Μύθοι της αδράνειας και της αντιπολιτικής

Γιάννης Βούλγαρης, Τα Νέα, 14/10/2006

Λίγη πολιτική είδαμε κατά την προεκλογική περίοδο που έληξε σήμερα. Τουλάχιστον όσοι και όσες ζούμε στους κεντρικούς δήμους. Λίγη και ρουτινιασμένη, όπως άλλωστε συμβαίνει και στην εθνική σκηνή. Στους μεγάλους δήμους η ρουτίνα δούλεψε αντικειμενικά υπέρ της Ν.Δ. με την έννοια ότι έκρυψε τη γύμνια και την ολοσχερή αποτυχία της ως δημοτικής αρχής.

Στον Πειραιά, ο ανύπαρκτος κ. Αγραπίδης. Στη Θεσσαλονίκη, το απερίγραπτο μείγμα ανικανότητας, οπισθοδρόμησης και μικροαστικής οικογενειακής λαμογιάς που εκφράζει το δίδυμο Παπαγεωργόπουλου - Ψωμιάδη. Και στην Αθήνα, η εικοσάχρονη «περατζάδα» που έκαναν οι Μ. Έβερτ, Δ. Αβραμόπουλος, Ντ. Μπακογιάννη, χωρίς να βελτιώσουν στο ελάχιστο τη ζωή μας. Μόνη τους επιτυχία, ότι πέτυχαν να πείσουν τους πολίτες πως τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει στην πόλη.

Ρουτίνα

Η ρουτίνα και η αποκαρδιωτική προβλεψιμότητα του κομματικού ανταγωνισμού λειτουργούν πλέον σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία της απαισιόδοξης άποψης «δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά», οι βολεμένοι ας μην ξεβολεύονται, οι χαμένοι ας χαθούν, και οι λοιποί ας τρώγονται με τα ρούχα τους γράφοντας φληναφήματα όπως αυτά που τώρα γράφω. Το σκηνικό αυτό αποτελεί ελληνική εκδοχή, ιδιαίτερα βεβαρημένη λόγω ιστορικής συγκυρίας, ενός ευρύτερου κλίματος που εμφανίζεται σε όλες τις δυτικές κοινωνίες και τροφοδοτεί την πολιτική αδράνεια και τον αντιπολιτικό λαϊκισμό. Κλίμα που κορυφώθηκε στη δεκαετία του ’90 υπό την επίδραση της κατάρρευσης του σοβιετικού κομμουνισμού και θεωρητικοποιήθηκε κυρίως από τον οικονομικό φιλελευθερισμό και την αισιόδοξη «παιγνιώδη» εκδοχή της μεταμοντέρνας κοινωνιολογίας. Κεντρικό επιχείρημα της αντίληψης «δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά» είναι ότι η Πολιτική, στις αναπτυγμένες τουλάχιστον χώρες, περιορίζεται πλέον σε απλή διαχείριση μιας κατά βάση αυτορρυθμιζόμενης κοινωνίας και οικονομίας.

Μύθοι

Συχνά οι μαζικές αντιλήψεις ζούνε περισσότερο από τις καταστάσεις που τις γέννησαν. Πιστεύω ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει σήμερα με τις προηγούμενες θεωρητικοποιήσεις της soft πολιτικής, της αδράνειας και της αντιπολιτικής. Σε πείσμα όλων αυτών, ζούμε μια περίοδο ιδιαίτερα κρίσιμων διακυβευμάτων και διλημμάτων, όπου οι πολιτικές και γεωπολιτικές επιλογές έχουν δραματικές και μακροπρόθεσμες επιπτώσεις. Οι ΗΠΑ του Μπους, η Ρωσία του Πούτιν, η Κίνα και η Ινδία που ταράζουν τους παγκόσμιους συσχετισμούς κινούνται με βάση μια «διαχειριστική» πολιτική; Η ενδεχόμενη έξοδος της Ε.Ε. από τη σημερινή παράλυση μπορεί να γίνει με «διαχειριστική» πολιτική; Κάτω από την κοινοτοπία των πρωταγωνιστών και του λόγου τους, κρύβονται στρατηγικές επιλογές, στόχοι και ρίσκα που δεσμεύουν μακροπρόθεσμα τις χώρες τους.

Επιπλέον, οι επιλογές αυτές έχουν έντονο ιδεολογικό χρώμα, σε πείσμα της καραμέλας του «τέλους των ιδεολογιών». Ο δεύτερος αυτός μύθος της αντιπολιτικής παγιώθηκε όταν η κρίση του μαρξισμού, του ιδεολογικού πρωταγωνιστή του 20ού αιώνα, θεωρήθηκε τέλος των ιδεολογιών tout court. Η «διάγνωση» επιβιώνει την ίδια ώρα που ο Κόσμος υφίσταται τις συνέπειες των ιδεολογικών επιλογών των Αμερικάνων νεοσυντηρητικών και του χριστιανικού φονταμενταλισμού, την πολιτική κινητοποίηση απέραντων μαζών είτε από την ιδεολογική δύναμη του Ισλάμ είτε από τους επιμέρους εθνικισμούς. Άλλαξαν οι ιδεολογίες, όχι η ανάγκη των ανθρώπων να κατανοούν τον εαυτό τους και τον Κόσμο μέσα από σχετικά συνεκτικά νοητικά, ηθικά και ιδεολογικά σχήματα. Ούτε φαίνεται να αληθεύει εντελώς ότι οι πολίτες αρκούνται σήμερα σε μια αδύναμη, ευμετάβλητη και επιφανειακή ταυτότητα που προσφέρει η μετανεωτερική καταναλωτική κοινωνία - θεωρία που υποστηρίζεται και από τα δεξιά και από τα αριστερά. Αντιθέτως, φαίνεται να υφέρπει ή να εκδηλώνεται ανοιχτά, η αναζήτηση σταθερότερων, συνεκτικότερων και συλλογικότερων αναφορών για τη διαμόρφωση της ταυτότητας και τη νοηματοδότηση των κοινωνικών σχέσεων. Γι’ αυτό άλλωστε στο κενό που αφήνουν οι μεγάλες πολιτικές ιδεολογίες αναφύονται είτε δογματικές απλοϊκές προσηλώσεις είτε επίπονες προσπάθειες δημοκρατικής - αναστοχαστικής κατασκευής νέων συλλογικοτήτων.

Όμως αν ισχύουν τα προηγούμενα, αν δηλαδή η Πολιτική κινείται όλο και περισσότερο στο πεδίο των δύσκολων επιλογών και της διακινδύνευσης, αν η «ζήτηση» ταυτότητας, συλλογικότητας και ιδεολογίας παραμένει, αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι μπορούν να ικανοποιηθούν στο πλαίσιο της φιλελεύθερης δημοκρατικής οργάνωσης της πολιτικής που γνωρίσαμε. Γι’ αυτό άλλωστε τα δυτικά πολιτικά συστήματα κινούνται σήμερα στην «κόψη του ξυραφιού» μεταξύ αναγεννητικών αναζητήσεων και παρακμής σε φιλελεύθερες ολιγαρχίες οι οποίες θα προσφέρουν εξωπολιτικές «ευκαιρίες» ικανοποίησης των αναγκών ταυτότητας και συλλογικότητας.

Η ζωή στις πόλεις είναι το big issue της πολιτικής

Το μεγάλο αυτό στοίχημα θέτει ανάλογα διλήμματα σχετικά με το ύφος και τα μέσα άσκησης της πολιτικής. Και εδώ πιστεύω χρειάζεται αποσαφήνιση, γιατί και εδώ επικρατούν παγιωμένες αντιλήψεις που δεν επιβεβαιώνονται από τα γεγονότα. Όπως ότι η μόνη δυνατή πολιτική είναι αυτή που υποτάσσεται στις στιγμιαίες και ευμετάβλητες διαθέσεις μιας κοινής γνώμης η οποία αρθρώνεται και αποδιαρθρώνεται συνεχώς από τα ΜΜΕ• ότι αυτή η αδιάλειπτη μεταβολή δεν έχει άξονες και ειρμό, επομένως καμία πολιτική δεν μπορεί να συγκεντρώσει συναίνεση σε στρατηγικούς στόχους και με βάθος ορίζοντα• ότι το μόνο που μπορεί να υπάρξει είναι ευκαιριακές συμπτώσεις συμφερόντων, διαθέσεων και στυλ, έτοιμων να εγκαταλειφθούν στην επόμενη στιγμή που θα μεταστραφεί η «κοινή γνώμη». Και όμως, οι άκρως πραγματιστές Αγγλοσάξονες θεωρούν και δυνατό και εκλογικά αποτελεσματικό η σημερινή πολιτική να αρθρώνεται σε «μεγάλα θέματα» τα οποία αναλαμβάνουν να «προσωποποιήσουν οι πολιτικοί ηγέτες. «Από τις μεγάλες ιδέες στα μεγάλα θέματα» ή, αλλιώς, η εξάντληση των μεγάλων πολιτικών ιδεολογιών δεν καταλήγει υποχρεωτικά στη μικροπολιτική. Στα ευρωπαϊκά και ελληνικά δεδομένα, είναι σαφές ότι τα «μεγάλα θέματα» συνδέονται άρρηκτα με ευρύτερες ηθικές - ιδεολογικές αναφορές και η επίλυσή τους απαιτεί αναγκαστικά συνολικότερες αλλαγές της κοινωνικής οργάνωσης και του καθημερινού βίου.

Στην κατηγορία των μύθων ή τουλάχιστον της υπερβολής, θα μπορούσαμε να εντάξουμε και την απορριπτική κριτική που ασκείται προς τα κόμματα, η οποία κριτική συνοδεύεται συνήθως από ανάλογη υπερεκτίμηση των «κινημάτων» και των μη κυβερνητικών οργανώσεων. Τα κόμματα εξακολουθούν να υπερτερούν και να είναι αναντικατάστατα παρά τον αυξανόμενο εκφυλισμό τους σε κρατικο-επαγγελματικό μηχανισμό. Υπερτερούν στη σταθερότητα και στο αδιάλειπτο της δράσης τους, στη σφαιρικότητα που υποχρεώνονται να έχουν για να αντιπροσωπεύσουν την κοινωνία, στη σύνθεση ιστορικότητας και προοπτικής που ακόμα και σήμερα εκφράζουν. Γι’ αυτούς τους λόγους, εξακολουθούν να αποτελούν τους προνομιακούς φορείς ανάδειξης του ηγετικού πολιτικού προσωπικού. Ο Ιταλός θεωρητικός Αντόνιο Γκράμσι θεωρούσε ότι η διαμόρφωση των πολιτικών ηγεσιών είναι μια επίπονη διαδικασία εμμονής στις αρχές που θεμελιώνουν την ταυτότητά τους, προσωπικής ευθύνης και ουσιαστικής (όχι απλώς εκλογικής) νομιμοποίησης. Μετριάζοντας τις προσδοκίες μας, μπορούμε να υποθέσουμε ότι τα κόμματα εξακολουθούν να είναι αναντικατάστατα όσο το ηγετικό τους προσωπικό διατηρεί μια πτυχή εθνικής ευθύνης που διαφεύγει από τη διαβρωτική επίδραση της μικροπολιτικής και της ευτελούς τηλε-πολιτικής.

Οι πόλεις, η ζωή μας στις μεγάλες ιδίως πόλεις, αποτελούν από τα μέγιστα θέματα της σημερινής πολιτικής. Αυτές και αν είναι big issues. Γύρω τους εμπλέκονται οράματα για τον σύγχρονο τρόπο ζωής, αξίες για την οργάνωση των κοινωνικών σχέσεων, ιεραρχούνται ανάγκες, οργανώνονται συμφέροντα, δρουν και εκκολάπτονται πολιτικά στελέχη. Όσο οι μεταρρυθμιστικές δυνάμεις υποτιμούν το θέμα θα τρέχουν την τελευταία στιγμή να αποφύγουν τα χειρότερα.

Ο Γιάννης Βούλγαρης διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι