Νέα σπονδή στην πολυνομία

Ποινικός έλεγχος της διαφθοράς και δημοκρατία

Νίκος Παρασκευόπουλος, Ελευθεροτυπία, 04/10/2006

Η ανάπτυξη της διαφθοράς στον σύγχρονο κόσμο εξηγείται εύκολα. Η αγορά τη θεωρεί σύμφυτη με το κράτος και τα κόμματα, ενώ οι πολέμιοι της αγοράς την αναγνωρίζουν ως εργαλείο του καπιταλισμού. Αντίθετα, η πολιτική καταπολέμησης της διαφθοράς κατανοείται δυσκολότερα: προβάλλουν εξαρχής οι αντιφάσεις και τα μυστήρια. Για παράδειγμα, ο ΟΗΕ, ο ΟΟΣΑ, η Παγκόσμια Τράπεζα, Η Ευρωπαϊκή Ενωση1 ασχολούνται εντατικά με τη θέσπιση μηχανισμών ελέγχου της διαφθοράς. Τα παγκόσμιας εμβέλειας ΜΜΕ πρόθυμα διαπομπεύουν τα σκάνδαλα διαφθοράς στην πολιτική ζωή. Αυτοί όμως οι οργανισμοί και οι εταιρείες συνθέτουν με τις υπερδυνάμεις το δίκτυο της παγκοσμιοποιημένης εξουσίας, καλώς ή κακώς εννοούμενης. Ποιος πιστεύει ότι το σύστημα που παράγει ή αναπαράγει ανισότητες μεθοδεύει ορθολογικά την κάθαρση;

Στα εθνικά πλαίσια δύο ακραίες δοξασίες εναλλάσσονται και εμπνέουν τις εκστρατείες καταπολέμησης της διαφθοράς.

* Σύμφωνα με την πρώτη, αποκλειστικά υπεύθυνο για τη διαφθορά είναι το κόμμα που κυβερνά. Αν στις εκλογές ηττηθεί, τότε ένας πρωθυπουργός-αρχιερέας της διαπλοκής θα αναγκαστεί να δώσει τη θέση του σε έναν άλλο, αρχάγγελο της κάθαρσης, και η διαφθορά υποτίθεται θα εξαφανιστεί ή έστω θα υποστεί καίριο πλήγμα.

* Σύμφωνα με τη δεύτερη δοξασία, η διαφθορά είναι σύμφυτη με τον καπιταλισμό και τις λοιπές υποδομές εξουσίας κι επομένως οι συγκυριακές πολιτικές μεταβολές καθόλου δεν την επηρεάζουν.

Η πρώτη εκδοχή αναγνωρίζεται στην πολιτική των συντηρητικών κομμάτων. Καθώς υπηρετούν τον δεδομένο καταμερισμό πλούτου και δεν μπορούν ούτε καν να υπόσχονται την ουσιαστική αναβάθμιση των κοινωνικών παροχών, τους απομένει μόνο να επαγγέλλονται εκστρατείες κατά της διαφθοράς. Ετσι, μια συνθήκη επίτευξης κοινωνικών στόχων γίνεται η ίδια στόχος αποκλειστικός. Η δεύτερη εκδοχή εξάλλου, που βλέπει στη διαφθορά μια σταθερά του συστήματος, υιοθετείται από ετερόκλητους φορείς, όπως τα ριζοσπαστικά κόμματα αλλά και οι αγοραίοι τιμητές των πολιτικών θεσμών.

Οι δύο ακραίες απόψεις είναι δημαγωγικές και παραπλανητικές. Η διαφθορολογία, ως προεκλογικό πρόταγμα, αποπροσανατολίζει από καίρια προβλήματα και υποσκάπτει την αξιοπιστία της πολιτικής ζωής γενικά, ενώ κάποια όργανα ελέγχου της διαφθοράς ιδρύονται πανηγυρικά, αλλά καταλήγουν άδοξα να ελέγχονται τα ίδια. Από την άλλη, σε έγκυρους ευρωπαϊκούς συγκριτικούς πίνακες καταγράφονται σαφείς κλιμακώσεις της διαφθοράς από χώρα σε χώρα. Υπάρχουν επομένως περιθώρια βελτιώσεων και μέσα στο ισχύον σύστημα.

Σε κάθε περίπτωση, η τακτική των επεμβάσεων του νομοθέτη για θέσπιση αυστηρότερων ποινικών διατάξεων κατά της διαφθοράς διεκδικεί ώς τώρα ένα πρωτείο: συνιστά τον πιο απλοϊκό, πιο αναποτελεσματικό και πιο φορτωμένο με παρενέργειες τρόπο για τιθάσευση του φαινομένου. Μια άτεχνη ποινική επέμβαση μπορεί μάλιστα να καταστήσει συχνότερο και ακριβότερο το λάδωμα. Ηδη πάντως επίκειται μια νέα σπονδή στην πολυνομία. Το υπουργείο Δικαιοσύνης προωθεί νομοσχέδιο με ποινικές διατάξεις για την καταπολέμηση της διαφθοράς. Ας προσέξουμε έγκαιρα τη βασική φιλοσοφία του.

Ο βασικός πυλώνας2 της διαφθοράς στηρίζεται σήμερα στη διαπλοκή του δημόσιου με τον ιδιωτικο-επιχειρηματικό χώρο. Είναι γνωστό ότι παράλληλα με τις άμεσες ιδιωτικοποιήσεις δημοσίων υπηρεσιών ανθούν οι έμμεσες: οι αναθέσεις τακτικών λειτουργιών του Δημοσίου και των δημοσίων οργανισμών σε ιδιώτες εργολάβους, υπεργολάβους κ.λπ. Ετσι, ενώ δημόσιες λειτουργίες καίριες για την προνοιακή πολιτική του κράτους εξαρτώνται πλέον από ιδιώτες, η αναζήτηση αρμοδίων και υπευθύνων γίνεται υπόθεση χαοτική. Επιπλέον, η έμμεση σύγχυση δημοσίου-ιδιωτικού ενισχύεται με τη διαπίδυση των συμβούλων: τα στελέχη των εταιρειών εντάσσονται στους κύκλους των συμβούλων των υπουργών, ενώ, αντίστροφα, εταιρείες προσλαμβάνουν κομματικά στελέχη ως συμβούλους ή εκπροσώπους των συμφερόντων τους.3

Η προϊούσα αυτή διαπλοκή θα μπορούσε να ελεγχθεί με μια ουσιαστική αλλαγή πολιτικής και κανόνων στη σφαίρα της δημόσιας διοίκησης και της οικονομίας. Παρά την έλλειψη παγιωμένων συνταγών, οι πυξίδες είναι ασφαλείς. Η κυβέρνηση προτίμησε όμως την κλασική αποτυχημένη «πανάκεια», τη θέσπιση ενός ακόμη ποινικού νόμου. Εν τω μεταξύ, σε όλα τα συγγράμματα Ποινικού Δικαίου διαβάζει κανείς ότι το Ποινικό Δίκαιο είναι ένα έσχατο μέσον παρέμβασης, ικανό να καταστέλλει ακραίες περιπτώσεις προσβολής και χρήσιμο μόνον ώς εκεί. Η ποινική καταστολή είναι όμως ακατάλληλη και αναποτελεσματική (έως και εικονική) σαν μέσο για μείζονες κοινωνικοπολιτικές επεμβάσεις.

Ας παρακολουθήσουμε πιο συγκεκριμένα πώς επέδρασε ο νεοφιλελευθερισμός στο δίκαιο, όχι μόνο στη χώρα μας αλλά στο ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο: αφού οι δημόσιες υπηρεσίες ανατίθενται σε ιδιώτες, ο πολίτης για να διεκπεραιώσει τις υποθέσεις του θα αρχίσει πλέον να λαδώνει και στελέχη ιδιωτικών επιχειρήσεων. Επομένως, ας ποινικοποιηθεί, αποφάσισαν, και η δωροδοκία μεταξύ ιδιωτών. Κι όμως! Ο ελληνικός Ποινικός Κώδικας ήδη διαθέτει δικλίδα για την επίλυση του προβλήματος. Η ποινική ευθύνη για δωροδοκίες και λοιπά υπηρεσιακά εγκλήματα έχει κιόλας καλύψει ιδιωτικές επιχειρήσεις που συνδέονται ποικιλότροπα με το δημόσιο συμφέρον.4 Στην κατεύθυνση αυτή θα μπορούσε ίσως να σχεδιαστεί κάποια σαφής και οριοθετημένη επέκταση.

Η ποινικοποίηση όμως της δωροδοκίας αδιακρίτως στον ιδιωτικό χώρο θα έχει δραματικές παρενέργειες. Στις ιδιωτικές συναλλαγές τα δώρα και τα φιλοδωρήματα είναι καθημερινά, έως και συστατικά των συναλλακτικών ηθών. Τα δικαστήρια θα κατακλυστούν από αβάσιμες καταγγελίες.5 Οι εκβιασμοί θα αυξηθούν και θα δηλητηριάσουν όχι μόνο σχέσεις συναλλασσομένων, αλλά και εργασιακές σχέσες: ο ιδιώτης εργοδότης, καθορίζοντας ο ίδιος τα καθήκοντα των υπαλλήλων, θα μπορεί να κατηγορεί τον υπάλληλο ότι δήθεν εισέπραξε, παρά το καθήκον του, ένα φιλοδώρημα ή ότι πήγε εκδρομή με τον πελάτη κι έτσι να τον απολύει χωρίς αποζημίωση.

Το απρόσφορο στην κατεύθυνση της καταπολέμησης της διαφθοράς νομοσχέδιο θα συμβάλει ωστόσο σε κάτι άλλο: στην επάλληλη τοποθέτηση του μέσου πολίτη, των πλειοψηφιών δηλαδή της δημοκρατίας, στο στόχαστρο της καταστολής. Εξηγώ το «επάλληλη»: η ποινικοποίηση συμπεριφορών της καθημερινότητας με το νομοσχέδιο, που τιμωρεί γενικευμένα τη δωροδοκία μεταξύ ιδιωτών, πλαισιώνεται με άλλες ανάλογες: με τον δυσανάλογο ποινικό έλεγχο ελαφρών και επίσης διαδεδομένων συμπεριφορών μέσω του νόμου για το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος,6 ακόμη και με την ποινική καταστολή, μέσω αόριστων εννοιών και περιγραφών, ανεπαίσθητων ερωτικών νύξεων (ποινικοποίηση σεξουαλικής παρενόχλησης).

Δίνοντας ένα φιλοδώρημα, εισπράττοντας σε κάθε βήμα του συνηθισμένα ποσά, των οποίων δεν υποψιάζεται την προέλευση, ρίχνοντας ματιές που η άλλη πλευρά ίσως θεωρήσει λάγνες, ο μέσος πολίτης απειλείται από ποινές. Ετσι, βέβαια, δεν αντιμετωπίζονται οι σοβαρές παθογένειες του κοινωνικοοικονομικού συστήματος, ούτε σκιάζονται οι βαρύμαγκες του εγκλήματος. Καλλιεργείται ένας διαρκής φόβος ποινής για τον καθένα, φόβος που υπονομεύει τη δημοκρατία.

* Καθηγητής Νομικής στο ΑΠΘ.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: 1. Βλ. στοιχεία σε Χ. Δημόπουλου, Διαφθορά (Νομική Βιβλιοθήκη, 2005, 39 κ.ε. 2. Πρβλ. σκέψεις του Π. Τσίμα, άρθρο, «Νέα», 30.9.2006. 3. C. Crouch, Μεταδημοκρατία (μτφρ. Α. Κιουπκιολή, 2006) 103 κ.ε., 4. Αρθρο 263 Α., 5. Βλ. Ι. Μανωλεδάκη, «Ελευθεροτυπία», 21.9.2006, 6. Ν. 3424/2005.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι