Ο υποψήφιος

Διονύσης Γουσέτης, Αυγή, 14/10/2006

Ο τρόπος της άγρας ψήφου έγινε κι αυτός βιομηχανικός. Υπάρχουν και γραφεία image makers που εξειδικεύονται στο γράψιμο προεκλογικών λόγων. Θέλει μεγάλη μαεστρία και ταλέντο να γράφεις μια ολόκληρη ομιλία χωρίς να λες τίποτα. Και μη νομίσετε ότι οι αρλουμπολογίες και οι τιποτολογίες προδίδουν πάντα ευήθεια. Κάποτε προδίδουν την ικανότητα να διακρίνει και να αξιοποιεί κανείς προς όφελός του την ευήθεια των αποδεκτών. Μήπως νομίζετε ότι ο «εκκεντρικός» κ. Παν. Ψωμιάδης είναι βλαξ; Ποιος βλαξ παίρνει δυο τετραετίες εκλεγμένου νομάρχη; Μήπως την ίδια ευήθεια δεν εκπέμπουν, για παρόμοιους λόγους, τα πανέξυπνα κανάλια;

Ο Gustave Le Bon («Ψυχολογία των όχλων») έγραφε το 1895 ήδη, ότι ο υποψήφιος πρέπει να κολακεύει τους ψηφοφόρους. Πολλοί δεν το κατανόησαν ακόμη και σήμερα: αντί για τους ψηφοφόρους κολακεύουν τους εαυτούς τους. Για παράδειγμα, η κα Νόρα Κατσέλη: «Παρά τα ελαττώματα που μπορεί να έχει ο κάθε άνθρωπος, νομίζω ότι ποτέ δεν δημιούργησα σε κανέναν την παραμικρή αμφιβολία ότι είμαι ειλικρινής, έντιμη και πεισματάρα». Ή ο κ. Νεκτάριος Σφυράκης: «Να τιμήσετε με την ψήφο σας ένα καλιτέχνη (sic), νέο άνθρωπο, Πειραιώτη που έχει όραμα ένα καλύτερο Πειραιά».

Κατανόησαν όμως την προτροπή του Le Bon για αφειδώλευτες, ανερμάτιστες υποσχέσεις, με την διαβεβαίωση ότι μετά τις εκλογές κανείς δεν ενδιαφέρεται αν ο εκλεκτός του φάνηκε συνεπής σ’ αυτές. Παράδειγμα η κα Φωτεινή Πιπιλή: «Αν μου δοθεί η δυνατότητα να γίνω νομάρχης Αθηνών, θα είμαι πάλι στους δρόμους και θα χτυπιέμαι για τα δικαιώματα των πολιτών». Ή η κα Νόνη Στεριώτη –Καλλίτση: «Αν εκλεγώ θα εφαρμόσω αυτό που χρόνια τώρα πιστεύω ότι είναι η λύση των περισσοτέρων προβλημάτων: δουλειά και πάλι δουλειά». Ή ο κ. Κώστας Σκανδαλίδης: «Δεσμευόμαστε για μια πόλη όπου μπορείς να κατοικείς με Φως (sic) και Ομορφιά».

Άλλοι επικέντρωσαν στο γόητρο, ως το πρώτο, κατά Le Bon, προσόν του υποψήφιου. Διατύπωσαν πλούσια βιογραφικά σημειώματα. Παράδειγμα ο κ. Παναγιώτης Αρκουμανέας «πήρε μέρος σε ακαδημαϊκά φόρουμ (sic) στο πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ». Διαφήμισαν το χαρακτήρα τους. Π.χ. η κα Βάνα Μπάρμπα: «Κατεβαίνω στο Κερατσίνι διότι είμαι ανάρχα κι όχι ιλουστρασιόν», η κα Κυριακή (Λίλα) Καρακιτσάκη –Δεληογλάνη, πρώην μις Υδρόγειος: «Πρέπει να ενισχύσουμε τους νέους του νομού μας, τις αξίες τους και την καινοτόμα σκέψη τους» και η κα Ελένη Ζέππου –Χαρλαύτη: «Κι εγώ και η Αμερικανίδα συνάδελφος [σσ. Εννοεί τη Χίλαρυ Κλίντον!] έχουμε δυνατότητες να κατακτήσουμε τη νίκη»

Άλλο σημαντικό προσόν του υποψήφιου είναι η ακλόνητη ηθική του. Δέστε π.χ. τον κ. Γ. Σπαρτή: «Συνένωση υγιών δυνάμεων για το καλό του Δήμου Νάουσας».

Ο Le Bon παρατηρεί ότι ποτέ δεν αμφισβητεί κανένας, ούτε καν συζητάει, τις δοξασίες των μαζών, όπως δεν συζητάει με τους κυκλώνες. Όλοι οι υποψήφιοι, πλην, αριστεράς, έσπευσαν να προσκυνήσουν τους ελληνορθόδοξους αρχιερείς, ακόμα και αν αυτοί ήσαν χουντικοί.

Τον αντίπαλο, διδάσκει ο Le Bon, ο υποψήφιος οφείλει να τον εξουθενώσει, βεβαιώνοντας πως είναι ο χειρότερος αγύρτης. Ο δε αντίπαλος, αν είναι πεπειραμένος, γνωρίζει ότι είναι ανώφελο να αμυνθεί με επιχειρήματα στις αναπόδεικτες συκοφαντίες. Αμύνεται εκτοξεύοντας μεγαλύτερες συκοφαντίες. Ο αναγνώστης άκουσε πολλές τέτοιες αλληλοκατηγορίες, τώρα που φτάσαμε στο τέλος της προεκλογικής περιόδου. Τώρα αποκαλύπτονται και κάποιοι υποψήφιοι που μας περνούν για αγράμματους ή για ηλίθιους και μας ταχυδρομούν σταυρωμένα ψηφοδέλτια. Τέτοια τιμή εισέπραξα από τους κ.κ. Γιώργο Παπαβασιλείου και Στέφανο Μιχαλάκο (της Φώφης) και από την κα Στέλλα Βασιλειάδου Πολλάτου (Χατζόπουλος, Καλλιθέα).

Ο Le Bon είχε παρατηρήσει ότι τα αποτελέσματα της καθολικής ψηφοφορίας δεν θα διέφεραν αν είτε οι υποψήφιοι είτε και οι ψηφοφόροι προέρχονταν μόνο από την τάξη των διανοουμένων. Το γεγονός ότι ένα άτομο γνωρίζει φιλολογία ή μαθηματικά, είναι αρχιτέκτονας, γιατρός ή δικηγόρος, δεν το προικίζει με ιδιαίτερη πολιτική οξυδέρκεια. Αν άνθρωποι παραφορτωμένοι από επιστήμη αποτελούσαν κατ’ αποκλειστικότητα το εκλογικό σώμα, δε θα ’χαμε λιγότερα προβλήματα από τα σημερινά και επί πλέον θα είχαμε τη βαριά τυραννία μιας κάστας. Παρ’ όλον τούτο, συχνά χρησιμοποιείται η γνώμη των διανοουμένων -αγιοποιώντας το γόητρο της διανόησης- ως επιχείρημα για την ορθότητα των απόψεων του υποψηφίου. Ο υποψήφιος αρέσκεται να δημοσιεύει καταλόγους διανοουμένων υποστηρικτών του και εκείνοι αρέσκονται να βλέπουν σ’ αυτούς το όνομά τους, ως μια κατοχύρωση του ρόλου και του γοήτρου τους.

Και ο Le Bon καταλήγει: Κατά μέσον όρο, οι τελικά εκλεγόμενοι αντιπροσωπεύουν για κάθε έθνος τον μέσον όρο της ψυχής του. Υπάρχει αντίρρηση;

e-mail: diongous@central.ntua.gr

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι