ΠΑΣΟΚ: Πώς ανακτάται η εμπιστοσύνη;

Ανδρέας Πανταζόπουλος, Αυγή της Κυριακής, 01/04/2007

Παρά τη δημοσιοποίηση του πολιτικού του προγράμματος, το πρόβλημα του σημερινού ΠΑΣΟΚ εξακολουθεί να είναι από τη μια πλευρά πρόβλημα ταυτότητας, και από την άλλη πλευρά πρόβλημα ηγεσίας.

Τα θέματα αυτά, τα οποία συνδέονται μεταξύ τους, δεν αντιμετωπίζονται με προεκλογικές δέσμες κοινωνικών παροχών, που για την περίσταση μπορούν να βαφτίζονται "πρόγραμμα". Φαίνεται ότι ο Γ. Παπανδρέου, πλησιάζοντας προς τις εκλογές, και χωρίς κανείς να μπορεί να προδικάσει το αποτέλεσμά τους με ασφάλεια από τώρα, θα ανεβάζει διαρκώς τους τόνους της αντιπαράθεσής του με την Ν.Δ. και τον Κ. Καραμανλή, πολώνοντας το λόγο του σε ζητήματα "χρηστής διαχείρισης", και παράλληλα θα επιχειρεί να φιλοτεχνήσει ένα φιλο-λαϊκό πρόσωπο για το κόμμα του. Ωστόσο, αυτή η τακτική, γιατί περί τακτικής πρόκειται, από μόνη της, δύσκολα μπορεί να του αποφέρει μείζονα εκλογικά κέρδη. Ο λόγος είναι ότι οι "παροχές", αν δεν είναι ενταγμένες σε μία πολλαπλώς αξιόπιστα διακριτή προοπτική από αυτή της Ν.Δ., και αν δεν αναπαράγουν στις σημερινές συνθήκες με αξιόπιστο τρόπο μια βασική και εν δυνάμει πλειοψηφική πολιτικά κοινωνική συμμαχία, δεν μπορούν να αναπληρώσουν το έλλειμμα πολιτικής εμπιστοσύνης που αντιμετωπίζει το ΠΑΣΟΚ και ο πρόεδρός του. Αν και σε σχετικά διαφοροποιημένη συγκυρία, η περίπτωση του θεωρούμενου "τολμηρού" πακέτου κοινωνικών παροχών του Κ. Σημίτη, η λεγόμενη "κοινωνική Χάρτα" του καλοκαιριού του 2003, και η άδοξη τύχη της θα έπρεπε να είναι επ αυτού διδακτική. Το ζήτημα της πολιτικής εμπιστοσύνης και η επισυναπτόμενη με αυτή διασφάλιση της "κοινωνικής συνοχής" είναι πράγματα πολύ σοβαρά για να ξεπερνιώνται με μία τακτικού τύπου τόνωση του κοινωνικού προφίλ ενός κόμματος.

Το "νέο ΠΑΣΟΚ" του Γ. Παπανδρέου δεν πέτυχε για τρία ολόκληρα χρόνια να κερδίσει την αξιοπιστία που επιζητούσε, αν και το ανανεωτικό εγχείρημα που ο νέος πρόεδρός του ανέλαβε στόχευε κυρίως στην ανάκτηση της πολιτικής εμπιστοσύνης. Ένας από τους βασικούς λόγους είναι ότι ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ δεν έδωσε τη μάχη της αξιόπιστης εκπροσώπησης των παλιών και νέων λαϊκών τάξεων, των αναγκών τους και των προσδοκιών τους. Συνέχισε και εξακολουθεί να κινείται με αποφασιστικότητα στο θολό πλαίσιο της λεγόμενης "συμμετοχικής δημοκρατίας" (με όποιο προσωπείο και αν αυτή συνεχίζει εμφανίζεται), επίκεντρο της οποίας ήταν και εξακολουθούν να είναι τα "άτομα", να αγνοεί τα συλλογικά κοινωνικά του ερείσματα, προκρίνοντας κάποιες θολές και αφηρημένες προοδευτικές "αξίες", και σε αρκετά σημεία να ξεπερνά σε μεταρρυθμιστική "τόλμη" τη Ν.Δ. Ταυτόχρονα, αγνόησε το οπωσδήποτε δύσκολο έργο, για έναν σχηματισμό που θέλει να είναι σοσιαλιστικός/σοσιαλδημοκρατικός, της αναγκαίας συμμαχίας, από φιλο-λαϊκές όμως θέσεις, με τις λεγόμενες νέες μεσαίες τάξεις. Ουσιαστικά, το ΠΑΣΟΚ απευθύνθηκε με ιδιόμορφο τρόπο μόνο στις τελευταίες, ανήγαγε τις αποδιδόμενες σε αυτές μεταμοντέρνες και ατομικιστικές αξίες τους σε φάρο.

Από την άλλη πλευρά, το νέο ηγετικό ύφος που εγκαινίασε, ταυτίστηκε με μια επίσης προοδευτική, ακατανόητη μέχρι παρεξηγήσεως, νεο-αριστερής και μεταμοντέρνας προέλευσης, αντι-αυταρχική χαλαρότητα, αίσθημα που πολλαπλασιάσθηκε και εμπεδώθηκε από τις έντονες εσωκομματικές παραφωνίες και αμφισβητήσεις, έναντι της εικόνας ενός "αποφασιστικού", "μετριοπαθούς" και "υπεύθυνου" Κ. Καραμανλή. Σε μία εποχή "προσωποποίησης" της πολιτικής, ο Γ. Παπανδρέου, ιδεοληπτικά συμπεριφερόμενος, ποντίσθηκε αυτοβούλως και ευχαρίστως μέσα στο δόγμα της συμμετοχής. Τελικά, αυτός που ήταν "κρυμμένος" όλο αυτό το διάστημα δεν ήταν ο Κ. Καραμανλής στο Μαξίμου ή στη Ραφήνα, αλλά ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ πίσω από τις αξιακές κοσμοπολίτικες περιοδείες του και την ακατανόητη από τους περισσότερους ρητορική του.

Στο πλαίσιο αυτό, είναι λάθος να νομίζουμε ότι η δημοσιοποίηση του προγράμματος του ΠΑΣΟΚ συνιστά τομή στη μέχρι σήμερα πορεία του. Οι προτάσεις του συνεχίζουν να διαπνέονται από έναν δύσκολα αποκρυπτόμενο τυφλό αντικρατισμό, όπου το κράτος θεωρείται πηγή όλων των δεινών. Το προτεινόμενο πολιτικό μοντέλο για την ανανέωση του ελληνικού πολιτικού συστήματος εξακολουθεί να είναι αυτό της συμμετοχικής, θεματικής και αποκεντρωμένης "διακυβέρνησης". Αλλά και αν ακόμα υποθέσουμε, εντελώς αβάσιμα, ότι πράγματι υπάρχει αιφνίδια προγραμματική "στροφή" προς το κοινωνικότερο από τη μέχρι τώρα τριετή πορεία του ΠΑΣΟΚ, θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι η επιζητούμενη ανάκτηση της πολιτικής εμπιστοσύνης δεν είναι καν θέμα, έστω και του πιο φιλολαϊκού, "προγράμματος", όπως ίσως φαίνεται να πιστεύει ο Γ. Παπανδρέου και μαζί με αυτόν ορισμένοι συνοδοιπόροι του: το όποιο πρόγραμμα δεν είναι προϋπόθεση, αλλά προϊόν μιας άλλης λειτουργικής σχέσης ανάμεσα σε ένα πολιτικό υποκείμενο και το εν δυνάμει ακροατήριό του. Η εμπιστοσύνη του δεύτερου στο πρώτο, ιδιαίτερα για ένα κόμμα εξουσίας, προϋπάρχει οποιουδήποτε προγράμματος. Είναι ένας προϋπάρχων και σχεδόν θρησκευτικής υφής νοηματοδοτικός δεσμός ταυτότητας ανάμεσά τους που υποχρεώνει το πολιτικό κόμμα να σχεδιάζει κάθε φορά το πρόγραμμά του με τέτοιον τρόπο ώστε να μην απομακρύνεται πέρα από ένα σημείο από τις έξεις και τα συμφέροντα του ακροατηρίου του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το κόμμα ρυμουλκείται από το ακροατήριό του. Όσο και αν έχει χαλαρώσει σήμερα αυτός ο δεσμός, δεν έχει πάψει να υπάρχει. Στο πλαίσιο αυτό, οι πολίτες συμβουλεύονται τα κόμματα, πριν αποφασίσουν κυρίαρχα. Έτσι, το πρόγραμμα δεν μπορεί παρά να είναι η θεματοποίηση της σχέσης εμπιστοσύνης η οποία παράγεται από την κομματική διαμεσολάβηση ενός κοινωνικού σχίσματος, η εμπιστοσύνη συνεπώς δεν προκύπτει από ένα οσοδήποτε καλοδουλεμένο πρόγραμμα, ούτε από την επίκληση κάποιων αξιών. Τα προγράμματα μπορούν, και επιβάλλεται, να αλλάζουν, χωρίς να αλλοιώνεται αιφνίδια και δραματικά, όπως συμβαίνει με το ΠΑΣΟΚ, η φυσιογνωμία των κομμάτων. Μόνο όσοι πιστεύουν με απολιτική φιλελεύθερη και μεταμοντέρνα αφέλεια ότι ο "ψηφοφόρος" σκέφτεται και αποφασίζει "ορθολογικά" ή "καταναλωτικά" με βάση ένα "καλό" πρόγραμμα μπορούν να αναμένουν, μάταια, την ανάκτηση της εμπιστοσύνης, έννοια, εξάλλου, στην ουσία της κατεξοχήν θρησκευτικής προέλευσης.

Η "συμμετοχική δημοκρατία" που προτείνει όλα αυτά τα χρόνια ο Γ. Παπανδρέου δεν κατάφερε να αποκαταστήσει την τρωθείσα αξιοπιστία του ΠΑΣΟΚ, να καλύψει δηλαδή την απόσταση που έχει δημιουργηθεί ανάμεσα στο κόμμα και στο εν δυνάμει κοινωνικό του ακροατήριο. Η μέχρι τώρα αποτυχία του έχει σχέση κυρίως με το γεγονός ότι η κομματική "προσφορά" δεν ανταποκρίθηκε στην κοινωνική "ζήτηση". Μέσω της "συμμετοχικής δημοκρατίας", η "προσφορά" εξειδικεύθηκε στο καθήκον του ΠΑΣΟΚ να "ακούει", όχι το λαό ή τις κοινωνικές τάξεις, αλλά τους "πολίτες", τα "άτομα", και μεταφράσθηκε σε ένα διαρκές εγκώμιο στην πολιτικά αόρατη, στην προοδευτική της εκδοχή, κοινωνία των πολιτών. Ταυτόχρονα, πήρε τη μορφή μιας υπόσχεσης για "αποκέντρωση" του κράτους, για συρρίκνωση των προνοιακών του λειτουργιών, με στόχο έναν ανέκδοτο "πατριωτισμό" της κοινωνικής (συν-)ευθύνης. Και την ίδια στιγμή, αυτή η "προσφορά" καταδίκαζε συλλήβδην όποιον την αρνείται ως φοβικό, ως συντηρητικό, αν όχι ως αντιδραστικό. Ενώ η κοινωνική "ζήτηση" όλα αυτά τα χρόνια απαιτούσε προστασία των "κεκτημένων", ασφάλεια, και ενδεχομένως έναν ελεγχόμενο ρυθμό, προσαρμοστικών και "ώριμων", μεταρρυθμίσεων, το ΠΑΣΟΚ υπερέβαινε σχεδόν κάθε παραδεδομένο όριο με τη Ν.Δ., θέλοντας να εμφανισθεί ο πρωταθλητής του προοδευτικού μεταρρυθμισμού. Ο φιλελεύθερης κοπής μεταμοντέρνος πασοκικός μεταρρυθμισμός λοιδόρησε όλη αυτή την περίοδο ακόμα και την όποια αναγκαιότητα επιμέρους μεταρρυθμίσεων, πλειοδοτώντας με απολιτική ανευθυνότητα. |Σχηματοποιώντας, για την κατάσταση του σημερινού ΠΑΣΟΚ δεν ευθύνεται ο όποιος πραγματικός συντηρητισμός της ελληνικής κοινωνίας, αλλά ο υπαρκτός υπερ-προοδευτικός αξιακός μεταρρυθμισμός του Γ. Παπανδρέου.|

Έτσι, το πρόβλημα του σημερινού ΠΑΣΟΚ εξακολουθεί να είναι και μετά τη δημοσιοποίηση του προγράμματός του, από κοινού με το ηγετικό του έλλειμμα, ο δογματικά συμμετοχικός και κοσμοπολίτικος προοδευτισμός του, ο οποίος του απαγορεύει να σκεφθεί και να επεξεργαστεί με σύνεση τις κατά βάση |εθνικές προϋποθέσεις| μιας νέας συμμαχίας λαϊκών και νέων μικροαστικών τάξεων, με όρους πρωτίστως συλλογικών συμφερόντων και όχι (μόνο) ατομικών αξιών. Οι αξίες, από μόνες τους, δεν παράγουν "πρόγραμμα", κατ ομόλογο τρόπο που τα (ατομικά) δικαιώματα δεν συνιστούν πολιτική. Το βασικότερο, αν και όχι μοναδικό, κριτήριο για την αξιοπιστία της εικαζόμενης στροφής του ΠΑΣΟΚ είναι τούτο: συνεχίζει ή όχι να οριοθετεί στρατηγικά τον πολιτικό του λόγο με βάση τη μεταϋλιστική διαίρεση ανάμεσα στην "πρόοδο" και τη "συντήρηση"; Η καταφατική απάντηση στο ερώτημα αυτό ακυρώνει την όποια αναρώτηση για στρατηγική αλλαγή πλεύσης του κόμματος. Αν υπάρχει εσχάτως μία "στροφή" στη συμπεριφορά του ΠΑΣΟΚ και του προέδρου του, και η οποία να αξίζει να επισημανθεί, είναι μάλλον μία αδέξια, τακτικού τύπου, διολίσθησή τους (εμφανής ήδη από την περίοδο των δημοτικών και νομαρχιακών εκλογών του περασμένου Σεπτεμβρίου) προς μια επιφανειακή, άσαρκη λαϊκιστική-αντιδεξιά ρητορική (ένας λαϊκισμός χωρίς λαό), χωρίς σε καμία περίπτωση αυτή να αναιρεί τον ιδεοληπτικό συμμετοχικο-δημοκρατικό μεταρρυθμισμό του. Ακριβέστερα: η προγραμματική του στροφή, που θέλει να μεταγλωττίσει στα καθ ημάς μία μετεξελιγμένη εκδοχή της βορειο-ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, μπολιασμένης με έναν μετριοπαθή βορειο-αμερικανικό φιλελεύθερο κοινοτισμό (πολύ κοντά στο μπλερικό μοντέλο στο σημείο αυτό), σε συνδυασμό με μια αντιδεξιά ρητορική, παρά την μεταξύ τους αντίφαση, συνεχίζουν να αρδεύουν από τις και να αποκρυσταλλώνονται στις κοσμοπολίτικες αξίες της λεγόμενης πλανητικής "προοδευτικής διακυβέρνησης", συμμετοχικής και αποκεντρωμένης πάντα. Είναι όμως αμφίβολο αν μία τέτοια στροφή, το κίβδηλο κοινωνικό περιεχόμενο της οποίας επιπλέον σήμερα εξ αντικειμένου ταυτίζεται με προεκλογικές σκοπιμότητες, μπορεί να δημιουργήσει τις συνθήκες για να ξανακερδίσει το ΠΑΣΟΚ το στοίχημα της χαμένης του αξιοπιστίας.

* |Ο Α. Πανταζόπουλος διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ|

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι