Η Edison, τα Ελληνικά Πετρέλαια, ο Αστακός ...και η εικονική κυβερνητική πραγματικότητα ενεργειακής πολιτικής και προστασίας περιβάλλοντος.

Στάθης Λουκάς, Αυγή, 05/08/2007

Για όσους δεν γνωρίζουν, ο Αστακός είναι μια συμπαθητική κωμόπολης, της Αιτωλ/νίας, στις ακτές του Ιονίου πελάγους. Ήταν μέχρι την δεκαετία του 1950 το λιμάνι επικοινωνίας της επαρχίας Ξηρομέρου, με την υπόλοιπη Ελλάδα, και εξαγωγής των προϊόντων της, από δω προκύπτει και το ότι τα καρπούζια που παράγονται στις εκβολές του Αχελώου λέγονται και «Αστακού». Με την ανάπτυξη των χερσαίων συγκοινωνιών αυτός ο ρόλος του «παρήκμασε», καθώς και η οικονομική του ευρωστία περιορίστηκε. Τις τελευταίες δεκαετίες αναπτύχθηκε ο τουρισμός, ιχθυοκαλλιέργεια, βιολογική κτηνοτροφία που αναζωογόνησαν την κωμόπολη. Είχε δε την άτυχο τύχη να κατασκευασθεί στην περιοχή του – την δεκαετία του 1980- σαν «καθεδρικός ναός στη έρημο» το λιμάνι του «Πλατυγιάλι», μια και σαν τέτοιο μοιάζει μεγάλο λιμάνι χωρίς σιδηροδρομική σύνδεση. Ξεκίνησε η κατασκευή του σαν διαλυτήριο πλοίων και μέχρι τώρα δεν έχει βρει ένα ρόλο.

Η Edison είναι η τρίτη, σε μέγεθος, ενεργειακή εταιρεία της Ιταλίας και ιστορικά η πρώτη εταιρεία ηλεκτρικής ενέργειας που λειτούργησε στο Μιλάνο το 1883, μεγαλύτερη δε από τη ΔΕΗ. Οι σχέσεις της Edison με την χώρα μας ανάγονται στο κοντινό παρελθόν με την παρουσία της Montedison (Calcestruzi), ιδιοκτήτριας μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990 της AΓΕΤ. Η τωρινή της επιστροφή συνδέεται με το γεγονός ότι: πρώτον είναι η βασική μέτοχος του αγωγού φυσικού αερίου Τουρκία- Ελλάδα- Ιταλία, και δεύτερον με την ίδρυση κοινής ενεργειακής εταιρείας με τα Ελληνικά Πετρέλαια (ΕΛΠΕ). Που στοχεύει στην δημιουργία συνολικής ηλεκτρικής ισχύος 2000 MW, πρωτοβουλία που είναι στα πλαίσια της σύγκρουσης που γίνεται στη Ευρώπη για την αναδιάρθρωση των αγορών της ηλεκτρικής ενέργειας και το ξεπέρασμα των εθνικών ορίων.

Εδώ ευρίσκεται το σημείο που συναντιόνται οι τύχες του «καθεδρικού ναού» με τις επιδιώξεις της καινούργιας εταιρείας και βασικά της Edison. Στις επιδιώξεις και στα υπό «διαμόρφωση» περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας περιλαμβάνεται και η κατασκευή ενός ατμοηλεκτρικού σταθμού (ΑΗΣ) 600 MW με καύσιμο λιθάνθρακα. Βέβαια στην Edison συμφέρει να έχει στο εξωτερικό - σε σχέση με τον εθνικό της χώρο – ατμοηλεκτρικά εργοστάσια με καύσιμο άνθρακα μια και να κατασκευάσει παρόμοια , στον εθνικό της χώρο, είναι πάρα πολύ δύσκολο αν όχι αδύνατο. Εξ άλλου είναι κοινή η τάση, περιορισμού της χρήσης του άνθρακα - κάτω από τις διάφορες μορφές του - στις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες. Μετατοπίζεται δε η χρήση του στα περιουσιακά στοιχεία που αποκτούν οι μεγάλες ενεργειακές εταιρείες στη Ευρωπαϊκή «περιφέρεια» μια και αποκτά μεγάλη σημασία, πια, η παρουσία σε πανευρωπαϊκό επίπεδο στα πλαίσια της σύγκρουσης που γίνεται μεταξύ των ευρωπαϊκών ενεργειακών γιγάντων. Δεν είναι δε τυχαία και η επιλογή του «καθεδρικού ναού» μια που πέρα που προσφέρεται σαν λιμάνι για την εισαγωγή π.χ του αυστραλιανού λιθάνθρακα είναι και σε μικρή απόσταση από το υποθαλάσσιο καλώδιο (Ηγουμενίτσα) που ενώνει το ηλεκτρικό δίκτυο της Ελλάδας με το αντίστοιχο ιταλικό.

Όμως σε τι συμβάλλει στον ενεργειακό εκσυγχρονισμό μιας χώρας– που απαιτεί ο σεβασμός του Πρωτόκολλου του Κιότο και η Ευρωπαϊκή στρατηγική ενάντια στις κλιματικές μεταβολές- η προσθήκη ανθρακικών εργοστασίων; Όταν το 50% της εγκατεστημένης ηλεκτρικής ισχύος είναι ανθρακική και παράγει το 66% της ηλεκτρικής ενέργειας.

Όταν :Πρώτον, διεκδικούμε το χρυσό μετάλλιο για την παραγωγή διοξειδίου του άνθρακα ανά μονάδα παραγομένου ΑΕΠ. Δεύτερον, ήδη από το 2001 έχουμε υπερβεί την αύξηση του 25% των εκπομπών - του διοξειδίου του άνθρακα- που δικαιούμαστε σε σχέση με το 1990. Τρίτον, η τελική ενεργειακή ένταση του ΑΕΠ (2004) σε Ευρώ (2000), υπερβαίνει εκείνη του μέσου όρου της Ε.Ε (15) κατά 34,3% δηλ. η σπατάλη τραβάει την ανηφόρα.

Οποιαδήποτε κριτική θεώρηση σήμερα, των ενεργειακών και περιβαλλοντικών προβλημάτων της χώρας, σε αντίθεση με το κοντινό παρελθόν πρέπει να λαβαίνει υπ’ όψη της ότι:

Για πρώτη φόρα η διακυβερνητική επιστημονική επιτροπή του ΟΗΕ εκτιμά ότι έχουμε ήδη μπει σε μια ανεπίστρεπτη διαδικασία πλανητικών κλιματικών αλλαγών και ότι αυτό οφείλεται κατά 90 % στις ανθρώπινες δραστηριότητες.

Η ΕΕ στην προσπάθεια της άμβλυνσης αυτών των επιπτώσεων στοχεύει στην μείωση των εκπομπών του διοξειδίου του άνθρακα κατά 20% ώς το 2020 και συνέβαλλε τα μέγιστα στην εφαρμογή του Πρωτοκόλλου του Κιότο και ότι αυτό μετά το 2012 πρέπει να ενισχυθεί και να παγκοσμιοποιηθεί.

Η χώρα μας τυπικά έχει υπογράψει το Πρωτόκολλο, χωρίς όλα τα απαραίτητα θεσμικά και νομικά- κανονιστικά μέσα για την αποτελεσματικότητα του, και την συμμετοχή των κοινωνικών υποκειμένων, που ενυπάρχει στην ουσία των όρων του Πρωτόκολλου.

Η σημερινή κυβέρνηση μπροστά στην αδυναμία της να διαμορφώσει «σεμνά και ταπεινά» μια ενεργειακή πολιτική που να σέβεται το περιβάλλον, διαμορφώνει μια εικονική. Τέτοια, που ευνοεί την αύξηση των εκπομπών του διοξειδίου του άνθρακα και τις συναλλαγές με «τους νταβατζήδες», στην διαδικασία αναδιάρθρωσης των μεγάλων δικτυακών παραγωγικών συστημάτων (ενέργεια, τηλεπικοινωνίες, κλπ) και ανακατάταξης των ισχυρών οικονομικών συμφερόντων και δη των μη θεσμικών κέντρων εξουσίας. Χρησιμοποιείται δε σαν προπέτασμα η αναγκαιότητα διαμόρφωσης της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.

Δεν εξηγείται διαφορετικά ούτε: Πρώτον, η εκχώρηση κατασκευής στο «Πλατυγιάλι» ανθρακικού ΑΗΣ από τη εταιρεία ΕΛΠΕ-Edison. Δεύτερον, η εκχώρηση στις ενεργειακές επιχειρήσεις «Μυτηληναίου»(Endesa-ENEL) δικαιωμάτων εγκατάστασης 276 ΜW (αιολικά) στην Σέριφο – έστω και αν μερικά ή συνολικά πάγωσαν- και σύγχρονα εγκατάστασης ανθρακικού ατμοηλεκτρικού στην ηπειρωτική χώρα, που το λιγότερο θα είναι ισχύος 600 ΜW.

Το δε σύνολο, σχεδόν- με τις αντιφατικές εξαιρέσεις του ΣΥΝ- του πολιτικού κόσμου της χώρας μας αδυνατεί είτε λόγω αγκυροβόλησης σε μορφωτικά εργαλεία του 20 αιώνα είτε λόγω της διάχυτης πολιτικής και συντεχνιακής συναλλαγής να κατανοήσει την καινούργια πραγματικότητα, με διαφανή κίνδυνο «μιας οικολογικής Βαϊμάρης», και όχι μόνον, της Δημοκρατίας μας.

Επιστρέφοντας στον Αστακό, ο νομός Αιτ/νίας προσφέρει το 30% της Υδροηλεκτρικής ισχύος της ΔΕΗ, με παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας πολλαπλάσιας της τοπικής κατανάλωσης. Ένας ανθρακικός ΑΗΣ στον Αστακό είναι απαράδεκτος από άποψη εθνικής ενεργειακής και περιβαλλοντικής πολιτικής καθώς και από τη σκοπιά της τοπικής ανάπτυξης. Σαν τέτοιος θα υποβαθμίσει το περιβάλλον (θαλάσσιο και στεριανό) με αρνητικές επιπτώσεις στις τουριστικές δραστηριότητες και τις ιχθυοκαλλιέργειες που έχουν ήδη αναπτυχθεί, με αμφιλεγόμενες επόμενα επιπτώσεις στην απασχόληση. Δεν πρέπει να μας ξεφεύγει από την προσοχή ότι η λειτουργία ενός τέτοιου σταθμού απαιτεί την δια θαλάσσης μεταφορά, εκφόρτωση, διαμετακόμιση και την καύση ενάμιση εκατομμυρίου τόνων άνθρακα με τις γνωστές επιπτώσεις στο συνολικό περιβάλλον της περιοχής (διοξείδια άνθρακα, θείου, αζώτου, αιωρούμενα σωματίδια κλπ, σε σημαντικές ποσότητες ανάλογα τους ρύπους).

Αν ένας ΑΗΣ πρέπει (χρειάζεται απόδειξη) να υπάρξει και στη Δ. Ελλάδα – σε ποιο χώρο, βέβαια χρειάζεται συζήτηση με θεσμούς και την κοινωνία- πρέπει να έχει σαν καύσιμο φυσικό αέριο και να «ανταποκρίνεται σε εθνικές ανάγκες». Εξ άλλου ο αγωγός φυσικού αερίου, Τουρκία-Ελλάδα-Ιταλία, του οποίου βασικός μέτοχος είναι η Edison περνάει κάποιες δεκάδες χιλιόμετρα βορείως της Αιτ/νίας

Ανεξάρτητα από την κατασκευή ΑΗΣ το φυσικό αέριο είναι αναγκαίο και για τον εκσυγχρονισμό του παραγωγικού συστήματος της Δ. Ελλάδας.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι