Η επένδυση στη γνώση ως κεντρική συνιστώσα της αναπτυξιακής πολιτικής

Αχιλλέας Μητσός, Αυγή της Κυριακής, 27/01/2008

Η σχέση της γνώσης με την οικονομική ανάπτυξη είναι επιστημονικά και εμπειρικά τεκμηριωμένη. Κι όμως, μόλις πρόσφατα η πολιτική για την προώθηση της γνώσης βρίσκει τη θέση της στο ευρωπαϊκό αναπτυξιακό υπόδειγμα. Πριν από το 2000, δύσκολα θα ανακάλυπτε κανείς απλή έστω αναφορά κάποιας απόφασης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στη σημασία της γνώσης ή στην ανάγκη προτεραιότητας στην επένδυση στη γνώση. Η πληροφορία και η ’οικονομία και κοινωνία της πληροφορίας’ αναφέρονταν συχνά, όχι όμως η γνώση. Ακόμη δε περισσότερο, δεν αποτελούσαν σημείο αναφοράς οι συγκεκριμένες πολιτικές για την προώθηση της παραγωγής γνώσης, της μετάδοσης και μεταφοράς της, της χρήσης της και της διάχυσης της. Η έρευνα, η εκπαίδευση και η καινοτομία, το «τρίπτυχο της γνώσης» ως θεμελιώδης παράγοντας για την οικονομική ανάπτυξη αποτελεί πολύ πρόσφατη παραδοχή σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ’Στρατηγική της Λισαβόνας’ έρχεται να αποκαταστήσει την γνώση στο επίκεντρο της αναπτυξιακής διαδικασίας, καθιστώντας την προώθηση της προϋπόθεση για να γίνει η Ευρωπαϊκή Ένωση η ανταγωνιστικότερη περιοχή του κόσμου, και μάλιστα μέχρι το 2010.

Η «Στρατηγική της Λισαβόνας» αναβαθμίζει τη γνώση και την καθιστά προϋπόθεση της αναπτυξιακής πολιτικής, αλλά η «Στρατηγική της Λισαβόνας» δεν αποτελεί από μόνη της αναπτυξιακή πολιτική. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν υποκαθιστά το κράτος, το οποίο παραμένει αρμόδιο για την οικονομική ανάπτυξη.

Η μέθοδος που επιλέγεται είναι η «Ανοικτή Μέθοδος Συντονισμού». Η γενική στόχευση και κάποιες βασικές αρχές αποφασίζονται από κοινού, χωρίς όμως δεσμευτικό χαρακτήρα, με τα κράτη μέλη να παραμένουν κυρίαρχα, και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να αρκείται στην οργάνωση της ανταλλαγής εμπειριών και «βέλτιστων πρακτικών» και σε κάποιες ετήσιες εκθέσεις, οι οποίες ούτε καν ως προς την αναφορά στις μεγαλύτερες αποτυχίες (το περίφημο «name and shame») δεν μπορεί να είναι ξεκάθαρες. Στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Βαρκελώνης το 2002 «αποφασίζεται» η αύξηση από 1.9% σε 3% του αθροίσματος του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος που κατευθύνεται στην έρευνα, και, επιπλέον, τα δύο τρίτα του ποσοστού αυτού να προέρχονται από τη βιομηχανία. Ελάχιστες είναι έκτοτε οι συνέπειες της ομόφωνης αυτής απόφασης. Κάποιες, λίγες, χώρες αυξάνουν οριακά τα σχετικά ποσοστά, οι περισσότερες παραμένουν περίπου στα ίδια, μια μάλιστα χώρα, εκείνη με τα χαμηλότερα ποσοστά - η Ελλάδα - αποφασίζει να τα μειώσει!

Η χάραξη και η εφαρμογή της κατάλληλης πολιτικής παραμένει αποκλειστικά εθνική υπόθεση. Στην πράξη, το μόνο που μπορεί να προσθέσει η Ε.Ε. είναι η διακήρυξη στόχων, κάποτε κάποια μικρή υποβοήθηση, και συχνά ένα πλέγμα περιορισμών, που ξεκινούν από τους μηχανισμούς της αγοράς και του ανταγωνισμού και επεκτείνονται μέχρι την άμεση ή έμμεση θέσπιση όρων (conditionality) των διαρθρωτικών παρεμβάσεων, και, φυσικά, τις δυσκολίες που εξακολουθεί να θέτει το «Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης» ως προς τις δημόσιες δαπάνες, ακόμα και εκείνες με καθαρά επενδυτικό, μακρόχρονο χαρακτήρα.

Ο κατά βάση αποκλειστικά διακηρυκτικός ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει ως αποτέλεσμα, η παρέμβαση της λίγο να απέχει από όσα ανέκαθεν έκαναν διεθνείς οργανισμοί, όπως ο ΟΟΣΑ. Με το πρόσθετο όμως χαρακτηριστικό ότι νοθεύεται έτσι η δημοκρατική διαδικασία. Ενώ την ευθύνη για την απόκλιση ανάμεσα στο διακηρυκτικό λόγο και την πράξη έχουν αποκλειστικά οι εθνικές κυβερνήσεις, κανείς δεν εμφανίζεται υπεύθυνος για να λογοδοτήσει ως προς αυτήν. Οι κυβερνήσεις αμελούν, μεταθέτοντας την ευθύνη στο υπερεθνικό επίπεδο, η δε Ε.Ε. άλλα είναι πράγματι αρμόδια να κάνει, άλλα καλείται να κάνει, άλλα ισχυρίζεται ότι κάνει, και άλλα κάνει. Χάσμα δημοκρατίας λοιπόν από τη στιγμή που δεν λειτουργούν μηχανισμοί λογοδοσίας, αλλά και χάσμα αξιοπιστίας για την Ε.Ε.

Δεν θέλω να δώσω την εντύπωση ότι υποτιμώ τη σημασία της μεταβολής του αναπτυξιακού πολιτικού λόγου και της απομάκρυνσης από τη δογματική και τελεολογική προσήλωση στο μηχανισμό της εσωτερικής αγοράς ως του μοναδικού δρόμου προς την ανταγωνιστικότητα και την ανάπτυξη. Είναι όμως και λάθος να δίνεται στη «Στρατηγική της Λισαβόνας» ένας χαρακτήρας συγκεκριμένης αναπτυξιακής πολιτικής ή έστω μεθόδου για την επίτευξη των αναπτυξιακών στόχων.

Σημείο αφετηρίας η ιδιαίτερη αξία της γνώσης αφ’ εαυτής, αλλά και το ότι η επένδυση στη γνώση αποτελεί την ύστατη ίσως επιτρεπόμενη μορφή δημόσιας παρεμβατικής πολιτικής για την ανάπτυξη. Η ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς, η απελευθέρωση της διεθνούς διακίνησης αγαθών, κεφαλαίων και εργαζόμενων, η νομισματική ένωση και η «συναίνεση της Φρανκφούρτης» ως προς την οικονομική και δημοσιονομική πολιτική, θέτουν απαγορευτικούς περιορισμούς σε όποια άλλη ενεργητική παρεμβατική πολιτική.

Η γνώση ως δημόσιο αγαθό

Η θετική συλλογιστική ξεκινά από την παραδοχή της γνώσης ως δημόσιου αγαθού. Η λειτουργία της αγοράς δεν οδηγεί στο αποτελεσματικό επίπεδο γνώσης λόγω της ύπαρξης ισχυρών εξωτερικών οικονομιών και ασύμμετρης πληροφόρησης και αβεβαιότητας. Η αγορά δεν παρέχει καμιά εγγύηση στον παραγωγό της γνώσης ότι η παραχθείσα από αυτόν γνώση θα χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά από όσους έχουν πληρώσει για να εκμεταλλευθούν τα αποτελέσματα της. Τα ζητήματα της μη αποκλειστικότητας και του μη-ανταγωνισμού ενυπάρχουν και οδηγούν αναπόφευκτα σε υπό-παραγωγή γνώσης.

Η διαπιστούμενη «αποτυχία της αγοράς» αποτελεί μεν την αναγκαία συνθήκη για ανάληψη δημόσιας δράσης, υπό την προϋπόθεση όμως ότι το κόστος από την δημόσια αυτή δράση, η γνωστή «κυβερνητική αποτυχία» (’government failure’) δεν θα υπερβαίνει το αντίστοιχο κόστος της «αποτυχίας της αγοράς». Πέραν δε αυτού, η ύπαρξη και μόνο της αναγκαίας αυτής συνθήκης δεν δίνει καμία απάντηση ούτε στα ζητήματα που σχετίζονται με τον ορισμό της άριστης μορφής παρέμβασης, ούτε δε ως προς το άριστο γεωγραφικό επίπεδο χάραξης και άσκησης της πολιτικής αυτής. Σε μια οιονεί ομοσπονδία, όπως είναι σήμερα η Ε.Ε., ποιο είναι το επίπεδο αυτό; Είναι το περιφερειακό, το εθνικό ή το υπερεθνικό;

Στην περίπτωση της παραγωγής γνώσης το άριστο επίπεδο άσκησης πολιτικής είναι το κεντρικό, «ομοσπονδιακό», δηλαδή κοινοτικό επίπεδο. Κι αυτό ισχύει διότι η πολιτική έρευνας συγκεντρώνει όλα τα επιχειρήματα της θεωρίας των οικονομικών της ομοσπονδίας (fiscal federalism) υπέρ της άσκησης της στο κεντρικότερο δυνατό επίπεδο. Υπάρχει σε μεγάλο βαθμό «ομοιομορφία προτιμήσεων», και η παρουσία εξωτερικών οικονομιών είναι τέτοια, που μόνο το κεντρικότερο δυνατό επίπεδο μπορεί να ενσωματώσει. Ας προστεθεί το «θετικό» (σε αντιδιαστολή με το «δεοντολογικό») επιχείρημα ότι όλες οι πρόσφατες σφυγμομετρήσεις ως προς τον βαθμό «κοινοτικοποίησης» των διαφόρων πολιτικών τοποθετούν την πολιτική έρευνας μεταξύ των πολιτικών εκείνων οι οποίες πρέπει κατεξοχήν να ασκούνται στο κεντρικό επίπεδο. Αντίθετα δύσκολα μπορεί να υποστηριχθεί ότι, όσον αφορά την πολιτική προώθησης της καινοτομίας, το άριστο επίπεδο είναι το κεντρικό, η δε άσκηση της δημόσιας πολιτικής για την εκπαίδευση είναι ρητά και υποχρεωτικά είτε εθνική, είτε (στην περίπτωση των ομοσπονδιακών κρατών) περιφερειακή.

Στην πράξη τώρα, σύμφωνα με τη νέα Συνθήκη, η έρευνα αποτελεί «τομέα συντρέχουσας αρμοδιότητας». Ο ρόλος όμως της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι σαφώς υποβοηθητικός. Μέχρι δε πρόσφατα οι μόνες αιτίες παρουσίας της Κοινότητας που της αναγνωριζόταν, και οι μόνες επομένως δυνατότητες παρέμβασης της μέσω των πολυετών Προγραμμάτων - Πλαίσιο ήταν για την αντιμετώπιση του κατακερματισμού της ερευνητικής προσπάθειας και τη διευκόλυνση και ενίσχυση της κινητικότητας των ερευνητών. Από το 2007 όμως, ήρθε να προστεθεί στον ορισμό της «ευρωπαϊκής προστιθέμενης αξίας» το στοιχείο του ανταγωνισμού σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αυτό το καινούργιο στοιχείο έρχεται να υπηρετήσει το νεοϊδρυθέν Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Έρευνας (ERC), το οποίο καλείται να επιλέξει τα προς χρηματοδότηση ερευνητικά έργα, με βάση ένα αποκλειστικά κριτήριο, εκείνο της επιστημονικής αριστείας.

Ξαναγυρίζοντας τώρα στο καίριο ζήτημα της άριστης μορφής της δημόσιας παρέμβασης, η πρώτη παρατήρηση η οποία πρέπει να γίνει είναι ότι, αν και η παραγωγή, η χρήση, η μεταφορά, η μετάδοση, η διάχυση κ.λπ. της γνώσης αποτελούν διαφορετικές λειτουργίες, η κάθε μια από τις οποίες αφήνει διαφορετικά περιθώρια δημόσιας πολιτικής, η ανάγκη μεγιστοποίησης του αποτελέσματος απαιτεί συντονισμό των επιμέρους πολιτικών και ολοκληρωμένη δράση. Εδώ εισέρχεται η συζήτηση για τα εθνικά (ή και περιφερειακά) «συστήματα καινοτομίας». Ένας όρος κι ένας τρόπος σκέπτεσθαι που εισήχθη για να τονίσει ότι καινοτομία δεν μπορεί να υπάρξει σε απομόνωση, αλλά ως τμήμα ενός ευρύτερου περιβάλλοντος. Η έμφαση δίνεται στον όρο «σύστημα» και στην αλληλεπίδραση γνώσης, μάθησης και σχέσης παραγωγού και χρήστη.

Η έμφαση στο όλο όμως δεν μειώνει τη σημασία της ανάλυσης των μερών. Στα όσα ακολουθούν θα αναλυθούν κάποιες από τις πτυχές των επιμέρους αυτών πολιτικών. Όπως δε σε κάθε τομέα, οι πολιτικές μπορεί να είναι κανονιστικού/νομοθετικού ή χρηματοδοτικού χαρακτήρα, και να παρεμβαίνουν είτε στην προσφορά είτε στη ζήτηση του συγκεκριμένου αγαθού.

Η δημόσια χρηματοδότηση

Ως προς την έρευνα - την παραγωγή γνώσης, η δημόσια χρηματοδότηση αποτελεί πάντοτε τη συνηθέστερη και αμεσότερη μορφή παρέμβασης. Η «ένταση έρευνας» κάθε οικονομίας, το ποσοστό του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος που κατευθύνεται στην έρευνα, αποτελεί εύκολο μέτρο σύγκρισης και καθαρή πρόκληση άμεσης, χρηματοδοτικής δημόσιας παρέμβασης. Αναφέρθηκε ήδη παραπάνω, ο στόχος του 3% του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Βαρκελώνης και εύκολα ο αναγνώστης πείθεται από τη απλή σύγκριση. Στην τελευταία δεκαετία οι ΗΠΑ σε σχέση με την Ε.Ε., επένδυσαν στην έρευνα περισσότερα από 600 δις δολάρια, η ευρωπαϊκή πρωταθλήτρια ως προς την ένταση έρευνας, η Σουηδία, επενδύει στην έρευνα περίπου όσο η έκτη Πολιτεία των ΗΠΑ ή η αυτοκινητοβιομηχανία Ford. Μόνο στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins επενδύονται στη βασική έρευνα μεγαλύτερα ποσά από ότι στο άθροισμα των δέκα «νέων χωρών» της Ε.Ε. Αν δε η Ελλάδα είχε επενδύσει αντίστοιχα ποσοστά του ΑΕΠ με την Πορτογαλία, θα είχε επενδύσει τα τελευταία χρόνια 1 δις περισσότερο, ενώ αν είχε ακολουθήσει τα ποσοστά της Σλοβενίας, όχι της Σουηδίας, τότε διαφορά θα ήταν μεγαλύτερη από 5 δις, ευρώ.

Άριστη χρηματοδότηση η μέγιστη χρηματοδότηση. Οι μόνοι περιορισμοί που τίθενται πρέπει να αναζητηθούν αφενός σε εσωτερικές εμπλοκές του ερευνητικού τομέα (π.χ. χάσμα μεταξύ του διαθέσιμου και του απαιτούμενου ανθρώπινου δυναμικού) και αφετέρου στο συνολικό ύψος των δημόσιων δαπανών και στη σύγκριση με τις άλλες δημόσιες δαπάνες. Τα «δεοντολογικά» επιχειρήματα βαραίνουν υπέρ των δαπανών για έρευνα, αλλά η επιλογή της μιας ή της άλλης δημόσιας δαπάνης, ή ακόμα της δαπάνης σε αντίθεση με τη μη-δαπάνη, παραμένει πολιτική επιλογή.

Η απόφαση για το ύψος της δημόσιας χρηματοδότησης δεν απαντά όμως από μόνη της σε μια σειρά από άλλα ερωτήματα, αλληλένδετα αλλά και αυτοτελή, και πάντως μέγιστης σημασίας. Τρία είναι τα κυριότερα από αυτά: Τι χρηματοδοτείται, ποιος είναι ο φορέας της έρευνας που χρηματοδοτείται, και, κυρίως, ποια έρευνα χρηματοδοτείται.

Τι χρηματοδοτείται

Το πρώτο συνδέεται με το αντικείμενο της χρηματοδότησης. Ποια χρηματοδότηση είναι η αποδοτικότερη; Η χρηματοδότηση του ερευνητή και της ερευνήτριας, η χρηματοδότηση του ερευνητικού σχεδίου, του ερευνητικού προγράμματος, του ερευνητικού φορέα, ή η χρηματοδότηση της ερευνητικής υποδομής. Ο μακρόχρονος χαρακτήρας και το μεγάλο και αδιαίρετο κόστος των υποδομών αποτελούν επιχειρήματα υπέρ της χρηματοδότησης της ερευνητικής υποδομής, η μεγιστοποίηση των εξωτερικών οικονομιών βαραίνει υπέρ του ανθρώπινου δυναμικού, ενώ η ανάγκη σταθερότητας στη δημόσια χρηματοδότηση συνηγορεί υπέρ της θεσμικής χρηματοδότησης, της επιδότησης δηλαδή της λειτουργίας των ερευνητικών ινστιτούτων. Οι περισσότερες χώρες, και η Ευρωπαϊκή Ένωση μέσω των Προγραμμάτων - Πλαίσιο, επιλέγουν ένα συνδυασμό των παραπάνω, περισσότερο έκφραση «εξάρτησης από το παρελθόν» (path dependency) παρά αποτέλεσμα ορθολογικής επιλογής.

Αν υπάρχει κάποια τάση πάντως, αυτή είναι υπέρ της ολοένα μεγαλύτερης έμφασης στον ανθρώπινο παράγοντα. Η εκπαίδευση, οι αποδοχές, οι συνθήκες εργασίας, η ελευθερία άσκησης της ερευνητικής λειτουργίας, η ισότητα ευκαιριών ανεξάρτητα από το φύλο (και η, κατά συνέπεια, ενεργοποίηση του μέγιστου δυναμικού), αλλά και η κινητικότητα των ερευνητών και ερευνητριών, τόσο η γεωγραφική όσο και τομεακή (από την ακαδημία προς τη βιομηχανία και αντίστροφα) απασχολούν ολοένα και περισσότερο όσους χαράζουν την ερευνητική πολιτική.

Ποια έρευνα χρηματοδοτείται

Το δεύτερο και δυσκολότερο ίσως ζήτημα αφορά στην επιλογή του ερευνητικού τομέα. Πρώτα-πρώτα το αν θα υπάρξει εκ των προτέρων τέτοια επιλογή και δεύτερο το ποια θα είναι αυτή. Η περίφημη πρόταξη της βασικής έρευνας και της επιστήμης ως «ατελείωτου συνόρου» από τον Vannevar Bush το 1945 και του «γραμμικού μοντέλου καινοτομίας» που αυτή συνεπαγόταν, σιγά-σιγά έδωσε τη θέση της στην ανάγκη «χρήσιμης έρευνας», έρευνας με προκαθορισμένη αποστολή και στρατηγική στόχευση.

Η αναφορά σε - όχι επαρκώς τεκμηριωμένα, άλλωστε - «ευρωπαϊκά παράδοξα», σύμφωνα με τα οποία η αριστεία ως προς την επιστήμη δεν οδηγεί και σε αντίστοιχες καινοτομίες και, άρα, βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, βοήθησε στο να δοθεί προτεραιότητα στην «τεχνολογία» σε αντιπαράθεση με την «έρευνα» (εννοώντας τη θεμελιώδη μορφή της). Οδήγησε δε ακόμα σε μορφές κεντρικού προγραμματισμού ως προς την αναγκαία έρευνα, με προεπιλογές άνωθεν των νικητών, κ.λπ. Τα συνεχώς ασαφέστερα όρια ανάμεσα στη βασική και την εφαρμοσμένη έρευνα (ιδιαίτερα, αλλά όχι μόνο στο χώρο των «επιστημών της ζωής») παράλληλα με την ανάγκη μιας πολύ-επιστημονικής προσέγγισης, αλλά και μια αυξανόμενη εμπιστοσύνη στην εκ των κάτω έκφραση της ζήτησης, φαίνεται να οδηγούν προς μια κατεύθυνση, όπου η έμφαση θα δίνεται λιγότερο στον εκ των προτέρων καθορισμό των προτεραιοτήτων και περισσότερο στο ποιος και κάτω από ποιες συνθήκες εκφράζει αυτές τις προτεραιότητες. Έτσι, ο καθορισμός της ερευνητικής ατζέντας αντανακλά άμεσα την ισορροπία όχι μεταξύ ελεύθερης και στρατηγικής έρευνας, όχι μεταξύ βασικής και εφαρμοσμένης έρευνας, ή μεταξύ επιστήμης και τεχνολογίας, ούτε μεταξύ π.χ. φυσικής και βιολογίας, ή θετικών και κοινωνικών επιστημών, αλλά μεταξύ της έρευνας που έρχεται ως πρόταση από τρεις διαφορετικές πηγές: Τον παραγωγικό ιδιωτικό τομέα ως τον κατεξοχήν εκφραστή των αυριανών αναγκών του πολίτη, την κοινωνία ως προς τα μείζονα δημόσια αγαθά (υγεία, περιβάλλον, κλιματική αλλαγή, κ.λπ.), αλλά και τον ίδιο τον ερευνητή και την ερευνήτρια.

Έχουμε δηλαδή μια δυναμική συνύπαρξη της ζήτησης του αποτελέσματος της έρευνας με μια ανανεωμένη εμπιστοσύνη στη «δυναμική της επιστήμης», στο ότι δηλαδή η έρευνα η οποία έχει ως αφετηρία την επιστημονική περιέργεια του ερευνητή θα αποδειχθεί και «χρήσιμη». Μια είναι η προϋπόθεση κι ένα το κριτήριο επιλογής τόσο της έρευνας που πηγάζει από τη ζήτηση του αποτελέσματος, όσο κι εκείνης που πηγάζει από την επιστημονική περιέργεια: η επιστημονική αριστεία. Και μπορεί μεν πρακτικά να μην έχει υπάρξει καλύτερος τρόπος ελέγχου αυτής της αριστείας από την «αξιολόγηση των ομοίων» με όλα τα ενυπάρχοντα προβλήματα, τα οποία συχνά συνοψίζονται στο γνωστό «Matthew effect» (από ένα απόσπασμα του κατά Ματθαίο Ευαγγελίου που προτρέπει να δίνεται σε όσους ήδη έχουν), όπου η «αναγνώριση» και η φήμη οδηγεί στο να δίνονται περισσότερα σε όσους έχουν ήδη πολλά, η επιστημονική αριστεία όμως παραμένει το ζητούμενο.

Ποιος είναι ο φορέας της έρευνας

Το τρίτο μείζον ερώτημα αναφέρεται στους ερευνητικούς φορείς. Το ερευνητικό έργο κατανέμεται μεταξύ του Πανεπιστημίου, του δημόσιου Ερευνητικού Κέντρου και του παραγωγικό τομέα, με μεγάλες αποκλίσεις από χώρα σε χώρα ως προς τα σχετικά μερίδια. Οι διαφορές αυτές αντικατοπτρίζουν ιστορικές κατά κύριο λόγο καταβολές, συνδέονται με την απάντηση που επιλέγεται να δοθεί στα άλλα δύο ερωτήματα, αλλά έχουν και αυτόνομο χαρακτήρα. Η θέση, η οποία συνδέεται με το όνομα του Alexander Von Humboldt, ως προς την ενότητα των πολλαπλών λειτουργιών του πανεπιστημίου αντιπαρατίθεται στη «βολονταριστική», προσήλωση των φορέων σε ένα σκοπό και μια δράση, ενώ τέλος, η δομή του ερευνητικού συστήματος μιας χώρας φανερώνει συχνά ιδεολογικές προκαταλήψεις σε σχέση με τον ιδιωτικό ή δημόσιο χαρακτήρα του φορέα ο οποίος καλείται να παράσχει το δημόσιο αγαθό. Το μόνο πάντως επιχείρημα επί του οποίου μπορεί να στηριχτεί η απόφαση ως προς τον ερευνητικό φορέα συνδέεται και πάλι με τις εξωτερικές οικονομίες και τις οικονομίες κλίμακας. Το ζητούμενο είναι αν αυτές μεγιστοποιούνται από τη σύνδεση με την παραγωγή, από τη σύνδεση με τις άλλες πανεπιστημιακές λειτουργίες, ή, τέλος, από την εστίαση σε συγκεκριμένους στόχους στην περίπτωση των ερευνητικών κέντρων.

Όσο δε και να ηχεί παράξενα, αντίστοιχα είναι και τα ερωτήματα σε σχέση με την ιδιωτική χρηματοδότηση. Η ιδιωτική χρηματοδότηση της έρευνας δεν αφορά μόνο στην έρευνα που διεξάγεται στο εσωτερικό της επιχείρησης. Ολοένα και μεγαλύτερο μερίδιο της δίνεται εκτός επιχείρησης (outsourcing), συνήθως σε πανεπιστήμια, με διαφορετικές μορφές σύμβασης ή συμφωνίας. Οι παρατηρούμενες δε τάσεις είναι συχνά αντιφατικές. Από τη μια πλευρά η γεωγραφία μετράει και, ολοένα και μεγαλύτερο ποσοστό της εξωτερικής αυτής χρηματοδότησης από επιχειρήσεις κατευθύνεται σε γειτνιάζοντα πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα, ενώ από την άλλη, η πληροφορική επανάσταση απελευθέρωσε την εξωτερική χρηματοδότηση από αυτή την υποχρέωση γειτνίασης.

Η δημόσια χρηματοδότηση της έρευνας αποτελεί την αμεσότερη δημόσια παρέμβαση στην ερευνητική λειτουργία, όχι όμως και τη μόνη, ίσως δε ούτε την πιο αποτελεσματική. Δημόσια πολιτική μπορεί να υπάρξει σε τουλάχιστον τρία ακόμη επίπεδα: Την υποβοήθηση με άλλους, πέραν της άμεσης χρηματοδότησης, τρόπους της έντασης έρευνας του παραγωγικού τομέα, την επίδραση στη ζήτηση της έρευνας και των αποτελεσμάτων της, και, τέλος και γενικότερα, στον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία στο σύνολο της βλέπει την επιστήμη, τη γνώση ή και την ίδια την έρευνα.

Στις περισσότερες χώρες, παράλληλα με την άμεση χρηματοδότηση της έρευνας υπάρχει καθεστώς έμμεσης χρηματοδότησης με τη θέσπιση φορολογικών απαλλαγών και ελαφρύνσεων. Η αποδοτικότητα των μέτρων αυτών είναι βέβαια ευθεία συνάρτηση του σχετικού ύψους τους, αλλά εξαρτάται επίσης από το αν το κόστος της έρευνας αποτελεί ή όχι τον σημαντικότερο παράγοντα καθορισμού της έντασης έρευνας της επιχείρησης. Οι έρευνες εν προκειμένω έχουν δείξει ότι, πέραν των κλαδικών χαρακτηριστικών και των στοιχείων που σχετίζονται με την ζήτηση των προϊόντων, οι παράγοντες που έχουν σημασία, και επί των οποίων είναι δυνατή η άσκηση δημόσιας πολιτικής περιλαμβάνουν το γενικό κανονιστικό πλαίσιο, το ειδικό κανονιστικό πλαίσιο αναφορικά με π.χ. την πνευματική ιδιοκτησία, το ύψος των δημόσιων δαπανών για την έρευνα, λόγω του «αποτελέσματος μόχλευσης» («leverage effect»), τη διαθεσιμότητα των ερευνητών και, βέβαια, το τραπεζικό σύστημα, τη βελτίωση δηλαδή της δυνατότητας πρόσβασης των επιχειρήσεων, ιδιαίτερα των μικρών επιχειρήσεων, σε ειδικές πηγές χρηματοδότησης (σχήματα εγγυήσεων, διαθεσιμότητα κεφαλαίων επισφαλών και ριψοκίνδυνων επενδύσεων - venture capital κ.λπ.), αλλά και τη γενικότερη αντιμετώπιση του «κινδύνου» από την κοινωνία.

Ας επαναλάβω ότι όλα αυτά τα εν δυνάμει μέτρα ενίσχυσης της ερευνητικής προσπάθειας της επιχείρησης βρίσκονται σχεδόν πλήρως στα χέρια των κυβερνήσεων σε εθνικό επίπεδο. Οι μόνες δυνατότητες επηρεασμού από το «ομοσπονδιακό» επίπεδο αφορούν στους κανόνες του ανταγωνισμού, όπου γενικά το σχετικό καθεστώς επιτρεπόμενων κρατικών ενισχύσεων είναι, και γίνεται ολοένα και περισσότερο, ελαστικό, και σε έναν «ανοικτό συντονισμό» που, όπως προελέχθη, λίγο απέχει από μια απλή αλληλοενημέρωση ως προς τα μέτρα και τα προβλήματα.

Η ενίσχυση όχι μόνο της προσφοράς, αλλά και της ζήτησης γνώσης και προηγμένης τεχνολογίας, μπορεί να γίνει, και γίνεται σε συνεχώς περισσότερες χώρες, τόσο άμεσα όσο και έμμεσα. Η άμεση ενίσχυση γίνεται μέσω των κρατικών προμηθειών κάθε είδους, από τις αμυντικές δαπάνες μέχρι εκείνες της υγείας, της παιδείας και της δημόσιας διοίκησης. Έμμεση ενίσχυση μπορεί να γίνει μέσω της επιδότησης των επιχειρήσεων, οι οποίες χρησιμοποιούν «εισροές γνώσης», είτε με την πρόσληψη υψηλής μόρφωσης ανθρώπινου δυναμικού, είτε με τη χρήση κεφαλαιουχικού εξοπλισμού υψηλής τεχνολογίας.

Πως η κοινωνία αντιμετωπίζει τη γνώση

Τέλος, το ζήτημα του γενικότερου τρόπου με τον οποίο η κοινωνία αντιμετωπίζει τη γνώση, την επιστήμη και, ακόμα περισσότερο, την έρευνα, δηλαδή την αβεβαιότητα και το ερώτημα ακόμα πιο πολύ από την απάντηση και τη σιγουριά, είναι τεράστιο και ξεπερνά κατά πολύ την ανάγκη μιας καλύτερης επικοινωνιακής προβολής του ρόλου της επιστήμης έτσι ώστε να βελτιωθεί η «δημόσια κατανόηση της επιστήμης». Το ζητούμενο είναι ένα νέο «συμβόλαιο», ένας «διάλογος» της επιστήμης με την κοινωνία, για να ξεπεραστεί το σημερινό παράδοξο όπου, από τη μια μεριά η γνώση προχωρά με ρυθμούς ταχύτερους από ποτέ άλλοτε και η κοινωνία και η οικονομία δείχνουν έτοιμες να απορροφήσουν αμέσως την τεχνολογική πρόοδο στην οποία οδηγεί η γνώση, από την άλλη όμως η ίδια η κοινωνία δυσπιστεί στο καινούργιο. Η επιστήμη «καλείται» ολοένα και περισσότερο από την κοινωνία, αλλά η ίδια η κοινωνία υποβιβάζει την επιστήμη και τον επιστήμονα. Συνεχώς μικρότερο ποσοστό παιδιών αποφασίζει να ασχοληθεί με την επιστήμη, ο τρόπος που διδάσκεται η επιστήμη στο σχολείο σκοτώνει αντί να προάγει την περιέργεια και την αναζήτηση νέων απαντήσεων. Ακόμα, το πρότυπο του επιστήμονα που προβάλλεται είναι πάντα ενός (ποτέ μιας) τουλάχιστον εκκεντρικού μεσήλικα, συχνά του «κακού», με προβληματική εμφάνιση και α-κοινωνική ή ακόμα και αντικοινωνική συμπεριφορά.

Με δεδομένη την παραχθείσα και παραγόμενη γνώση, δηλαδή την ερευνητική δραστηριότητα, το επόμενο ερώτημα που ανακύπτει είναι το πώς μεταδίδεται και μεταφέρεται η γνώση αυτή στην κοινωνία συνολικά, αλλά και στην επιχείρηση που καλείται να την «χρησιμοποιήσει», μετατρέποντας την σε καινοτομία. Το ζήτημα αυτό θέτει επί τάπητος το μέγα θέμα του μεταβαλλόμενου ρόλου του Πανεπιστημίου, ως τον κατεξοχήν παραγωγό γνώσης. Πως είναι δυνατό να συμβιβαστεί η θεμελιώδης αρχή της ελεύθερης διάχυσης των αποτελεσμάτων της έρευνας με τη «μονοπωλιακή μεταφορά» τους προς μια συγκεκριμένη επιχείρηση, η οποία αποτελεί και την προϋπόθεση για την όποια οικονομική τους εκμετάλλευση. Η ανοικτή, ελεύθερα και άμεσα διαθέσιμη γνώση καλείται να συνυπάρξει με το αντίθετο της - τη συνεργασία (θεσμικά μέσω συμβατικής σχέσης ή άτυπα μέσω δικτύωσης) με συγκεκριμένο χρήστη της γνώσης. Στο βαθμό δε που η γνώση αυτή είναι «εσωτερική», αποτελεί δηλαδή τμήμα του «κεφαλαίου» που είναι ενσωματωμένο στον ερευνητή ή την ερευνήτρια, η μεταφορά της από το πανεπιστήμιο στην επιχείρηση μπορεί να γίνει και μέσω της κινητικότητας από και προς τη βιομηχανία.

Αν περάσουμε τώρα από την παραγωγή και τη μεταφορά γνώσης στη διαχείριση της, στην καινοτομία, η πρώτη παρατήρηση που αξίζει να γίνει είναι ότι εδώ ίσως βρίσκεται και η μεγαλύτερη απόκλιση λόγων και πράξεων πολιτικής. Την ανάγκη προώθησης της καινοτομίας επικαλούνται οι πάντες, αλλά τα μέτρα δημόσιας πολιτικής, άμεσα προσανατολισμένης προς αυτή την κατεύθυνση, είναι ελάχιστα. Άλλωστε, «αν η έρευνα αποτελεί τη διαδικασία μετατροπής του χρήματος σε γνώση, η καινοτομία αφορά στη μετατροπή της γνώσης σε χρήμα». Στην καινοτομία, η οποία ως λειτουργία ταυτίζεται σχεδόν με την επιχειρηματική δραστηριότητα, περιθώρια ουσιαστικής πολιτικής παρέμβασης υπάρχουν, αλλά είτε συνδέονται με τις άλλες δύο πλευρές του «τριγώνου της γνώσης» (την έρευνα και την εκπαίδευση), είτε έχουν σαφώς πιο «μάκρο» χαρακτήρα, και αναφέρονται στο γενικότερο κλίμα σε σχέση με την επιχειρηματικότητα στην κοινωνία, την ευκολία χρηματοδότησης ριψοκίνδυνων και αβέβαιων επιχειρηματικών πλάνων, τη γενικότερη νοοτροπία σε ζητήματα ρίσκου και πιθανής χρεοκοπίας, το υπάρχον κοινωνικό κεφάλαιο, κ.ο.κ.

Η εκπαίδευση

Δύο λόγια τέλος για την τρίτη πλευρά του «τριγώνου της γνώσης» - την εκπαίδευση, παρόλο ότι και η σημασία της και το εύρος των συντελούμενων αλλαγών θα άξιζαν πολύ βαθύτερη θεώρηση. Θεωρώ ότι το βαθύτερο ζήτημα είναι ένα: Σε τι βαθμό η ανάγκη, σήμερα περισσότερο παρά ποτέ, αποτελεσματικής και αποδοτικής λειτουργίας της εκπαίδευσης έρχεται σε αντίθεση με τους θεμελιώδεις κοινωνικούς και εξατομικευμένους στόχους της; Σε τι βαθμό η θεμελιώδης αρχή της δικαιοσύνης και ισότητας ευκαιριών ανεξάρτητα από οικονομικές δυνατότητες, φύλο, θρησκεία ή εθνικότητα απειλείται από την εισβολή του κριτηρίου της αποτελεσματικότητας; Είναι εντέλει συμβατές η αποτελεσματικότητα και η δικαιοσύνη; Και πέραν της δικαιοσύνης, ο στόχος της κοινωνικής κινητικότητας, ο οποίος ταυτίστηκε περισσότερο με την εκπαίδευση παρά με όποια άλλη δημόσια λειτουργία, κινδυνεύει από αυτή τη θεοποίηση της αποτελεσματικότητας;

Είδαμε στα προηγούμενα πόσο οι τάσεις ως προς τη ζήτηση και τη χρήση του προϊόντος της έρευνας μπορεί να επιφέρουν σοβαρές επιπτώσεις στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί και θα δραστηριοποιείται το Πανεπιστήμιο στο άμεσο μέλλον. Πόσο η ανάγκη αποτελεσματικότερης ένταξης του στην παραγωγή και την κοινωνία μπορεί να μεταβάλλει τον ίδιο τον κεντρικό προσανατολισμό του.

Αλλά και πέραν αυτού. Πληθαίνουν οι φωνές εκείνων που αμφισβητούν ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ του κοινωνικού και του ιδιωτικού οφέλους της παρεχόμενης εκπαίδευσης, ιδιαίτερα της τριτοβάθμιας. Εκείνων δηλαδή που υποστηρίζουν ότι, με όρους αποδοτικότητας, ταυτίζεται (ή περίπου) το κοινωνικό και το ιδιωτικό όφελος, καταλύοντας έτσι όλη τη θέση της εκπαίδευσης ως δημόσιου αγαθού. Συνδέεται με αυτό και το ζήτημα των διδάκτρων, και προβάλλεται η ανάγκη επαναφοράς τους (στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, όπου έχουν, συχνά εδώ και πολλές δεκαετίες, καταργηθεί). Άλλωστε, υποστηρίζεται, ούτε η αναδιανεμητική λειτουργία της μη καταβολής τους είναι προφανής, από τη στιγμή που η κατανομή των χρηστών της παρεχόμενης αυτής δημόσιας υπηρεσίας δεν είναι περισσότερη άνιση από εκείνη των φορολογούμενων.

Αμφιλεγόμενο και μείζον είναι και το ζήτημα της σχέσης ποσότητας και ποιότητας σχεδόν κάθε δημόσιας δαπάνης στο χώρο της εκπαίδευσης. Προς ποια κατεύθυνση και πως πρέπει να αυξηθεί το επίπεδο της εκπαίδευσης; Πως θα μεγιστοποιηθεί η απόδοση κάθε πρόσθετης δαπάνης; Είναι προτιμότερη η βελτίωση της παρεχόμενης εκπαίδευσης των «καλύτερων» ή η ανύψωση του συνολικού επιπέδου;

Οι απαντήσεις σε όλα αυτά παραμένουν έντονα ιδεολογικά φορτισμένες και αποτελεί ίσως λάθος η απόπειρα αποφόρτισης τους και αποκλειστικά «τεχνοκρατικής θεώρησης». Υπάρχουν παρόλα αυτά κάποιες βασικές αρχές, κάποιες κεντρικές τάσεις οι οποίες δεν γίνεται να αγνοηθούν. Αυτό αφορά όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης (και τη δια βίου), ιδιαίτερα όμως την τριτοβάθμια. Ο διεθνής ανταγωνισμός και γενικότερα, η διεθνοποιημένη δράση περιλαμβανόμενης της κινητικότητας καθηγητών, φοιτητών, αλλά και ιδεών και γνώσης συνθέτουν αυτό που στη γλώσσα των πρόσφατων Ανακοινώσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης εμφανίζεται ως το «σύγχρονο» ή μάλλον το «εκσυγχρονισμένο» Πανεπιστήμιο. Κεντρικός άξονας, αλλά και προϋπόθεση ταυτόχρονης αντιμετώπισης της καινούργιας αυτής διεθνικότητας χωρίς απώλεια της δημόσιας λειτουργίας του, αποτελεί η απαγκίστρωση του από κάθε κρατικό εναγκαλισμό. Η αυτόνομη λειτουργία του, όχι ως άρνηση της δημόσιας λειτουργίας του, αλλά ως προϋπόθεση άσκησης της.

Το ενδιαφέρον, και εν πολλοίς αντιφατικό, βρίσκεται στο ότι, ενώ η εκπαίδευση ρητά αποκλείεται από κάθε ομοσπονδιακή ενοποίηση στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποτελεί συγχρόνως και τον τομέα όπου το εκκολαπτόμενο ευρωπαϊκό ’Παράδειγμα της Γνώσης’ θα έχει και τις βαθύτερες συνέπειες. Όχι ως αποτέλεσμα θεσμικών παρεμβάσεων και της εφαρμογής της «κοινοτικής μεθόδου», ή της «μεθόδου του ανοικτού συντονισμού», ή ακόμα διακρατικών συμφωνιών, αλλά ως αποτέλεσμα της γενικευμένης και διεθνοποιημένης «κοινωνίας της γνώσης».

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι