Η παθητική προσαρμογή

Γιάννης Βούλγαρης, Τα Νέα, 23/09/2006

ΕΔΩ Η ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ, ΕΚΕΙ Η ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ, ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ; ΕΔΩ! ΟΧΙ, ΕΧΑΣΕΣ. ΜΕ ΤΟ ΠΑΣΙΓΝΩΣΤΟ ΑΥΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΑΚΙ ΜΟΙΑΖΕΙ Η «ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΤΙΚΗ ΖΕΣΗ» ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ. ΜΕΤΡΑ ΤΡΕΧΟΥΣΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΒΑΦΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ, ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΓΚΑΙΕΣ ΠΑΡΑΠΕΜΠΟΝΤΑΙ ΣΤΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΚΑΛΕΝΔΕΣ, ΑΛΛΕΣ ΒΑΛΤΩΝΟΥΝ ΠΡΙΝ ΑΡΧΙΣΟΥΝ .

Ακόμα και τις στιγμές που ο κ. Καραμανλής αισθάνεται πρωθυπουργός δύο τετραετιών, όπως στη Θεσσαλονίκη πριν από δεκαπέντε μέρες, δεν κατορθώνει να πείσει ότι το κόμμα του έχει όραμα και σοβαρές προθέσεις. Πόσο μάλλον όταν εισβάλλουν στον δημόσιο χώρο οι «κουμπάροι». Η απουσία μεταρρυθμίσεων σημαίνει ότι το πεδίο της κυβερνητικής πολιτικής καταλαμβάνεται κυρίως από τη δημοσιονομική πολιτική και τις επιπτώσεις της. Πρόκειται για μια ασυνήθιστα αδιαφανή και εκλογικίστικη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών με εμφανή την πρόθεση να προσαρμοστούν στις προπαγανδιστικές ανάγκες του κυβερνώντος κόμματος. Τόσο ως προς το παρελθόν όσο και εν όψει των νέων εκλογών.

Αντί της διαφημιζόμενης «εξυγίανσης», ο κ. Αλογοσκούφης προσπαθεί να απορροφήσει τις συνέπειες της «απογραφής» και της αρχικής διάλυσης των εισπρακτικών μηχανισμών, ώστε να δώσει στον Πρωθυπουργό τη δυνατότητα να προσφέρει στον λαό προεκλογικά όσον «άρτο» θα ζητούν οι τότε δημοσκοπήσεις. Οι τρόποι είναι γνωστοί: από τη μια, κρύβονται πράγματα «κάτω από το χαλί» και από την άλλη, σπέρνονται νάρκες που θα σκάσουν στη μετεκλογική περίοδο. Η όλη επιχείρηση ευνοείται από την ταχύρρυθμη ως προς τον ευρωπαϊκό μέσο όρο ανάπτυξη, η οποία τροφοδοτείται από την ιδιωτική κατανάλωση που με τη σειρά της βασίζεται κυρίως στον καταναλωτικό δανεισμό και τα στεγαστικά δάνεια. Αντιθέτως, οι δημόσιες επενδύσεις έχουν μείνει πίσω. Μαζί και η χρηματοδότηση των μεταρρυθμίσεων στους νευραλγικούς τομείς της εκπαίδευσης, της δημόσιας διοίκησης, της υγείας, της συγκοινωνίας και της ποιότητας της καθημερινής ζωής των πολιτών. Πρόκειται για καθυστέρηση που δεν αφορά μόνο στην «ποιότητα των προσφερόμενων υπηρεσιών». Γιατί σε αυτούς τους τομείς κρίνεται η δυναμική της Ελλάδας στον νέο καταμερισμό εργασίας, διαμορφώνεται η νέα σχέση δημόσιου - ιδιωτικού που θα οργανώνει αυτή τη δυναμική προσφέροντας το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο, τις αναγκαίες δεξιότητες και τις νέες μορφές συλλογικότητας.

Ελληνικός καπιταλισμός

Μιλώ για νέα σχέση δημόσιου - ιδιωτικού υπονοώντας ότι σε πείσμα των νεοφιλελεύθερων θεωριών, το κράτος, η πολιτική, η συνειδητή συλλογική δράση εν γένει, είχε και εξακολουθεί να έχει καθοριστικό ρόλο για την ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό της χώρας. Ιδίως σε χώρες όπως η Ελλάδα, αποτελούσε και αποτελεί προϋπόθεση προκειμένου η αγορά να εκδηλώσει τον δυναμισμό της. Προφανώς, η εκάστοτε συγκεκριμένη σχέση κράτους - αγοράς, δημόσιου - ιδιωτικού άλλαζε. Παλιά «εργαλεία» και τρόποι συλλογικής διεύθυνσης της οικονομικής - κοινωνικής διαδικασίας απορρίπτονταν και νέα έπαιρναν τη θέση τους, ακολουθώντας τη διεθνή εμπειρία και τη συλλογική «μεταρρυθμιστική φαντασία» που διέθεταν οι κοινωνικές - πολιτικές δυνάμεις. Σήμερα βρισκόμαστε ακριβώς σε μια τέτοια φάση αλλαγής. Περιορίζεται πλέον δραστικά ο «επιχειρηματικός» και αναβαθμίζεται ο στρατηγικός - συντονιστικός ρόλος του κράτους που αποσκοπεί να «διευθύνει την αλληλεξάρτηση» της εθνικής με την παγκόσμια αγορά. Το κριτήριο της ιδιοκτησίας (δημόσια ή ιδιωτική) έχει χάσει τη σημασία που είχε στην περίοδο της μεταπολεμικής εθνικής - κεϋνσιανής ανάπτυξης, ενώ άλλα κριτήρια αποτελεσματικότητας, βασισμένα στη συνέργεια δημόσιου - ιδιωτικού, έχουν πάρει τη θέση του. Οι περισσότερο επιτυχημένες εθνικές οικονομίες των τελευταίων δεκαετιών στη Σκανδιναβία και την Ανατολική Ασία ανήκουν σε αυτή την περίπτωση.

Υπό αυτό το πρίσμα, ο σημαντικός ρόλος που είχε το κράτος στην ιστορική ανάπτυξη της ελληνικής κοινωνίας δεν είναι ένα απολίθωμα του παρελθόντος, δεν είναι σύμπτωμα καθυστέρησης που μέλλεται να ξεπεραστεί προκειμένου να δράσει «ελεύθερη» η αγορά. Η δοξασία αυτή θα οδηγήσει απλώς στην παθητική προσαρμογή της Ελλάδας στον διεθνή καταμερισμό εργασίας. Και τούτο γιατί ο ελληνικός καπιταλισμός εξακολουθεί να μην έχει τον ενδογενή εκείνο δυναμισμό ώστε να αδράξει τις ευκαιρίες που παρουσιάζει η παγκοσμιοποίηση και να αναβαθμιστεί τραβώντας μαζί όλη την κοινωνία. Έχει τη δυνατότητα να δεχτεί τα «μηνύματα», να παρακολουθήσει τις γενικές τάσεις, να δημιουργήσει τους δυναμικούς θύλακες και τις διάχυτες διαθεσιμότητες εκσυγχρονισμού σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα. Ταυτόχρονα όμως έχει την τάση να «βολεύεται» με τις ευκολίες και τις «ευκαιρίες» που εμφανίζονται, να βλέπει μόνο τον βραχύ ορίζοντα, να παραοικονομεί καθ έξιν και κατ εξακολούθησιν.

Τέτοια φαινόμενα δεν παρουσιάζονται μόνο στους καθυστερημένους τομείς, αλλά και στους πλέον δυναμικούς. Παράδειγμα, το εξαιρετικό χάσμα των επιτοκίων καταθέσεων και χορηγήσεων που τροφοδοτεί τα υπερκέρδη των τραπεζών, της «ναυαρχίδας» δηλαδή του ελληνικού καπιταλισμού. Αλλά και η υπόθεση των «κουμπάρων» είναι εύγλωττη της περιορισμένης εξυγιαντικής ικανότητας του ελληνικού καπιταλισμού (ή της «αγοράς», όπως συνοπτικά λέγεται). Πρώτον, συμβαίνει σε μια από τις πιο μοντέρνες περιοχές της ελληνικής πραγματικότητας, τόσο από την άποψη των θεσμών (ανεξάρτητη αρχή Επιτροπή Ανταγωνισμού) όσο και της οικονομίας (κλάδος τροφίμων). Δεύτερον, μαζί με την κομματική - κρατική διαφθορά, αποκαλύπτει και την ευκολία με την οποία επιχειρήσεις παραβιάζουν τους κανόνες του «υγιούς ανταγωνισμού». Οι «ανθοί» του θεσμικού και οικονομικού εκσυγχρονισμού δείχνουν τα όριά τους ταυτόχρονα και μέσα από το πρίσμα του ιδιωτικού όσο και του δημόσιου.

Έλλειμμα συλλογικότητας

Πέρα από το παραγωγικό - οικονομικό επίπεδο, η ελλιπής δυναμική του ελληνικού καπιταλισμού έχει επιπτώσεις στο υπόλοιπο της κοινωνίας. Δεν αναφέρομαι μόνο στα φαινόμενα περιθωριοποίησης στα οποία συνήθως επικεντρώνεται ο δημόσιος και ο αντιπολιτευτικός λόγος. Εξίσου πρόβλημα συνιστά η μειωμένη ικανότητα του ελληνικού καπιταλισμού να «παράγει» κοινωνικές συλλογικότητες και συμπεριφορές που να εμπνέονται από αρχές οικουμενικής ηθικής και μακροπρόθεσμου ορθολογισμού. Οι μικροδομές του ελληνικού καπιταλισμού αδυνατούν να οργανώσουν μεγάλα κοινωνικά σύνολα, πυκνά δίκτυα κοινωνικής αλληλεξάρτησης, διάχυτες εστίες επιστημοσύνης και μοντέρνας τεχνογνωσίας, ενοποιητικά συστήματα πεποιθήσεων. Τροφοδοτούν αντίθετα, περιοδικά κύματα και αναπαραγόμενες μορφές «οικογενειοκεντρικού αμοραλισμού», δηλαδή, συμπεριφορές και ηθικές που περιορίζονται στο «συμφέρον» και το «καλό» του στενού συγγενικού ορίζοντα, δικαιολογώντας σε αυτή τη βάση κάθε είδους μικροδιαφθορά, μικροπαράβαση και παραοικονομία. Το προσωνύμιο του «κουμπάρου» ταιριάζει γάντι στην περίπτωση. Το έλλειμμα αυτό συλλογικότητας αναπληρωνόταν κυρίως από «εξωγενείς» χώρους: την πολιτική και την ιδεολογία. «Εξωγενείς», με την έννοια ότι το περιεχόμενό τους διαμορφωνόταν από παράγοντες που είχαν μεγάλα περιθώρια αυτονομίας από τα συμφέροντα και τις αντιλήψεις που πήγαζαν πρωτογενώς από την παραγωγική - οικονομική σφαίρα. Μπορεί λοιπόν η πολιτική και η ιδεολογία να παρήγαγαν παραταξιακή πόλωση, πελατειακή νοοτροπία και κομματικο-κρατική διαφθορά, αλλά την ίδια στιγμή προσέφεραν μορφές και κίνητρα συλλογικότητας, αλληλεγγύης και οικουμενικής ηθικής.

Αυτή την ιδιαίτερη βαρύτητα των εξω-αγοραίων θεσμών ως συντονιστών της σχέσης εθνικής - παγκόσμιας οικονομίας και ως παραγωγών συλλογικότητας και αλληλεγγύης, παραγνωρίζουν οι απλοϊκές (νεο)φιλελεύθερες συνταγές για την Ελλάδα. Το στοίχημα μιας μεταρρυθμιστικής ατζέντας είναι να οργανώσει τη νέα μορφή σύνδεσης κράτους - αγοράς, δημόσιου - ιδιωτικού αναβαθμίζοντας τον δυναμισμό της αγοράς και τον συντονιστικό ενεργό ρόλο του κράτους. Αναδιανέμοντας πόρους ώστε να χρηματοδοτηθούν οι μεταρρυθμίσεις των κρατικών και κοινωνικών μηχανισμών που οργανώνουν τη ζωή των πολιτών. Το αντίθετο δηλαδή από ό,τι κάνει η σημερινή οικονομική πολιτική.

Ο Γιάννης Βούλγαρης διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι