Από την ουτοπία στον ναρκισσισμό

Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Ελευθεροτυπία, 07/12/2007

Σε έναν τοίχο, λίγα μέτρα μακριά από το σχολικό συγκρότημα Παγκρατίου, ένα σύνθημα με μεγάλα γράμματα: «Εξω οι μπάτσοι από τους δημόσιους χώρους». Δεδομένου ότι όποιος χώρος δεν χαρακτηρίζεται δημόσιος είναι υποχρεωτικά ιδιωτικός, το μήνυμα δύο τινά μπορεί να σημαίνει. Είτε ότι οι μπάτσοι δικαιούνται να μπαινοβγαίνουν στα σπίτια μας είτε ότι θα πρέπει να εξαφανιστούν από προσώπου γης. Αν κρίνει κανείς από την υπογραφή, ένα κεφαλαίο άλφα μέσα σε κύκλο, μάλλον το δεύτερο εννοούσαν.

Πρόκειται για όραμα καθαρά ουτοπικό, το οποίο μας μεταφέρει σ’ έναν κόσμο ιδανικό, όπου η ανάγκη για τον μπάτσο έχει εκλείψει και όλοι ζούμε αρμονικά, χωρίς φόβο και βία. Φυσικά, στην κυνική εποχή μας η ουτοπία προκαλεί χαμόγελα. Κι όμως, θα ήταν λάθος να τη διαγράψουμε εντελώς, γιατί με την έννοια της κατ’ αρχήν στάσης ή της αρχικής επιλογής, η ουτοπία μπορεί να λειτουργήσει ως αντίδοτο στη συνεχή και ασφυκτική πίεση να αποδεχτούμε παθητικά ό,τι ισχύει μόνο και μόνο επειδή ισχύει, μετατρέποντας έτσι τα κοινωνικά φαινόμενα σε φυσικά και την πολιτική σε αποδοχή τετελεσμένων.

Ομως, ένα τέτοιο υπαρξιακό αίτημα για αλλαγή ενέχει κινδύνους. Διότι η ουτοπία δηλώνει αποκλειστικά την κατεύθυνση, χωρίς να την απασχολεί ο τρόπος που θα μας φέρει από το απορριπτέο σήμερα στο ποθητό αύριο. Αυτό το αναλαμβάνει η πολιτική. Και πράγματι, παρά το γεγονός ότι η ουτοπία αποτελεί στην ουσία άρνηση της πολιτικής, εφόσον την εκλαμβάνει ως νόθευση και συμβιβασμό, οι δύο αυτές αντίθετες προσεγγίσεις συνδυάστηκαν στο παρελθόν με επιτυχία από την Αριστερά επειδή οι άνθρωποι πίστεψαν ότι η πολιτική κινείται αργά μεν, ίσως με λάθη και με πισωγυρίσματα, όπως λέγαμε κάποτε, αλλά πάντως κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, την οποία όλοι ξέραμε και αποκαλούσαμε σοσιαλισμό. Δυστυχώς, το 1989 αυτή η προοπτική, αυτή η ουτοπία εξαφανίστηκε.

Εμεινε, ωστόσο, το αίτημα για δικαιοσύνη και κυρίως για αντίσταση. Το οποίο, αποκομμένο από την πολιτική, μεταλλάχτηκε σε κάτι παράδοξο και αντιφατικό, επειδή συνδυάζει δύο ιδιότητες που δεν πάνε μαζί: το αφηρημένο και το ποσοτικό. Με άλλα λόγια, η αντίσταση στο ισχύον έπαψε να είναι μια πράξη πολιτική που υπόκειται σε κριτήρια αποτελεσματικότητας και έγινε μια χειρονομία η οποία, αποδεσμευμένη από την πολιτική, τείνει προς την απλή και εύκολη πλειοδοσία. Μολονότι δεν γνωρίζω τι συνέβη στο Λύκειο Παγκρατίου εκείνες τις μέρες, υποψιάζομαι ότι όσοι αρκέστηκαν στην κατάληψη θεωρήθηκαν δεξιοί από εκείνους που ήθελαν να σπάσουν και μερικά τζάμια, ενώ κι αυτοί με τη σειρά τους υπερφαλαγγίστηκαν από τους ακόμα πιο αριστερούς, που έκαναν το κτιριακό συγκρότημα θερινό. Ο όρος «αριστερός» και «δεξιός» παραπέμπουν στην πολιτική. Οταν όμως η ουτοπία μείνει μόνη της, το περιεχόμενό τους καθορίζεται από μια απόλυτη και συνάμα αφηρημένη έννοια αγωνιστικότητας, η οποία μετριέται ποσοτικά. Δηλαδή, όποιος θέλει η επανάσταση να γίνει την Τετάρτη τρώει την αριστερή σκόνη εκείνων που θέλουν να γίνει την Τρίτη.

Φυσικά το μυαλό μας πηγαίνει στο νεαρόν της ηλικίας των μαθητών, για να δικαιολογήσουμε τέτοιου είδους αφέλειες. Αλλά τα ίδια συνέβησαν, τηρουμένων των αναλογιών, και με την απεργία της ΠΟΣΔΕΠ για τα πανεπιστήμια πριν από μερικούς μήνες. Οταν η μάχη για το άρθρο 16 κερδήθηκε με τον πιο εμφανή τρόπο, οι περισσότεροι από τους συνδικαλιζόμενους πανεπιστημιακούς αποφάσισαν να συνεχιστεί η απεργία χωρίς να υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο και εφικτό αίτημα. Η αντίσταση έπρεπε να συνεχιστεί, διότι, προφανώς, είναι κάτι καλό. Κι έτσι, αντί να γυρίσουν στις αίθουσες νικητές, επέστρεψαν όταν το κίνημα ξεθύμανε. Τελικά η παράταση της απεργίας δεν εξασφάλισε τίποτα περισσότερο. Το μόνο που κατάφερε ήταν να επιτείνει το χάος στα (δημόσια) πανεπιστήμια.

Για τους αριστεριστές η αντίσταση, γενικώς και αορίστως, θεωρήθηκε εξ ορισμού η ενδεδειγμένη στάση. Ισως για μερικούς άλλους η αφηρημένη και επιδεικτική αγωνιστικότητα ήταν ένας τρόπος να τα έχουν καλά με τον καθρέφτη τους. Και στις δύο περιπτώσεις, πάντως, βλέπουμε καθαρά πού οδηγεί η εμμονή στην ουτοπία ερήμην της πολιτικής. Είτε σε αδιέξοδες συγκρούσεις, οι οποίες όχι μόνο δεν απειλούν το σύστημα αλλά το τρέφουν, είτε σε ένα ναρκισσισμό όπου, παρά τη ρητορική περί δημόσιου αγαθού, το ζητούμενο δεν είναι να αλλάξουν τα πράγματα, αλλά να μπορούν κάποιοι να φαίνονται «πιο αριστεροί». Δηλαδή, η αντίσταση γίνεται απόλυτη αξία και, κατά συνέπεια, αυτοσκοπός όταν δεν προσδιορίζουμε ποιος αντιστέκεται, γιατί και πώς. Αν και σηκώνει μεγάλη κουβέντα που θα μας πήγαινε μακριά, νομίζω ότι πολλά από τα ιδεολογήματα που ευθύνονται για την καχεξία της σημερινής Αριστεράς φωλιάζουν σε κάποιες έννοιες, έντονα φορτισμένες θετικά ή αρνητικά, οι οποίες, ωστόσο, παραμένουν αφηρημένες και πολιτικά ασαφείς.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι