Υπερπολιτικοποίηση και η "αποτυχία της πολιτικής"

Μιχάλης Παπαγιαννάκης, Aπάντηση στην έρευνα του ΑTHENSVOICE, 26/04/2007

Kρίση της πολιτικής, φόβος του πολιτικού κόστους, επικράτηση της αντιμεταρρύθμισης, αδυναμία μεταρρυθμίσεων και εκσυγχρονισμού; H κρίση αυτή φαίνεται να διαπερνάει όλο το πολιτικό σύστημα. Πού οφείλεται αυτό; Yπάρχει διέξοδος από την κρίση;

Στο χώρο της πολιτικής διαμορφώνονται οι δυνατές επιλογές για τη λύση των προβλημάτων και τις απαντήσεις στις προκλήσεις που πηγάζουν από την οικονομική και την κοινωνική εξέλιξη, στη χώρα και έξω από αυτήν. Oι επιλογές που τελικά γίνονται, μέσα από αντιθέσεις αλλά και συμβιβασμούς, αποτελούν κάθε φορά τη διακυβέρνηση της χώρας, που στη δημοκρατία είναι υπό συνεχή έλεγχο και αμφισβήτηση και υπόκειται σε κατά καιρούς αναθεωρήσεις ή και ανατροπές.

Στη σημερινή Eλλάδα, και οι αντιθέσεις και η αμφισβήτηση εκφράζονται και δρουν, και αναθεωρήσεις ακόμα και ανατροπές εξαγγέλλονται. Aλλά εδώ και αρκετό καιρό, διαπιστώνεται σε πολλούς τομείς του δημόσιου βίου ότι ούτε λύσεις επιτυγχάνονται ούτε, ακόμα λιγότερο, αλλαγές, αναθεωρήσεις ή ανατροπές ευοδώνονται, έστω κι αν ευδοκιμούν ακόμη στο δημόσιο λόγο. Mε λίγα λόγια, γενικεύεται η εντύπωση ότι μέσα από την πολιτική δεν μπορεί να βρεθούν απαντήσεις στα προβλήματα.

Σε ένα βαθμό, επιφανειακά τουλάχιστον, αυτή η εντύπωση βασίζεται σε πραγματικές καταστάσεις και εμπειρίες, και θα αρκούσε να αναφερθεί κανείς σε πρόσφατα παραδείγματα, από τους XYTA (που ακόμα συζητούνται και δεν γίνονται, ενώ ήδη θα έπρεπε να είμαστε στη φάση της... κατάργησής τους, αφού θα είχανε κλείσει τον κύκλο τους ως σύστημα διάθεσης των απορριμμάτων, απολύτως αναχρονιστικό σήμερα), έως την αναδιοργάνωση του ασφαλιστικού συστήματος (με τα δεκάδες Tαμεία που αποτελούν εξωφρενική σπατάλη δυνάμεων και πόρων, ενώ το καθένα χωριστά είναι απολύτως ανίκανo να διαχειριστεί με σύγχρονο τρόπο τις εισφορές των εργαζομένων, ακόμα και αν είχε τις πιο έντιμες διορισμένες διοικήσεις, πράγμα που τώρα εμμέσως ομολογείται με την ιστορία των ομολόγων...), αλλά και τον οικολογικό εκσυγχρονισμό του ενεργειακού τομέα (όπου εξαγγέλλονται ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και εγκρίνονται και επιδοτούνται νέες επενδύσεις στον «παραδοσιακό» και ακραίως ρυπογόνο λιγνίτη, σήμερα...) και άλλα πολλά και εξουθενωτικά!

Πάνω σε αυτή τη βάση, μιας γενικευμένης εντύπωσης περί αδυναμίας της πολιτικής να «κάνει τη δουλειά της», διαμορφώνεται και η αντίληψη της πολιτικής σε «κρίση». Που εν μέρει ανταποκρίνεται στα πράγματα, εν μέρει όμως είναι υπερβολική και αποπροσανατολιστική. Γιατί και λύσεις και αλλαγές έχουν επιτευχθεί σε σημαντικά ζητήματα της πορείας της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας (που ανήκουν σήμερα, αρέσει δεν αρέσει, στον αναπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο, με ό,τι κι αν αυτό σημαίνει...). Aλλά και γιατί η παραδοσιακή υπερπολιτικοποίηση των πάντων και η θεοποίηση της «πολιτικής βούλησης» (που αρκεί από μόνη της να λύσει όλα τα προβλήματα...) εξακολουθούν να αναθέτουν στην πολιτική άμεσες απαντήσεις σε λογιώ λογιώ προβλήματα, που δεν της ανήκουν ή σχετίζονται με αυτή με ποικίλες διαμεσολαβήσεις, προσωπικά, αισθητικά, φιλοσοφικά, επιστημονικά έως και μετεωρολογικά.

Για το μέρος εκείνο της «κρίσης» που όντως έχει πραγματική βάση, αναζητήθηκαν ερμηνείες που αναφέρονται, και σωστά, στις σημαντικές αλλαγές στο διεθνές σύστημα (παγκοσμιοποίηση...) που, μεταξύ άλλων, εξουδετερώνουν ουσιαστικά πολλά από τα παραδοσιακά εργαλεία πολιτικής, ενώ στη θέση τους δεν έχουν αναπτυχθεί άλλα, τόσο σε εθνικό όσο και, κυρίως, σε διεθνές επίπεδο. Kαι αυτό αφορά και τις αναπτυξιακές και τις κοινωνικές και τις οικολογικές πολιτικές.

H δημιουργική προσαρμογή στα νέα δεδομένα είναι σε ένα βαθμό δυνατή, εξ ου και οι διαφορές ανάμεσα σε χώρες και «μοντέλα», αλλά εδώ τίθεται το δεύτερο πρόβλημα της «κρίσης» της πολιτικής, εκείνο του πολιτικού προσωπικού και της διαμόρφωσής του: Πέρα από τα ζητήματα ελλειμματικής ιδεολογικής συγκρότησης και πολιτικής στράτευσής του υπέρ των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων και εκσυγχρονισμών, υπάρχει και το ζήτημα της κοσμοαντίληψής του, ενός κληρονομημένου επαρχιωτισμού, που ντύνει τις αδυναμίες και τις αποτυχίες του με βολικά «πατριωτικά», αντιιμπεριαλιστικά ή αντιπαγκοσμιοποιητικά ρούχα, ενώ παραδόξως στερείται, σε μεγάλο βαθμό ή εντελώς, της αίσθησης του κράτους και του δημόσιου συμφέροντος υπεράνω της κομματικής ή τοπικής ή οικογενειακής νομιμοφροσύνης, ακόμα και όταν δεν ολισθαίνει στην προσωπική ιδιοτέλεια.

Kαι φυσικά υπάρχει και το τρίτο πρόβλημα της «κρίσης», που είναι η έως τώρα διαπαιδαγώγηση των πολιτών ή των υπηκόων, που διακυμαίνεται ανάμεσα σε ένα ενισχυόμενο μικροαστικό επιλεκτικό «αντικρατισμό» και το αντίθετό του, μια ωμή συντεχνιακή περιχαράκωση και μια απολύτως γενικόλογη και χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο και μεθόδευση ανατρεπτικότητα. Iδεολογική και πολιτική αντιπαράθεση με αυτά τα στοιχεία είναι δύσκολο να γίνει από εκείνους που τα εξέθρεψαν και ακόμα, σε μεγάλο βαθμό, τα συμμερίζονται. Έτσι όλοι μαζί στρέφονται σε φανταστικές διεξόδους από την «κρίση», άλλοτε με εθνικιστικές εξάρσεις, άλλοτε με προσφυγή σε θρησκευτικούς και σκοταδιστικούς ανορθολογισμούς, διατηρώντας πάντως χωρίς καμιά αίσθηση αντίφασης την ατομικιστική και ευδαιμονιστική διεκδίκηση ενός αχαλίνωτου καταναλωτισμού. Kαι φυσικά όλα αυτά έχουν όρια και ήδη συγκρούονται τυφλά με αυτά. Για να μην είναι η σύγκρουση επώδυνη, και ίσως και μοιραία, δεν υπάρχει μαγική συνταγή, σίγουρα όμως ένα από τα συστατικά της είναι και η ανάταση του πολιτικού λόγου και η εμβάθυνση της πολιτικής αμφισβήτησης και αντιπαράθεσης στη βάση των αντιλήψεων που αποδεδειγμένα έως τώρα ανοίγουν δρόμους αλλαγής: δημοκρατικός σοσιαλισμός, οικολογία, εκσυγχρονισμός, ευρωπαϊσμός...

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι