόγω της οργής του Δία. «Τίποτα από δω κι εμπρός [αυτό θυμάται σήμερα ο Κέσλερ ότι πίστευε εκείνες τις μέρες] δεν μπορεί να διαταράξει την εσωτερική γαλήνη και ηρεμία του προσήλυτου - εκτός από τον φόβο που ένιωθε κάπου-κάπου μήπως χάσει την πίστη του. . .»

 

Η πρώτη, συναισθηματική, αντίδραση

 

Ο πρώην κομμουνιστής μάς καταγγέλλει τώρα με πικρία την προδοσία των ελπίδων του. Αυτό του φαίνεται ότι δεν έχει σχεδόν κανένα προηγούμενο. Ωστόσο, όταν περιγράφει εύγλωττα τις πρώιμες προσδοκίες και ψευδαισθήσεις του, διακρίνουμε έναν παράξενα οικείο τόνο. Ακριβώς όπως ο απογοητευμένος Γουόρντσγουορθ και οι σύγχρονοί του αναπολούσαν τον πρώτο νεανικό ενθουσιασμό τους για τη γαλλική επανάσταση:

Πόση ευτυχία εκείνη την αυγή να είσαι ζωντανός,

Αλλά που ήσουν νέος ήταν o παράδεισος!

Ο διανοούμενος κομμουνιστής που ξεκόβει συναισθηματικά από το κόμμα του μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει ευγενείς προγόνους. Ο Μπετόβεν έσκισε κομματάκια την πρώτη σελίδα της Ηρωικής Συμφωνίας, στην οποία ήταν γραμμένη η αφιέρωση της από αυτόν στον Ναπολέοντα, μόλις έμαθε ότι ο Πρώτος Ύπατος3 επρόκειτο να ανέβει στο θρόνο. Ο Γουόρντσγουορθ αποκάλεσε τη στέψη του Ναπολέοντα «θλιβερό πισωγύρισμα για όλη την ανθρωπότητα». Σε όλη την Ευρώπη, οι πιστοί οπαδοί της γαλλικής επανάστασης έμειναν άναυδοι από την ανακάλυψη ότι ο κορσικανός απελευθερωτής των λαών και εχθρός των τυράννων ήταν ο ίδιος ένας τύραννος και καταπιεστής.

Κατά τον ίδιο τρόπο οι Γουόρντσγουορθ των ημερών μας σοκαρίστηκαν στη θέα της αδελφοποίησης του Στάλιν με τον Χίτλερ και τον Ρίμπεντροπ. Αν στις μέρες μας δεν έχουν δημιουργηθεί νέες Ηρωικές Συμφωνίες, τουλάχιστον οι αφιερωματικές σελίδες άγραφων συμφωνιών έχουν σκιστεί με ένα επιδεικτικό στυλ.

Στο βιβλίο Ο Θεός που απέτυχε, ο Λούις Φίσερ προσπαθεί να εξηγήσει, κάπως μετανιωμένος και όχι τόσο πειστικά, γιατί ήταν προσκολλημένος για τόσο μεγάλο διάστημα στη λατρεία του Στάλιν. Αναλύει την ποικιλία των λόγων, που άλλοι εκδηλώνονται αργά και άλλοι γρήγορα, οι οποίοι καθορίζουν τη στιγμή που κάποιος ξεπερνά το πάθος του για τον σταλινισμό.

Η ευρωπαϊκή απογοήτευση από τον Ναπολέοντα ήταν σχεδόν εξίσου άνιση και σπασμωδική. Ένας μεγάλος ιταλός ποιητής, ο Ούγκο Φόσκολο, ο οποίος υπήρξε στρατιώτης του Ναπολέοντα και είχε συνθέσει την Ωδή στον Βοναπάρτη τον Απελευθερωτή, στράφηκε εναντίον του ειδώλου του μετά την Ειρήνη του Καμπο Φόρμιο4 - αυτή πρέπει να εξέπληξε έναν «γιακωβίνο» από τη Βενετία κατά τον ίδιο τρόπο που εξέπληξε έναν πολωνό κομμουνιστή το ναζιστικό-σοβιετικό σύμφωνο. Όμως, ένας άνθρωπος του διαμετρήματος του Μπετόβεν παρέμεινε γοητευμένος από τον Βοναπάρτη για επτά ακόμη χρόνια, μέχρι που είδε τον δεσπότη να ρίχνει τη δημοκρατική του μάσκα. Αυτό το «άνοιγμα των ματιών» ήταν συγκρίσιμο με τις εκκαθαριστικές δίκες του Στάλιν τη δεκαετία του 1930.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη τραγωδία από εκείνη της μεγάλης επανάστασης που υποκύπτει στη σιδερένια γροθιά, ο προορισμός της οποίας ήταν να την υπερασπιστεί από τους εχθρούς της. Δεν υπάρχει πιο αηδιαστικό θέαμα από εκείνο της μετεπαναστατικής τυραννίας που ντύνεται με τα λάβαρα της ελευθερίας. Ο πρώην κομμουνιστής έχει το ίδιο ηθικό δικαίωμα με τον πρώην γιακωβίνο να αποκαλύψει αυτή τη νέα κατάσταση και να εξεγερθεί εναντίον της.

 

Από την πολιτική στην καθαρή δαιμονολογία

 

Είναι, όμως, αλήθεια, όπως ισχυρίζεται ο Κέσλερ, ότι «οι πρώην κομμουνιστές είναι οι μόνοι... που ξέρουν περί τίνος πρόκειται»; Τολμούμε να ισχυριστούμε ότι ισχύει ακριβώς το αντίθετο: Από όλους τους ανθρώπους, οι πρώην κομμουνιστές είναι αυτοί που γνωρίζουν λιγότερο περί τίνος πρόκειται.

Σε κάθε περίπτωση, οι διαπαιδαγωγικές αξιώσεις των πρώην κομμουνιστών ανθρώπων των γραμμάτων φαίνονται υπερβολικές. Οι περισσότεροι από αυτούς [ο Σιλόνε είναι μια αξιοσημείωτη εξαίρεση] δεν ήταν ποτέ μέσα στο πραγματικό κομμουνιστικό κίνημα, στον πυρήνα των παράνομων ή νόμιμων οργανώσεών του. Κατά κανόνα, κινήθηκαν στο λογοτεχνικό ή δημοσιογραφικό περιθώριο του κόμματος. Οι αντιλήψεις τους για την κομμουνιστική θεωρία και ιδεολογία πηγάζουν συνήθως από τη λογοτεχνική διαίσθησή τους, η οποία μερικές φορές είναι οξεία, αλλά συχνά παραπλανητική.

Ακόμα χειρότερη είναι η χαρακτηριστική ανικανότητα αποστασιοποίησης του πρώην κομμουνιστή. Η συναισθηματική του αντίδραση απέναντι στο πρώην περιβάλλον του τον κρατά στη θανάσιμη μέγκενή της και τον εμποδίζει να κατανοήσει το δράμα στο οποίο ο ίδιος συμμετείχε ή μισο-συμμετείχε. Στο μυαλό του, ο κομμουνισμός και ο σταλινισμός είναι ένας γιγάντιος θάλαμος πνευματικής και ηθικής φρίκης. Αντικρίζοντας αυτή την φρίκη οι αμύητοι μετακινούνται από την πολιτική στην καθαρή δαιμονολογία. Μερικές φορές το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα μπορεί να είναι ισχυρό –φρίκη και δαίμονες υπάρχουν σε πολλά ποιητικά αριστουργήματα∙ αλλά είναι πολιτικά αναξιόπιστο και ακόμη και επικίνδυνο. Φυσικά, η ιστορία του σταλινισμού είναι γεμάτη φρίκη. Αλλά αυτή είναι μόνο ένα από τα συστατικά στοιχεία του∙ και ακόμη και αυτό, δηλαδή το δαιμονικό στοιχείο του, πρέπει να ερμηνευτεί στη βάση ανθρώπινων ελατηρίων και συμφερόντων. Ο πρώην κομμουνιστής ούτε καν επιχειρεί κάποια ερμηνεία.

Σε μια σπάνια έκλαμψη γνήσιας αυτοκριτικής, ο Κέσλερ κάνει την παρακάτω παραδοχή:

Κατά κανόνα, οι αναμνήσεις μας ωραιοποιούν το παρελθόν. Αλλά όταν κάποιος έχει απαρνηθεί μια πίστη ή έχει προδοθεί από έναν φίλο, ο αντίθετος μηχανισμός τίθεται σε λειτουργία. Υπό το φως αυτής της μεταγενέστερης γνώσης, στην ανάμνηση η αρχική εμπειρία χάνει την αθωότητά της, μολύνεται και σαπίζει. Προσπάθησα σε αυτές τις σελίδες να ανακτήσω τη διάθεση με την οποία βίωσα αρχικά τις εμπειρίες [στο Κομμουνιστικό Κόμμα] που διηγούμαι- και ξέρω ότι απέτυχα. Η ειρωνεία, ο θυμός και η ντροπή συνέχισαν να παρεισφρέουν∙ τα πάθη εκείνης της εποχής μοιάζουν να έχουν μετατραπεί σε διαστροφές, η εσωτερική βεβαιότητά της στο κλειστό σύμπαν του ναρκομανή∙ η σκιά του συρματοπλέγματος απλώνεται πάνω από την αποκηρυγμένη παιδική χαρά της μνήμης. Όσοι γοητεύτηκαν από τη μεγάλη αυταπάτη της εποχής μας και έζησαν την ηθική και πνευματική της εξαχρείωση, είτε παραδίδονται σε έναν νέο εθισμό αντίθετου τύπου, είτε είναι καταδικασμένοι να την πληρώνουν με ένα ισόβιο χανγκόβερ.

Αυτό δεν είναι ανάγκη να ισχύει για όλους τους πρώην κομμουνιστές. Κάποιοι μπορεί να εξακολουθούν να αισθάνονται ότι η εμπειρία τους ήταν απαλλαγμένη από τις νοσηρές προεκτάσεις που περιγράφει ο Κέσλερ. Παρʼ όλα αυτά, ο Κέσλερ έχει δώσει εδώ μια αληθινή και ειλικρινή περιγραφή του τύπου του πρώην κομμουνιστή στον οποίο ανήκει ο ίδιος. Αλλά είναι δύσκολο να αντιστοιχηθεί αυτή η αυτοπροσωπογραφία του με τον άλλο ισχυρισμό του ότι η αδελφότητα για την οποία μιλάει «είναι οι μόνοι άνθρωποι ... που ξέρουν περί τίνος πρόκειται». Με το ίδιο δικαίωμα κάποιος που πάσχει από μετραυματικό σοκ θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι είναι ο μόνος που γνωρίζει πραγματικά τα τραύματα και τη χειρουργική. Το περισσότερο που γνωρίζει, ή μάλλον αισθάνεται, ο διανοούμενος πρώην κομμουνιστής είναι η ίδια του η αρρώστια∙ αλλά αγνοεί τη φύση της εξωτερικής βίας που την προκάλεσε, πόσο μάλλον τη θεραπεία.

 

Από αιρετικός, αποστάτης

 

Αυτός ο παράλογος συναισθηματισμός κυριαρχεί στην εξέλιξη πολλών πρώην κομμουνιστών. «Η λογική της αντιπολίτευσης πάση θυσία», λέει ο Σιλόνε, «έχει οδηγήσει πολλούς πρώην κομμουνιστές μακριά από το σημείο που ξεκίνησαν, σε ορισμένες περιπτώσεις μέχρι τον φασισμό». Ποιο ήταν αυτό το σημείο εκκίνησης; Σχεδόν κάθε πρώην κομμουνιστής αποχώρησε από το κόμμα του στο όνομα του κομμουνισμού. Ο αρχικός στόχος σχεδόν όλων ήταν να υπερασπιστούν το ιδεώδες του σοσιαλισμού που το κακοποίησε μια γραφειοκρατία υποταγμένη στη Μόσχα. Σχεδόν όλοι ξεκίνησαν πετώντας το βρώμικο νερό της ρωσικής επανάστασης για να προστατεύσουν το μωρό που κολυμπούσε μέσα σ’ αυτό.

Αργά ή γρήγορα, αυτές οι προθέσεις ξεχνιούνται ή εγκαταλείπονται. Ο αιρετικός, έχοντας έρθει σε ρήξη με την κομματική γραφειοκρατία στο όνομα του κομμουνισμού, στη συνέχεια έρχεται σε ρήξη με τον ίδιο τον κομμουνισμό. Ισχυρίζεται ότι ανακάλυψε πως η ρίζα του κακού βρίσκεται πολύ βαθύτερα απʼ ό,τι αρχικά φανταζόταν, παρόλο που το σκάψιμο για αυτή τη «ρίζα» μπορεί να ήταν πολύ νωχελικό και πολύ ρηχό. Δεν υπερασπίζεται πλέον τον σοσιαλισμό από την αδίστακτη παραποίησή του∙ τώρα υπερασπίζεται το ανθρώπινο είδος που κινδυνεύει από την πλάνη του σοσιαλισμού. Δεν πετάει πλέον το βρώμικο νερό της ρωσικής επανάστασης για να προστατεύσει το μωρό∙ ανακαλύπτει ότι το μωρό είναι ένα τέρας που πρέπει να στραγγαλιστεί. Ο αιρετικός γίνεται αποστάτης.

Το πόσο απομακρύνθηκε από την αφετηρία του, το αν, όπως λέει ο Σιλόνε, γίνεται φασίστας ή όχι, εξαρτάται από τις κλίσεις και τα γούστα του- και το ηλίθιο σταλινικό κυνήγι των αιρέσεων οδηγεί συχνά τον πρώην κομμουνιστή στα άκρα.

Αλλά, ανεξάρτητα από τις αποχρώσεις των ατομικών στάσεων, κατά κανόνα ο διανοούμενος πρώην κομμουνιστής παύει να αντιτίθεται στον καπιταλισμό. Συχνά συστρατεύεται για να τον υπερασπιστεί, και κάνοντάς το αυτό χρησιμοποιεί την έλλειψη κάθε ενδοιασμού, τη στενοκεφαλιά, την περιφρόνηση της αλήθειας και το έντονο μίσος με το οποίο τον έχει διαποτίσει ο σταλινισμός. Παραμένει σεχταριστής. Είναι ένας ανεστραμμένος σταλινικός. Συνεχίζει να βλέπει τον κόσμο άσπρο και μαύρο, μόνο που τώρα η κατανομή των χρωμάτων είναι διαφορετική. Ως κομμουνιστής, δεν έβλεπε καμία διαφορά ανάμεσα στους φασίστες και τους σοσιαλδημοκράτες. Ως αντικομμουνιστής, δεν βλέπει καμία διαφορά μεταξύ ναζισμού και κομμουνισμού. Κάποτε αποδεχόταν τον ισχυρισμό του κόμματος ότι είναι αλάθητο- τώρα πιστεύει ότι ο ίδιος είναι αλάθητος. Έχοντας κάποτε πέσει θύμα της «μεγαλύτερης αυταπάτης», τώρα έχει εμμονή με τη μεγαλύτερη απογοήτευση των καιρών μας. Η προηγούμενη αυταπάτη του συνεπαγόταν τουλάχιστον την ύπαρξη ενός θετικού ιδεώδους. Η σημερινή απογοήτευσή του είναι εντελώς αρνητική. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο ρόλος του να είναι διανοητικά και πολιτικά άγονος.

 

Μετάφραση: Χάρης Γολέμης

 

 

Σημειώσεις του Μεταφραστή:

1.  Ο Ντόιτσερ αναφέρεται εδώ στη δίκη, κατά την περίοδο του μακαρθισμού στην Αμερική, του ανώτατου κυβερνητικού αξιωματούχου Άλτζερ Χις με την κατηγορία της κατασκοπείας υπέρ της Σοβιετικής Ένωσης για την οποία τον είχε καταγγείλει ο πρώην κομμουνιστής Γουέιτικαρ Τσέιμπερς.

2. Ο τίτλος (στα αγγλικά: The God that Failed) συλλογής έξι κειμένων που εκφράζουν την απογοήτευση των συγγραφέων τους από τον κομμουνισμό, που κυκλοφόρησε το 1949.

3. Από τις 12 Δεκεμβρίου 1799 μέχρι της 18 Μαΐου 1804, ο Ναπολέων έφερε τον τίτλο Πρώτος Ύπατος της Γαλλικής Δημοκρατίας

4. Η συνθήκη ειρήνης μεταξύ Γαλλίας και Αυστρίας που υπογράφτηκε στις 17 Οκτωβρίου 1797.

Ο περιορισμός του χώρου μάς απαγορεύει ακόμα και τον ελάχιστο σχολιασμό αυτού του δεύτερου μέρους του εξαιρετικού κειμένου του Ντόιτσερ. Έτσι, περιοριζόμαστε στην έκφραση των θερμών ευχαριστιών μας στον Α. Λιάκο και τον Κ. Καρπόζηλο που το έθεσαν στη διάθεσή μας.

 

Χ.Γο.

 

 

Η προηγούμενη αυταπάτη του [πρώην κομμουνιστή] συνεπαγόταν τουλάχιστον την ύπαρξη ενός θετικού ιδεώδους. Η σημερινή  απογοήτευσή του είναι εντελώς αρνητική. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο ρόλος του να είναι διανοητικά και πολιτικά άγονος.1

Και σ’ αυτό μοιάζει με τον πικραμένο πρώην γιακωβίνο της ναπολεόντειας εποχής. Ο Γουόρντσγουορθ και ο Κόλεριτζ είχαν μια θανάσιμη εμμονή με τον «κίνδυνο των γιακωβίνων»∙ ο φόβος τους εξασθένισε ακόμη και την ποιητική τους ιδιοφυΐα. Ο Κόλεριτζ ήταν αυτός που κατήγγειλε στη Βουλή των Κοινοτήτων ένα νομοσχέδιο για την πρόληψη της άγριας μεταχείρισης των ζώων ως την «ισχυρότερη περίπτωση νομοθετικού γιακωβινισμού». Ο πρώην γιακωβίνος έγινε ο πρωτεργάτης της αντιγιακωβίνικης αντίδρασης στην Αγγλία. Άμεσα ή έμμεσα, επηρέασε το περιεχόμενο των νομοσχεδίων κατά των ανατρεπτικών κειμένων και της προδοτικής αλληλογραφίας, το νομοσχέδιο για τις προδοτικές πρακτικές και το νομοσχέδιο για τις ανατρεπτικές συγκεντρώσεις (1792-4), της ήττας της κοινοβουλευτικής μεταρρύθμισης, της αναστολής του νόμου Habeas Corpus και την αναβολής της χειραφέτησης των θρησκευτικών μειονοτήτων της Αγγλίας για μια ολόκληρη γενιά. Αφού λόγω της σύγκρουσης με την επαναστατική Γαλλία «δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή για επικίνδυνα πειράματα», ακόμα και το δουλεμπόριο πήρε μια παράταση ζωής - στο όνομα της ελευθερίας.

Κατά τον ίδιο τρόπο, ο πρώην κομμουνιστής μας, στο όνομα των ευγενέστερων επιδιώξεων, κάνει τα χειρότερα πράγματα. Μπαίνει με θάρρος στην πρώτη γραμμή κάθε κυνηγιού μαγισσών. Το τυφλό μίσος του για το πρώην ιδανικό του είναι η μαγιά του σύγχρονου συντηρητισμού. Όχι σπάνια καταγγέλλει ακόμη και την πιο ήπια εκδοχή του «κράτους πρόνοιας» ως «νομοθετικό μπολσεβικισμό».

Συμβάλλει αποφασιστικά στη δημιουργία του ηθικού κλίματος μέσα στο οποίο εκκολάπτεται ένα σύγχρονο αντίστοιχο της αγγλικής αντι-γιακωβίνικης αντίδρασης.

Η γκροτέσκα σκηνική παρουσία του αντανακλά το αδιέξοδο στο οποίο βρίσκεται. Το αδιέξοδο δεν είναι μόνο δικό του- είναι μέρος μιας στενωπού που μέσα της μια ολόκληρη γενιά ζει μια ασυνάρτητη και απρόβλεπτη ζωή.

 

Διχασμός

 

Ο ιστορικός παραλληλισμός που γίνεται εδώ επεκτείνεται στο ευρύτερο υπόβαθρο δύο εποχών. Ο κόσμος είναι διχασμένος ανάμεσα στον σταλινισμό και σε μια αντισταλινική συμμαχία με τον ίδιο τρόπο που ήταν διχασμένος ανάμεσα στη ναπολεόντεια Γαλλία και στην Ιερά Συμμαχία. Είναι ένας διχασμός ανάμεσα σε μια «εκφυλισμένη» επανάσταση που εκμεταλλεύεται ένας δεσπότης και σε μια ομάδα, κυρίως, αν και όχι αποκλειστικά, συντηρητικών συμφερόντων. Από άποψη πρακτικής πολιτικής η επιλογή φαίνεται να περιορίζεται τώρα, όπως και τότε, σε αυτές τις εναλλακτικές λύσεις. Όμως, τα σωστά και τα λάθη αυτής της διαμάχης είναι τόσο απελπιστικά συγκεχυμένα που όποια και αν είναι η επιλογή, και ανεξάρτητα από τα πρακτικά κίνητρά της, είναι σχεδόν βέβαιο ότι μακροπρόθεσμα και με την ευρύτερη ιστορική έννοια θα αποδειχθεί λανθασμένη.

Η πιθανότητα που υπήρχε ένας ειλικρινής και κριτικά σκεπτόμενος άνθρωπος να αποδεχθεί τότε τον Ναπολέοντα ήταν τόσο μικρή όσο αυτή που υπάρχει σήμερα για τη αποδοχή του Στάλιν. Όμως, παρά τη βία και τις απάτες του Ναπολέοντα, το μήνυμα της Γαλλικής Επανάστασης επέζησε και αντήχησε δυναμικά σε ολόκληρο τον δέκατο ένατο αιώνα. Η Ιερή Συμμαχία απελευθέρωσε την Ευρώπη από την καταπίεση του Ναπολέοντα∙ και για μια στιγμή η νίκη της χαιρετίστηκε από τους περισσότερους Ευρωπαίους. Ωστόσο, αυτό που είχαν να προσφέρουν στην «απελευθερωμένη» Ευρώπη ο Κάσλρεϊ, ο Μέτερνιχ και ο Αλέξανδρος Α΄ ήταν απλώς η διατήρηση της παλιάς, αποσυντιθέμενης τάξης πραγμάτων. Έτσι, οι αυθαιρεσίες και η επιθετικότητα μιας αυτοκρατορίας που εξέθρεψε η επανάσταση έδωσαν μια παράταση ζωής στην ευρωπαϊκή φεουδαρχία. Αυτός ήταν ο πιο απροσδόκητος θρίαμβος του πρώην γιακωβίνου. Αλλά το τίμημα που πλήρωσε γιʼ αυτό ήταν ότι προς το παρόν ο ίδιος και ο αντιγιακωβίνικος αγώνας του έμοιαζαν με αδίσταχτους, γελοίους αναχρονισμούς. Τη χρονιά της ήττας του Ναπολέοντα, ο Σέλλεϋ έγραψε στον Γουόρντσγουορθ:

Στην τιμημένη φτώχεια η φωνή σου ύφανε

τραγούδια αφιερωμένα στην αλήθεια και την ελευθερία

Εγκαταλείποντάς τα, μ’ άφησες μέσα στη θλίψη,

Έτσι, αυτό που ήσουν δεν θα είσαι ποτέ πια.

Αν ο πρώην κομμουνιστής μας είχε κάποιο ιστορικό αισθητήριο, θα λάμβανε σοβαρά υπόψη του τα παραπάνω.

 

Αβεβαιότητα

 

Ορισμένοι από τους πρώην γιακωβίνους που πρωταγωνίστησαν στην αντιγιακωβίνικη αντίδραση είχαν τόσο λίγους ενδοιασμούς για την αναδίπλωσή τους όσο και οι Μπέρναμ και Ρουθ Φίσερ των ημερών μας. Κάποιοι άλλοι είχαν τύψεις και επικαλέστηκαν το πατριωτικό συναίσθημα ή τη φιλοσοφία του μικρότερου κακού ή και τα δύο, για να εξηγήσουν γιατί τάχθηκαν στο πλευρό των παλαιών δυναστειών εναντίον ενός νεόκοπου αυτοκράτορα. Όταν δεν αρνούνταν την εξαχρείωση η οποία υπήρχε στις βασιλικές αυλές και στις κυβερνήσεις που είχαν κάποτε καταγγείλει, ισχυρίζονταν ότι οι κυβερνήσεις αυτές ήταν πιο φιλελεύθερες από τον Ναπολέοντα. Αυτό ίσχυε σίγουρα για την κυβέρνηση Πιτ2, παρόλο που μακροπρόθεσμα η κοινωνική και πολιτική επιρροή της ναπολεόντειας Γαλλίας στον ευρωπαϊκό πολιτισμό ήταν πιο μόνιμη και καρποφόρα από εκείνη της Αγγλίας του Πιτ, για να μη μιλήσουμε για την επιρροή της Αυστρίας του Μέτερνιχ ή της Ρωσίας του Αλέξανδρου. «Ω θλίψη που οι καλύτερες ελπίδες της Γης στηρίζονται όλες σε σένα!»- αυτός ήταν ο αναστεναγμός παραίτησης με τον οποίο ο Γουόρντσγουορθ συμφιλιώθηκε με την Αγγλία του Πιτ. «Πολύ, πολύ πιο άθλιος είναι ο εχθρός σου» ήταν η φόρμουλα συμφιλίωσής του.

Η φράση «Πολύ, πολύ πιο άθλιος είναι ο εχθρός σου» θα μπορούσε να εκφράζει το βιβλίο Ο Θεός που απέτυχε και τη φιλοσοφία του μικρότερου κακού που διατρέχει τις σελίδες του. Η θέρμη με την οποία οι συγγραφείς αυτού του βιβλίου υπερασπίζονται τη Δύση έναντι της Ρωσίας και του κομμουνισμού μετριάζεται μερικές φορές από την αβεβαιότητα ή από τις εναπομείνασες ιδεολογικές αναστολές τους. Αυτή η αβεβαιότητα εμφανίζεται ανάμεσα στις γραμμές των εξομολογήσεών τους ή σε κάποιες περίεργες παύσεις.

 

Η πηγή του κακού

 

Ο Σιλόνε, για παράδειγμα, εξακολουθεί να περιγράφει την προμουσολινική Ιταλία, εναντίον της οποίας, ως κομμουνιστής, είχε επαναστατήσει, σαν «ψευτοδημοκρατική». Δύσκολα παραδέχεται ότι η μεταμουσολινική Ιταλία είναι καλύτερη, αλλά θεωρεί ότι ο σταλινικός εχθρός της είναι «πολύ, πολύ πιο άθλιος». Ο Λούις Φίσερ υποστηρίζει τη «διπλή απόρριψη», και του κομμουνισμού και του καπιταλισμού, αλλά η απόρριψη του τελευταίου ακούγεται σαν μια αδύναμη προσχηματική φόρμουλα∙ και η νέα μόδα του γκαντισμού3 αφήνει απλώς την εντύπωση μια αμήχανης φυγής από την πραγματικότητα. Αλλά είναι ο Κέσλερ αυτός που, ενίοτε, μέσα σε όλη την επιτήδευση και την αντικομμουνιστική του μανία, εμφανίζει κάποιες περίεργες διανοητικές επιφυλάξεις: «. . . αν κάνουμε μια επισκόπηση της ιστορίας [λέει] και συγκρίνουμε τους υψηλούς στόχους, στο όνομα των οποίων ξεκίνησαν οι επαναστάσεις, καθώς και το θλιβερό τέλος στο οποίο κατέληξαν, βλέπουμε ξανά και ξανά πώς ένας άρρωστος πολιτισμός μολύνει τους επαναστατικούς απογόνους του» [δική μου πλάγια γραφή]. Έχει σκεφτεί ο Κέσλερ τις συνέπειες των λόγων του ή απλώς πετάει μια bon mot (εξυπνάδα); Αν ο «επαναστατικός απόγονος», ο κομμουνισμός, έχει πράγματι «μολυνθεί» από τον πολιτισμό εναντίον του οποίου επαναστάτησε, τότε όσο αποκρουστικός κι αν είναι ο απόγονος, η πηγή του κακού δεν βρίσκεται σʼ αυτόν αλλά σε εκείνον τον πολιτισμό. Και αυτό ισχύει ανεξάρτητα από τον ζήλο που επιδεικνύει ο ίδιος ο Κέσλερ εμφανιζόμενος ως συνήγορος των «υπερασπιστών» του πολιτισμού αλά Τσέιμπερς4.

Ακόμα πιο εντυπωσιακή είναι μια άλλη σκέψη -ή μήπως και αυτή είναι απλώς μια bon mot; - με την οποία ο Κέσλερ τελειώνει απροσδόκητα την εξομολόγησή του:

Υπηρέτησα το Κομμουνιστικό Κόμμα για επτά χρόνια - το ίδιο χρονικό διάστημα που ο Ιακώβ φρόντιζε τα πρόβατα τού Λάβαν για να κερδίσει την κόρη του Ραχήλ. Όταν πέρασαν αυτά τα χρόνια, η νύφη οδηγήθηκε στη σκοτεινή σκηνή του∙ μόνο το επόμενο πρωί ανακάλυψε ότι το πάθος του δεν ξοδεύτηκε στην όμορφη Ραχήλ αλλά στην άσχημη Λία.

Αναρωτιέμαι αν συνήλθε ποτέ από το σοκ του ότι κοιμήθηκε με μια ψευδαίσθηση. Αναρωτιέμαι αν μετά θεωρούσε ότι είχε κάποτε πιστέψει σ’ αυτήν. Αναρωτιέμαι αν το χάπι εντ του μύθου θα επαναληφθεί∙ γιατί με τίμημα άλλα επτά χρόνια εργασίας στον Ιακώβ, του δόθηκε και η Ραχήλ, και η ψευδαίσθηση πήρε σάρκα και οστά.

Και, λόγω του έρωτα του γιʼ αυτήν, αυτά τα επτά χρόνια τού φάνηκαν σαν λίγες μέρες.

Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι ο Ιακώβ-Κέσλερ αναλογίζεται με ανησυχία μήπως βιάστηκε να σταματήσει να φροντίζει τα πρόβατα του Λάβαν-Στάλιν, αντί να περιμένει υπομονετικά μέχρι η «ψευδαίσθηση του πάρει σάρκα και οστά».

 

Επικίνδυνο κίνητρο

 

Όλα αυτά δεν γράφονται για να κατηγορήσουν, πόσο μάλλον να καταδικάσουν, τον οποιονδήποτε. Να επαναλάβουμε ότι ο στόχος τους είναι να αναδείξουν τη σύγχυση ιδεών από την οποία δεν πάσχει μόνο ο πρώην κομμουνιστής διανοούμενος.

Σε ένα από τα πρόσφατα άρθρα του, ο Κέσλερ εξέφρασε την ενόχλησή του για εκείνους τους παλιούς καλούς φιλελεύθερους που σοκαρίστηκαν από τον υπερβολικό αντικομμουνιστικό ζήλο του πρώην κομμουνιστή και τον αντιμετώπισαν με την αηδία που οι απλοί άνθρωποι βλέπουν «έναν καθαιρεμένο παπά που βγάζει μια κοπέλα για χορό».

Λοιπόν, οι καλοί παλιοί καλοί φιλελεύθεροι μπορεί να έχουν δίκιο: αυτός ο ιδιαίτερος τύπος αντικομμουνιστή μπορεί να τούς φαίνεται σαν ένας καθαιρεμένος παπάς που «βγάζει», όχι απλώς μια κοπέλα, αλλά μια πόρνη. Η απόλυτη σύγχυση της διάνοιας και του συναισθήματος του πρώην κομμουνιστή τον καθιστά ακατάλληλο για οποιαδήποτε πολιτική δραστηριότητα. Τον καταδιώκει μια αόριστη αίσθηση ότι έχει προδώσει είτε τα πρώην ιδανικά του είτε τα ιδανικά της αστικής κοινωνίας∙ όπως ο Κέσλερ, μπορεί ακόμη και να έχει την αμφίθυμη αντίληψη ότι έχει προδώσει και τα δύο. Στη συνέχεια προσπαθεί να καταστείλει το αίσθημα ενοχής και αβεβαιότητας, ή να το καμουφλάρει, με μια επίδειξη εξαιρετικής βεβαιότητας και μανιασμένης επιθετικότητας. Επιμένει ότι ο κόσμος πρέπει να αναγνωρίσει την ανήσυχη συνείδησή του ως την πιο καθαρή συνείδηση απʼ όλες. Δεν μπορεί πια να έχει κανέναν άλλο σκοπό πλην ενός- την αυτοδικαίωση. Και αυτό είναι το πιο επικίνδυνο κίνητρο για κάθε πολιτική δραστηριότητα.

Φαίνεται ότι η μόνη αξιοπρεπής στάση που μπορεί να κρατήσει ο διανοούμενος πρώην κομμουνιστής είναι να κρατήσει μια ουδέτερη στάση απέναντι στη διαμάχη. Δεν μπορεί να ενταχθεί στο σταλινικό στρατόπεδο ή στην αντισταλινική Ιερή Συμμαχία χωρίς να ασκήσει βία στον καλύτερο εαυτό του. Ας μείνει λοιπόν έξω από κάθε στρατόπεδο. Ας προσπαθήσει να ανακτήσει μια κριτική αίσθηση και μια διανοητική αποστασιοποίηση. Ας ξεπεράσει τη φτηνή φιλοδοξία να βάλει χέρι στην πολιτική πίτα. Ας ειρηνεύσει τουλάχιστον με τον ίδιο του τον εαυτό, αν το τίμημα που πρέπει να πληρώσει για μια ψεύτικη ειρήνη με τον κόσμο είναι η παραίτηση και η αυτοκαταγγελία.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο πρώην κομμουνιστής λογοτέχνης, ή γενικότερα ο διανοούμενος, πρέπει να αποσυρθεί σε ένα γυάλινο πύργο. [Διατηρεί μέσα του την περιφρόνηση για τον  γυάλινο πύργο, που είχε στο παρελθόν του.] Αλλά μπορεί αντʼ αυτού να αποσυρθεί σε ένα παρατηρητήριο. Να παρακολουθεί με αποστασιοποίηση και περίσκεψη αυτό το πολυπρόσωπο χάος του κόσμου, να είναι σε εγρήγορση για το τι πρόκειται να αναδυθεί από αυτό και να το ερμηνεύει sine ira et studio (χωρίς οργή και πάθος) - αυτή είναι σήμερα η μόνη έντιμη υπηρεσία που μπορεί να προσφέρει ο πρώην κομμουνιστής διανοούμενος σε μια γενιά στην οποία η ευσυνείδητη παρατήρηση και η ειλικρινής ερμηνεία έχουν γίνει τόσο θλιβερά σπάνιες. (Δεν είναι εντυπωσιακό πόσο λίγη παρατήρηση και ερμηνεία, και πόσο φιλοσοφισμό και νουθεσία βρίσκει κανείς στα βιβλία της προικισμένης πλειάδας πρώην κομμουνιστών συγγραφέων;

 

Αντιμέτωποι με την επιλογή

 

Μπορεί όμως ο διανοούμενος να είναι τώρα πραγματικά ένας αποστασιοποιημένος παρατηρητής αυτού του κόσμου; Ακόμα και αν το να παίρνει θέση τον κάνει να ταυτίζεται με σκοπούς που, στην πραγματικότητα, δεν είναι δικοί του, δεν πρέπει παρ’ όλα αυτά να παίρνει θέση; Λοιπόν, μπορούμε να θυμηθούμε κάποιους σημαντικούς «διανοούμενους» που, σε μια παρόμοια κατάσταση στο παρελθόν, αρνήθηκαν να ταυτιστούν με οποιοδήποτε καθιερωμένο Σκοπό. Η στάση τους φαινόταν ακατανόητη σε πολλούς από τους συγχρόνους τους: αλλά η ιστορία έχει αποδείξει ότι η κρίση τους ήταν ανώτερη από τις φοβίες και τα μίση της εποχής τους. Τρία ονόματα μπορούν να αναφερθούν εδώ: Τζέφερσον, Γκαίτε και Σέλλεϋ. Και οι τρεις, ο καθένας με διαφορετικό τρόπο, βρέθηκαν αντιμέτωποι με την επιλογή μεταξύ της ναπολεόντειας ιδέας και της Ιερής Συμμαχίας. Και οι τρεις, και πάλι ο καθένας με διαφορετικό τρόπο, αρνήθηκαν να επιλέξουν.

Ο Τζέφερσον ήταν ο πιο πιστός οπαδός της γαλλικής επανάστασης στην πρώιμη ηρωική της περίοδο. Ήταν πρόθυμος να συγχωρέσει ακόμη και την Τρομοκρατία, αλλά απομακρύνθηκε με αηδία από τον «στρατιωτικό δεσποτισμό» του Ναπολέοντα. Ωστόσο, δεν είχε καμία σχέση με τους εχθρούς του Βοναπάρτη, τους «υποκριτές ελευθερωτές της Ευρώπης», όπως τους αποκαλούσε. Η αποστασιοποίησή του δεν ανταποκρινόταν απλώς στα διπλωματικά συμφέροντα μιας νεαρής και ουδέτερης δημοκρατίας∙ προέκυπτε ως φυσικό επακόλουθο των δημοκρατικών του πεποιθήσεων και του δημοκρατικού του πάθους.

Σε αντίθεση με τον Τζέφερσον, ο Γκαίτε έζησε μέσα στο κέντρο της καταιγίδας. Κατά σειρά, τα στρατεύματα του Ναπολέοντα και οι στρατιώτες του Αλέξανδρου εγκαταστάθηκαν στη Βαϊμάρη του. Ως υπουργός του Πρίγκηπά του, ο Γκαίτε υποκλίθηκε καιροσκοπικά σε κάθε εισβολέα. Αλλά ως στοχαστής και άνθρωπος, παρέμεινε αδέσμευτος και απόμακρος. Είχε επίγνωση του μεγαλείου της γαλλικής επανάστασης και συγκλονίστηκε από τις φρικαλεότητές της. Χαιρέτισε τον ήχο των γαλλικών όπλων στο Βαλμί ως το άνοιγμα μιας νέας και καλύτερης εποχής και διέβλεψε τις ακρότητες του Ναπολέοντα. Πανηγύρισε την απελευθέρωση της Γερμανίας από τον Ναπολέοντα, έχοντας πλήρη επίγνωση της αθλιότητας αυτής της «απελευθέρωσης». Η αποστασιοποίησή του, τόσο σ’ αυτά όσο και σε άλλα θέματα, του χάρισε τη φήμη του «ολύμπιου»∙ και ο χαρακτηρισμός αυτός δεν ήταν πάντα κολακευτικός. Αλλά η ολύμπια εξωτερική του εμφάνιση κάθε άλλο παρά οφειλόταν σε μια εσωτερική αδιαφορία για τη μοίρα των συγχρόνων του. Κάλυπτε το δράμα του: την ανικανότητα και την απροθυμία του να ταυτιστεί με σκοπούς, που ο καθένας του ήταν ένα μπερδεμένο κουβάρι καλού και κακού.

Τέλος, ο Σέλλεϋ παρακολούθησε τη σύγκρουση των δύο κόσμων με όλο το φλογερό πάθος, το θυμό και την ελπίδα για τα οποία ήταν ικανή η υπέροχη νεανική ψυχή του: σίγουρα δεν ήταν ολύμπιος. Ωστόσο, ούτε για μια στιγμή δεν αποδέχτηκε τους ισχυρισμούς αυτοδικαίωσης και τις αξιώσεις οποιουδήποτε από τους εμπόλεμους. Σε αντίθεση με τους μεγαλύτερους από αυτόν πρώην γιακωβίνους, ήταν πιστός στη γιακωβίνικη ρεπουμπλικανική ιδέα. Ως οπαδός της γαλλικής δημοκρατίας, και όχι ως πατριώτης της Αγγλίας του Γεωργίου Γʼ, χαιρέτισε την πτώση του Ναπολέοντα, αυτού του «πιο άτολμου σκλάβου» που «χόρευε και γλεντούσε πάνω στον τάφο της Ελευθερίας». Αλλά ως  υποστηρικτής της γαλλικής δημοκρατίας γνώριζε επίσης ότι «η αρετή έχει κάποιους πιο παντοτινούς εχθρούς» από τη βοναπαρτιστική βία και απάτη –«την παράδοση, το νόμιμο έγκλημα και τη θρησκευτική πίστη», που ενσωματώθηκαν στην Ιερή Συμμαχία.

Και οι τρεις τους - ο Τζέφερσον, ο Γκαίτε και ο Σέλλεϋ - ήταν κατά μία έννοια παρείσακτοι στη μεγάλη σύγκρουση της εποχής τους, και γι’ αυτό ερμήνευσαν την εποχή τους με μεγαλύτερη ειλικρίνεια και διεισδυτικότητα από ό,τι οι φοβισμένοι – οι γεμάτοι μίσος πιστοί οπαδοί κάθε πλευράς.

Τι κρίμα και τι ντροπή που οι περισσότεροι πρώην κομμουνιστές διανοούμενοι έχουν την τάση να ακολουθούν την παράδοση του Γουόρντσγουορθ και του Κόλεριτζ, και όχι εκείνη του Γκαίτε και του Σέλλεϋ.

 

μετάφραση: Χάρης Γολέμης

 

 

Σημειώσεις του Μεταφραστή:

1. Αυτή η παράγραφος υπήρχε και στο πρώτο μέρος του άρθρου. Την προσθέτουμε εδώ για να υπάρξει σύνδεση με το δεύτερο μέρος

2. Βρετανός συντηρητικός πολιτικός (1759-1806), πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας για 18 χρόνια. Από πολλούς θεωρείται ως ένα πρόσωπο με εξέχουσες διοικητικές ικανότητες, που προώθησε σημαντικές μεταρρυθμίσεις. Για να αντιμετωπίσει τις δαπάνες του πολέμου κατά της Γαλλίας αύξησε τη φορολογία των πλουσίων (Πηγή: Wikipedia).

3. Ο γκαντισμός είναι ένα σύνολο ιδεών (κυρίως η μη βίαιη αντίσταση) που εμπνέεται από το έργο και τη στάση ζωής του Μαχάτμα Γκάντι.

4. βλ. υποσημείωση 1 στο πρώτο μέρος του άρθρου.

Θέμα επικαιρότητας:
Αριστερά

Σύνολο: 14 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι