Διάλογος

Γιάννης Μπασιάκος, Αυγή, 06/10/2007

Στη χώρα που δίδαξε τον διάλογο ως μέθοδο αναζήτησης της αλήθειας, η έννοια του διαλόγου έχει υποστεί αλλεπάλληλα πλήγματα, και ουσιαστικά έχει πλέον εγκαταλειφθεί. Αυτή τη θλιβερή σκέψη έκανα ακούγοντας, αφ ενός μεν την πρόσκληση σε διάλογο για το "ασφαλιστικό" από την κυβέρνηση, αφ ετέρου δε την αντίδραση της αντιπολίτευσης και των συνδικάτων.

Ας αρχίσουμε από την κυβέρνηση. Η πρόταση διαλόγου για οποιοδήποτε σοβαρό θέμα γίνεται μόνον για επικοινωνιακούς λόγους. Γίνεται δε εκ του ασφαλούς διότι είναι γνωστό από την εμπειρία της κάθε κυβέρνησης ότι οι "αντίπαλοι" θα αρνηθούν να προσέλθουν στο διάλογο. Πρώτο κρατούμενο λοιπόν, το ότι ο στόχος του διαλόγου στην καθ ημάς Ανατολή δεν είναι πια η αναζήτηση της αλήθειας, αλλά η εξαπάτηση του λαού: "η κυβέρνηση ζητά διάλογο – η αντιπολίτευση δεν τον θέλει" από τη μια, "όχι στον προσχηματικό διάλογο-απάτη" από την άλλη. Βεβαίως δεν περνά από το μυαλό της όποιας κυβέρνησης ότι σοβαρά θέματα, όπως το ασφαλιστικό ή η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, δεν λύνονται χωρίς ευρεία κοινωνική και πολιτική συναίνεση. Το πρακτικό αποτέλεσμα είναι ότι ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις (που να λύνουν δηλαδή τα υπαρκτά προβλήματα) δεν γίνονται. Απέχω συνειδητά από την πολιτική-ταξική ανάλυση του προβλήματος, γιατί θεωρώ τη βλακεία πιο επικίνδυνο εχθρό από το κεφάλαιο.

Η δε αντιπολίτευση δεν σκέφτεται ότι αντί να καταγγείλει τον "προσχηματικό" διάλογο, μπορεί να συμμετάσχει και εκεί να λέει τα δικά της, ανεξαρτήτως της ημερήσιας διάταξης που έχει επιλέξει η κυβέρνηση. Γιατί τι θα συμβεί; Θα κατηγορηθεί ότι είναι εκτός θέματος και θα της μηδενιστεί το γραπτό; Ή θα την πετάξει έξω από την τάξη του διαλόγου ο αντιδραστικός καθηγητής (συγγνώμη, υπουργός);

Περνάει από το μυαλό μου ότι υπάρχουν και άλλοι λόγοι πέραν της βλακείας γι αυτή την κατάσταση. Φοβάμαι ότι κανείς δεν θέλει το διάλογο, γιατί είτε δεν έχουν θέσεις είτε φοβούνται να τις αποκαλύψουν, γιατί θα δυσαρεστήσουν διάφορες ομάδες που τους στηρίζουν εκλογικά. Για παράδειγμα, αρνούμαστε (ως Αριστερά) ότι υπάρχουν ανισότητες και αδικίες στο εσωτερικό του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης; Δεν είναι "αριστερό" να διορθωθούν, αν υπάρχουν; Υπάρχει πρόβλημα με πρόωρες συνταξιοδοτήσεις; Είναι λογικό να βγαίνει κάποιος στη σύνταξη με 15 χρόνια υπηρεσία; Είναι λογικό να δίνεται κίνητρο υπασφάλισης, μέσω της μη σύνδεσης του ποσού της σύνταξης με το σύνολο των ασφαλιστικών κρατήσεων; Αυτά και πολλά άλλα θα έπρεπε να δεχτούμε να συζητήσουμε εμείς ως αριστεροί.

Οι εκάστοτε κυβερνήσεις όμως θα πρέπει να συζητήσουν μερικά άλλα πιο σημαντικά ζητήματα. Είναι, για παράδειγμα, παράβαση καθήκοντος η μη εφαρμογή του νόμου για χρηματοδότηση του ασφαλιστικού συστήματος με συγκεκριμένο ποσοστό του ΑΕΠ; Τι ρόλο παίζει η ανεργία και η υποαπασχόληση στην κρίση του συστήματος; Η πλήρης ανυπαρξία αναπτυξιακής πολιτικής έχει σχέση με το ασφαλιστικό; Η κυβέρνηση λέει ότι η "ισχυρή ανάπτυξη θα θωρακίσει μακροπρόθεσμα το ασφαλιστικό σύστημα". Ποιον κοροϊδεύει; Αν ίσχυε αυτό, τότε η μέχρι σήμερα "ισχυρή ανάπτυξη" θα μεταφραζόταν σε αύξηση της απασχόλησης (και όχι μείωση της ανεργίας, δεν είναι το ίδιο, γιατί μείωση επέρχεται και όταν οι απογοητευμένοι άνεργοι ουσιαστικά εξέρχονται από το εργατικό δυναμικό). Δεν μας λέει η κυβέρνηση αν έχουν αυξηθεί και οι καθαρές εισροές από ασφάλιστρα στο ίδιο ή μεγαλύτερο ποσοστό με το ΑΕΠ.

Αυτό το πρόβλημα είναι βαθύτατα πολιτικό διότι η μέχρι σήμερα συνταγή της ανάπτυξης (εν πολλοίς αεριτζίδικη και στη σφαίρα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών) ευνοεί συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, και μάλιστα εις βάρος της υπόλοιπης κοινωνίας. Δεν παράγει στην πραγματικότητα καινούργιο πλούτο για όλη την κοινωνία, αλλά μεταφέρει σημαντικό μέρος του υπάρχοντος πλούτου από τους πολλούς στους λίγους.

Όλα αυτά θα έπρεπε να τα θέσουμε στο τραπέζι του διαλόγου για το ασφαλιστικό, και όχι να απαντούμε με το ηρωικό "Μολών λαβέ" του Λεωνίδα. Οι "Θερμοπύλες" που φυλάμε δεν υποστηρίζονται μόνον στους δρόμους και τις πλατείες αλλά και στο βήμα του διαλόγου, εκεί όπου "κατασκευάζεται" η κοινωνική συναίνεση. Η γενικευμένη άρνηση διαλόγου, δυστυχώς, οδηγεί ένα τμήμα των σκεπτόμενων ψηφοφόρων στην κάλπη της Νέας Δημοκρατίας (σήμερα - ή του ΠΑΣΟΚ παλιότερα).

* Ο Γιάννης Κ. Μπασιάκος είναι πανεπιστημιακός

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι