..."Νέα κατάσταση, νέα καθήκοντα"...

Χριστίνα Πουλίδου, Αυγή της Κυριακής, 10/02/2008

Όπως ακριβώς οι εργοδότες αποφεύγουν να αναφερθούν σε προοπτικές απολύσεων και μιλούν για τις δυσκολίες της επιχείρησης και της συγκυρίας, έτσι και όσοι αναφέρονται στην ευρωτουρκική πορεία αποφεύγουν να δηλώσουν την ενταξιακή της προοπτική και μιλούν για την ευρωπαϊκή της πορεία. Στην πραγματικότητα, στην Ευρώπη ουδείς σήμερα πιστεύει ότι η Τουρκία θα ενταχθεί στην Ε.Ε., έχει όμως επιβληθεί ο νόμος της σιωπής – αφενός για να ολοκληρωθεί απρόσκοπτα η διαδικασία επικύρωσης της συνθήκης της Λισσαβώνας και αφετέρου, διότι η κατάρριψη του ενός σχήματος πρέπει να συνοδευτεί από την εισήγηση ενός άλλου. Το οποίο υπάρχει στη σκέψη όλων ως περίγραμμα, αλλά όχι ως επεξεργασμένη πρόταση.

Η μετεξέλιξη αυτή ευνοεί την Ελλάδα; Και ναι και όχι. Την ευνοεί, στον βαθμό που τηρείται μια δίκαιη διαδικασία: εφόσον η Τουρκία αποφεύγει να προχωρήσει στις απαραίτητες προσαρμογές και δεν δείχνει την απαιτούμενη πολιτική βούληση για την επίλυση των διαφορών με τους γείτονες, δεν λαμβάνει αντιστοίχως τα ανταλλάγματα που θα της αναλογούσαν υπό άλλες συνθήκες. Απλά, καθαρά και δίκαια. Την ευνοεί επίσης, διότι στον συσχετισμό δυνάμεων της περιοχής, η Τουρκία (που είναι μια ισχυρή χώρα) δεν θα είναι μέλος της Ε.Ε., μολονότι στα δυτικά της θα περιβάλλεται από μικρές χώρες-μέλη της Ε.Ε. και άρα θα υπάρχει μια εξισορρόπηση πραγματικής και πολιτικής ισχύος. Την ευνοεί τέλος κατά ένα τρόπο που προκύπτει διά της εις άτοπον απαγωγής. Ειδικότερα, η ενταξιακή προοπτική της Τουρκίας με ευρωπαϊκούς όρους ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την προώθηση της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Το πράσινο φως στην τουρκική υποψηφιότητα άναψε όταν έτρεχε η διαδικασία του ευρωσυντάγματος και άρα, κατά το σχήμα της εποχής, η Ε.Ε. προοπτικά θα διαμορφωνόταν σε ομόκεντρους κύκλους και η Τουρκία θα εντασσόταν σε έναν απ΄αυτούς.

Σήμερα, οι συνθήκες έχουν αλλάξει. Το ναυάγιο του ευρωσυντάγματος, η ισχυρή θεσμική κρίση και η επούλωση μέσω της συνθήκης της Λισσαβώνας έδειξαν ότι στην Ε.Ε. δεν υπάρχει σήμερα ένα ισχυρό κέντρο που να κατευθύνει τις εξελίξεις. Οι εξελίξεις αυτές έδειξαν επίσης, ότι δεν υπάρχει μια συγκροτημένη πολιτική βούληση που να θέσει στις ράγες το εγχείρημα της ενοποίησης. Η διεύρυνση επομένως προς ανατολάς, συγκεκριμένα με την Τουρκία, έμεινε στον αέρα ως μία δέσμευση που βαρύνεται από ένα ελάττωμα.

Τα νέα δεδομένα και οι συνέπειές τους

Για την ακρίβεια, η προοπτική δραστικής περιστολής των κοινοτικών κονδυλίων που λαμβάνουν οι 27 επ’ ωφελεία της Τουρκίας, σε συνδυασμό με την προοπτική ένταξης μιας χώρας που ενδέχεται (κατά τον χρόνο της προσχώρησής της) να είναι πρώτη δύναμη στην ευρωπαϊκή κλίμακα και άρα να κατευθύνει τις ευρωπαϊκές εξελίξεις -υπό το βάρος μάλιστα των γνωστών αμερικανοβρετανικών εξαρτήσεων που τη συνοδεύουν- είναι μια απευκταία εξέλιξη για τη συντριπτική πλειοψηφία των ευρωπαϊκών χωρών.

Η Ε.Ε. των 27, που αντιμετωπίζει ήδη σοβαρά προβλήματα ασυνεννοησίας, δυσκινησίας και δυστοκίας, θα διαλυθεί υπό το βάρος της Τουρκίας –αυτή είναι η ανησυχία που φωτίζει το μοντέλο της ειδικής σχέσης Ε.Ε.-Τουρκίας.

Η μεταστροφή αυτή στα καθ’ ημάς σηματοδοτήθηκε από μιαν αναφορά του \Κώστα Σημίτη\, ο οποίος στο ακαδημαϊκό περιβάλλον του Κέιμπριτζ αισθάνθηκε την άνεση να διατυπώσει μια "αιρετική" σκέψη. Και είναι αιρετική κατά τη μέση αντίληψη, διότι ο ίδιος ο φορέας της υπήρξε ο εισηγητής -σε ευρωπαϊκή κλίμακα- της στρατηγικής που προέβλεπε την ενταξιακή προοπτική της Τουρκίας. Τι έγινε λοιπόν; Ήταν στραβός ο γυαλός ή στραβά αρμενίζαμε;

Η πραγματικότητα δηλοί ότι η στρατηγική του Ελσίνκι (που είχε ως καταληκτικό της σημείο την ένταξη της Τουρκίας) είχε οικοδομηθεί στο υπόστρωμα τριών υποθέσεων: ότι το εγχείρημα της ευρωπαϊκής ενοποίησης θα προχωρούσε, ότι η διαδικασία επίλυσης των ελληνοτουρκικών θα ωρίμαζε υπό την πίεση μάλιστα του χρονοδιαγράμματος της Χάγης και ότι τέλος, θα υπήρχε μια συνεχής πίεση για τη λύση του Κυπριακού.

Σήμερα και οι τρεις αυτές υποθέσεις έχουν ματαιωθεί – η ευρωπαϊκή ενοποίηση έχει ανασταλεί μέχρι νεωτέρας, ενώ στην επίλυση των ελληνοτουρκικών και του Κυπριακού δεν υπάρχει επισπεύδων και άρα, η πίεση που ασκείται επί της Τουρκίας είναι μηδαμινή. Με όρους "εθνικού οφέλους", επομένως, γιατί συμφέρει την Ελλάδα να υπόσχεται την πλήρη ένταξη στην Τουρκία όταν αυτή η εξέλιξη δεν συνδυάζεται με την επίλυση κάποιου δικού της προβλήματος; Και επιπλέον, γιατί συμφέρει την Ελλάδα να επιμένει σε αυτή τη στρατηγική, όταν η περιρρέουσα ατμόσφαιρα στην Ευρώπη έχει αλλάξει και μόνον η Βρετανία εξακολουθεί να υποστηρίζει αυτή τη γραμμή;

Πολιτική διανοητική οκνηρία

Στο ερώτημα αυτό υπάρχουν τρείς απαντήσεις: η ηρεμία στο Αιγαίο είναι το κίνητρο που υπαγορεύει στην Ελλάδα τη συγκεκριμένη στάση – είναι η πρώτη απάντηση. Που υποτιμά όμως το γεγονός, ότι στην ίδια την Τουρκία έχει αντιστοίχως μεταστραφεί το κλίμα και η ενταξιακή προοπτική έχει θαμπώσει, ενώ έχει αναδειχθεί ο ρόλος της ηγέτιδας δύναμης στη Μέση Ανατολή. Κατά συνέπεια, αφού η ίδια η ενδιαφερομένη παγώνει τις εξελίξεις και στρέφει αλλού τα ενδιαφέροντά της, πώς δικαιολογείται η ελληνική εμμονή στο ενταξιακό μέλλον της Τουρκίας;

Η δεύτερη εξήγηση έχει να κάνει με το θυμικό του Έλληνα. Η υπέρβαση που έκανε την εποχή του Ελσίνκι, όταν από το βέτο πέρασε στην πλήρη ένταξη, αισθάνθηκε ότι πιστοποίησε τη λεβεντιά του, ότι ταυτίστηκε με μια "κιμπάρικη" στάση προς τον γείτονα, ενώ επίσης τον έκανε διακριτό εταίρο στο πλαίσιο της Ε.Ε. –και η ευχάριστη γεύση της υπέρβασης, όσο κι αν ξεπεράστηκε με τον χρόνο, κρατά ακόμη κάτι απ’ τη γοητεία της.

Η τρίτη εξήγηση έχει να κάνει με την ελληνική αδράνεια. Η χάραξη μιας νέας στρατηγικής είναι μια μεγάλη υπόθεση που απαιτεί κόπο, τόλμη και αίσθηση των ευρωπαϊκών εξελίξεων. Αντίθετα, η εμμονή στα στερότυπα είναι τόσο εύκολη, τόσο ασφαλής και τελικά, τόσο αγαπημένη...

Θέμα επικαιρότητας:
Κυπριακό

Σύνολο: 252 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι