Σκάνδαλα και σκανδαλολογία ενώπιον των εκλογών

Με αφορμή τις βολές του Α. Αλαβάνου

Νίκος Παρασκευόπουλος, Ελευθεροτυπία, 11/07/2007

Το φαινόμενο της διαφθορολογίας δείχνει καταρχήν φυσιολογικό: όσο αυξάνεται η διαφθορά, τόσο θα αυξάνονται τα μέτρα εναντίον της και οι καταγγελίες. Η ενασχόληση του Κοινοβουλίου, της Δικαιοσύνης, των κομμάτων και των ΜΜΕ με τα σκάνδαλα εξυπηρετεί τον έλεγχό τους. Είναι επομένως πολιτικά και κοινωνικά ευπρόσδεκτη.

Ελάχιστη προσοχή, ωστόσο, αρκεί για να συνειδητοποίησει κανείς το πρόβλημα: τα οικονομικά -πολιτικά σκάνδαλα ανάγονται κατά τις τελευταίες δεκαετίες σε κύριο αντικείμενο κομματικής επιχειρηματολογίας και σε κλειδί εκλογικής επιτυχίας. Συνωθούνται έτσι σε δεύτερο επίπεδο τα θέματα που καθορίζουν πρωταρχικά την ποιότητα της Δημοκρατίας και της καθημερινότητας του πολίτη· όσα δηλαδή αφορούν το κράτος δικαίου (δικαιοσύνη, ελευθερίες) και το κράτος πρόνοιας (υγεία, παιδεία, περιβάλλον κ.λπ.). Ας μην ξεχνούμε την ιστορική συγκυρία: «λιγότερο κράτος» σημαίνει σε τελική ανάλυση λιγότερα δημόσια σχολεία, λιγότερα νοσοκομεία, λιγότερη πυροσβεστική υποδομή, ακόμη και ελλείψεις στα δικαστήρια. Ο αποπροσανατολισμός της κριτικής από τη δοκιμαζόμενη καθημερινότητα προς τα σκάνδαλα αποτελεί αντικειμενικά μια αυτοπροστασία του παγκόσμιου συστήματος που μεθοδεύει τη συρρίκνωση του δημόσιου χώρου.

Από την άποψη αυτή, η πρόσφατη οξεία επίθεση του Α. Αλαβάνου κατά του πρωθυπουργού της χώρας υπήρξε πολιτικά καίρια: έφερε στο επίκεντρο της προσοχής της κοινής γνώμης ένα μείζον πρόβλημα της σύγχρονης δημοκρατίας. Η απουσία του πρωθυπουργού, όταν συζητούνται σοβαρότατα προβλήματα της χώρας, και αντίστροφα η αυτοπρόσωπη κοινοβουλευτική συμβολή του στην όψιμη καταγγελία καταχρήσεων σε βάρος ενός στελέχους της αξιωματικής αντιπολίτευσης, συμπυκνώνουν και συμβολίζουν την κορυφαία επιλογή: προπαντός η διαφθορολογία.

Θα ήταν προτιμότερο βέβαια να μην είχε ακουστεί στη Βουλή η λέξη «νονός» για τον πρωθυπουργό, όπως θα ήταν προτιμότερο να μην είχε απευθύνει στο παρελθόν ο τελευταίος τον χαρακτηρισμό «αρχιερέας της διαπλοκής» προς τον προκάτοχό του Κ. Σημίτη. Το γεγονός ότι χωρίς την οξεία έκφραση το θέμα δεν θα απασχολούσε την τηλεοπτική ειδησεογραφία δεν δικαιολογείται πλήρως. Ενα ζήτημα ύφους και ευπρέπειας όμως, δεν βαραίνει περισσότερο από ένα θέμα ουσίας. Αξίζει λοιπόν να θυμηθούμε κάποιες εξελίξεις.

Στο οικονομικό σύστημα που κυριαρχεί διεθνώς, τα σκάνδαλα διαπλοκής και διαφθοράς δεν αιφνιδιάζουν. Παράγονται σχεδόν αυτόματα. Η εισβολή του ιδιωτικού τομέα στις κρατικές λειτουργίες οδηγεί σε αναπόφευκτες συγχύσεις της δημόσιας με την ιδιωτική σκοπιμότητα, του δημόσιου με το ιδιωτικό λογιστικό. Το χρηματιστήριο αλέθει δημόσια και επιχειρηματικά συμφέροντα με εργαλεία αγοράς. Η διείσδυση, επίσης, του διεθνούς κεφαλαίου στις εθνικές αγορές συνδυάζεται με γνωστά φαινόμενα: υπέρμετρες προμήθειες, ροές προς φορολογικούς παραδείσους, λογιστικά κόλπα, έμμεσα ανταλλάγματα.

Εκτός από τον πολιτικό, ο κοινωνικός χώρος σε πολλές περιπτώσεις γίνεται ένας συλλογικός συνένοχος: τα όρια οικονομίας και παραοικονομίας θολώνουν. Το οργανωμένο έγκλημα σπεύδει αμέσως να εκμεταλλευτεί τη συρρίκνωση του δημόσιου χώρου. Ως και η τρομοκρατία επωφελείται: στην έκδοσή του, του Ιουλίου 2002, το βρετανικό σατιρικό περιοδικό Private Eye εμφάνιζε στο εξώφυλλό του τον Μπιν Λάντεν με λεζάντα «Ξεχάστε την τρομοκρατία, θα γίνω λογιστής».

Παράλληλα -και παράδοξα- το σύστημα που παράγει τα σκάνδαλα επιδίδεται εντατικά στη σκανδαλολογία. Από τους πολλούς ενόχους, βέβαια, καταγγέλλονται μόνο οι πολιτικοί. Μακροσκοπικά αντικρίζει κανείς το συλλογικό θύμα να καταγγέλλεται ως συλλογικός δράστης. Ενοχοποιείται ο βαλλόμενος από το ιδιωτικό κεφάλαιο πολιτικός χώρος, κι έτσι στη συρρίκνωση προστίθεται η ταπείνωση.

Η διαχείριση εξάλλου και η εκλογική αξιοποίηση της σκανδαλολογίας παραλλάσσουν κατά τόπους. Στις ΗΠΑ το τεράστιο σκάνδαλο της Enron δεν επέδρασε καθοριστικά στα πολιτικά πράγματα. Τα ευρωπαϊκά κράτη, αντίθετα, αισθάνθηκαν περισσότερο το πολιτικό βάρος των δικών τους κρουσμάτων, όπως το σκάνδαλο Φλικ στη Γερμανία (1980), η υπόθεση «καθαρά χέρια» στην Ιταλία (1992, mani pulite, με τις ευθύνες Αντρεότι και Κράξι) και τα νοίκια του πρωθυπουργού Αλέν Ζιπέ στη Γαλλία (1995).

Στη χώρα μας αυτό που εγκαινιάστηκε με το «βρώμικο 89» δεν ήταν τα ίδια τα οικονομικά σκάνδαλα, αλλά η εκτίναξή τους στην κορυφή του πολιτικού ενδιαφέροντος. Προηγουμένως οι ένοχες συναλλαγές (προνομιακές παραχωρήσεις γης για ξενοδοχεία ή αδειών για βιομηχανικές εγκαταστάσεις, απαλλοτριώσεις εκτάσεων με επιλεκτικές προειδοποιήσεις κ.λπ.) έμεναν στο σκοτάδι. Στα μέσα της δεκαετίας του 90, βέβαια, άνοιξε μια παρένθεση. Η επάνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία έδειξε ότι το σκάνδαλο του 89 δεν παρέμενε καθοριστικό για τη λαϊκή ψήφο το 1993. Η κυβέρνηση Α. Παπανδρέου, εξάλλου, με εισήγηση του τότε υπουργού Δικαιοσύνης Γ. Κουβελάκη ορθά απέκρουσε την προοπτική μιας ρεβανσιστικής δίωξης κατά του Κ. Μητσοτάκη.

Εκτοτε όμως το σύστημα θριαμβεύει. Η φούσκα του χρηματιστηρίου στα τέλη του 90 γίνεται κύριο επιχείρημα κατά της κυβέρνησης Σημίτη. Η σύγχρονη κυβέρνηση Καραμανλή, εξάλλου, βαλλόμενη για το σκάνδαλο τωνδομημένων ομόλογων και τις συνέπειές τους σε βάρος των Ασφαλιστικών Ταμείων, επιχειρεί συμψηφισμούς με παλιές ιστορίες του ΠΑΣΟΚ. Οψιμες ή έγκαιρες πληροφορίες και αποκαλύψεις, επικοινωνιακές διαχειρίσεις των σχετικών ειδήσεων, καθώς και ένας διακριτικός ή εκκωφαντικός χαρακτήρας των δικαστικών διερευνήσεων, όλα αυτά μοιάζουν κλειδιά ροής ψήφων. Τα ουσιαστικά προγράμματα συζητούνται λιγότερο.

Γι αυτό λοιπόν η συνδυασμένη αποδοκιμασία διαφθοράς και διαφθορολογίας από τον Α. Αλαβάνο, παρά το ύφος, ήταν εύστοχη. Οπως επίσης εύστοχη ήταν η προηγούμενη αποδοκιμασία του για τη μάταια αντιδικία, αν ο κ. τάδε ήταν γαλάζιος, όπως υποστηρίζει το ΠΑΣΟΚ, ή πράσινος, όπως υποστηρίζει η Ν. Δημοκρατία.

Εν τω μεταξύ, η πρόταξη των οικονομικών αξιών δεν χαρακτηρίζει μόνο τις πολιτικές ιεραρχήσεις. Εχει επηρεάσει και τη Δικαιοσύνη. Εύγλωττο παράδειγμα επισημαίνει ο Ι. Μανωλεδάκης («Βήμα ιδεών», Ιούλιος 2007): πρόκειται για τον αποκλειστικό προσανατολισμό της δικαστικής «κάθαρσης» σε περιπτώσεις χρηματισμού ελάχιστων δικαστών, ενώ άλλες ευθύνες και πάγιες δυσλειτουργίες αφήνονται άθικτες. Οι δικηγόροι επίμονα και μονότονα πλέον διαμαρτύρονται για τη νομολογιακή αχρησία θεσμών που προβλέπονται υπέρ των κατηγορουμένων και των διαδίκων. Γνωρίζει όμως κανείς έστω έναν δικαστή που να έχει ελεγχθεί λόγω της άστοχης αυστηρότητάς του; Δικαιολογείται η επιλεκτική ευαισθησία της κάθαρσης; Είναι μήπως τόσο χαμηλή και υποδεέστερη σε σχέση με την περιουσία η αξία της ελευθερίας, που προσβάλλεται κατάφωρα όποτε παρακάμπτεται μια επιεικής ρύθμιση ή όποτε επιβάλλονται ισόβια για εγκλήματα μικρής σχετικά απαξίας; Οι απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα είναι αυτονόητες. Η κυρίαρχη λογική όμως (κομματική, νομολογιακή, επικοινωνιακή) δεν ταράσσεται όταν σε έναν αλλοδαπό διακινητή ελάχιστων γραμμαρίων ναρκωτικής ουσίας επιβάλλεται ισόβια κάθειρξη.

Η διαφθορά και η διαφθορολογία δείχνουν να αναπτύσσονται με ιστορικό προγραμματισμό. Η «Παξ μαφιόζα» των συμφερόντων και οι συμψηφισμοί των πολιτικών διαδέχονται τους ανταγωνισμούς, ενώ η κρίση εν γένει τρέφει το σύστημα. Ευτυχώς, ο πολίτης πλέον κρατά πυξίδα: οι αξίες του κράτους δικαίου και της κοινωνικής αλληλεγγύης ολοένα και συχνότερα ακούγονται ως συνθήματα και ως αιτίες λαϊκών κινητοποιήσεων.

*Καθηγητής Νομικής ΑΠΘ

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι