Τα τεχνάσματα της νέας ερευνητικής πολιτικής

Με αφορμή το ψηφιζόμενο νομοσχέδιο

Νίκος Παναγιωτόπουλος, Ελευθεροτυπία, 20/02/2008

Την ίδια στιγμή που η κοινή γνώμη προσηλώνεται στις λεπτομέρειες της «υπόθεσης Ζαχόπουλου», αλλού μεθοδεύονται καθοριστικές για το μέλλον εξελίξεις. Αναφέρομαι στο Σχέδιο Νόμου για το θεσμικό πλαίσιο της έρευνας, που ψηφίζεται τώρα στη Βουλή. Είναι γνωστό ότι η φύση δεν είναι πια ο αυτόματος πιλότος της Γης. Εχουν δρομολογηθεί περιβαλλοντικοί αλλά και κοινωνικοπολιτικοί κίνδυνοι, που αν αφεθούν στις κεκτημένες ταχύτητες οδηγούν σε καταστροφές. Η έρευνα για το είδος, το μέγεθος των κινδύνων, τους τρόπους αντιμετώπισης και κάποτε για τα μέσα προαγωγής της ζωής καθορίζει σήμερα παρεμβάσεις ζωτικές για όλους.

Το Σχέδιο Νόμου αποτελεί περισσότερο την αφορμή και λιγότερο το εντοπισμένο αντικείμενο όσων ακολουθούν. Αρκεί άλλωστε μια απλή ανάγνωσή του για να επιβεβαιώσει κανείς αμέσως τις κύριες αντιρρήσεις: τη δυσανάλογη ενίσχυση του ρόλου των επιχειρηματιών στην έρευνα, τον αντίστοιχο περιορισμό της δημόσιας φυσιογνωμίας της ερευνητικής δραστηριότητας στο πανεπιστήμιο (παρά τη μέχρι σήμερα προκοπή) και το συγκεντρωτικό γραφειοκρατικό χαρακτήρα του συστήματος διαχείρισης.

Διαδίδεται από καιρό και παντού η ιδέα ότι χρειάζεται να ενισχυθεί η σχέση της έρευνας με τον ιδιωτικό χώρο. Είναι φανερό βέβαια, ότι καμιά αμιγής και ακραία τοποθέτηση, υπέρ ή κατά της ιδιωτικής διαχείρισης της έρευνας, δεν είναι πια υποστηρίξιμη. Στην «κυβερνητική αποτυχία» της ερευνητικής πολιτικής αντιτάσσεται η «αποτυχία της αγοράς» και απομένει να σταθμίζεται σεμνά και ταπεινά το κόστος της καθεμιάς. Ούτε άλλωστε η Αιτιολογική Εκθεση του Σχεδίου Νόμου διακηρύσσει κάποια μονομερή πολιτική.

Το ζήτημα είναι ότι σήμερα η ισορροπία ανατρέπεται πρακτικά. Η εξάρτηση της έρευνας από την αγορά αναπτύσσεται ραγδαία, άνωθεν και κάτωθεν, άμεσα και έμμεσα, ενώ παραμελούνται οι δημόσιες δαπάνες. Στο πεδίο αυτό μάλιστα, η εθνική υστέρηση υπερβαίνει κάθε άλλο ευρωπαϊκό παράδειγμα. Εγινε γνωστό1 π.χ. ότι τα ελληνικά κονδύλια για την έρευνα ανέρχονται στο 0,6% του ΑΕΠ, ενώ ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ενωση ανέρχεται στο 1,9%. Ο ευρωπαϊκός στόχος είναι μάλιστα το 3%, ενώ ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα δεδομένα, αφενός ότι η πρωτοπόρος της Ευρώπης στην ένταση της έρευνας Σουηδία επενδύει γι’ αυτήν περίπου όσα και η έκτη πολιτεία των ΗΠΑ ή η Ford, αφετέρου ότι φτωχότερες συγκριτικά χώρες, όπως η Πορτογαλία και η Σλοβενία, μας ξεπερνούν κατά πολύ.2

Ενώ λοιπόν πολλοί έχουν παρασυρθεί ή παρασύρουν στην εντύπωση ότι η κυριαρχία της αγοράς στην έρευνα οδηγεί σε άνθηση, χρήσιμο είναι να θυμόμαστε τις αγκυλώσεις που προκύπτουν από τη βασική συνθήκη: η αγορά αδιαφορεί για χρηματοδοτήσεις που δεν προάγουν τα κέρδη. Οι ανιδιοτελείς έρευνες που χρηματοδοτούνται από ιδιώτες αποτελούν εξαιρέσεις, ανεπαίσθητες στις στατιστικές και στη γενική πολιτική.

Ας αναλογιστούμε τα απλά παραδείγματα: πόσο ενδιαφέρον μπορεί να έχει η αγορά κινητής τηλεφωνίας για την εκπόνηση ερευνών που θα αποκαλύπτουν επικινδυνότητα της ακτινοβολίας των συσκευών; Χαρακτηριστικός είναι ιδίως ο τομέας του περιβάλλοντος. Η αγορά γενικά δεν ενδιαφέρεται για έρευνες που με τα ευρήματά τους θα περιορίσουν τον κύκλο εργασίας (π.χ. λόγω ρύπων) ή θα υποχρεώσουν σε δαπάνες (π.χ. για φίλτρα). Επιδιώκοντας ακριβώς το αντίθετο, φτάνει μέχρι τη χρηματοδότηση μυθιστορημάτων που υποβάλλουν την ιδέα ότι το γήινο περιβάλλον δεν κινδυνεύει.

Η αγορά πρωτογενώς επιδρά στην επιλογή των αντικειμένων της έρευνας και δευτερογενώς στα αποτελέσματα. Είναι γνωστό ότι σήμερα έχουμε χαμηλά ποσοστά ιδιωτικής χρηματοδότησης ερευνών με αντικείμενα από τις περιοχές της κοινωνιολογίας, της νομικής, της φιλολογίας, της ψυχολογίας, των πολιτικών επιστημών. Αν μια ομάδα ερευνητών θα ήθελε στη χώρα μας να ερευνήσει π.χ. τις επιμετρήσεις ποινών για ενδεχόμενες, στατιστικά αισθητές, άνισες μεταχειρίσεις σε βάρος ξένων, δεν θα κατόρθωνε να βρει χρηματοδότη· ούτε κράτος ούτε ιδιώτη.

Η κύρια (και πιο γνωστή) από τις αρνητικές επιπτώσεις της σχετικής πολιτικής της αγοράς είναι η συρρίκνωση του πεδίου της βασικής έρευνας με όφελος των «χρήσιμων εφαρμογών». Ο χρονικός ορίζοντας που συγκινεί τους επιχειρηματίες επενδυτές είναι βραχύς. Ερευνες που θα αποδώσουν καρπούς μετά πενήντα χρόνια δεν τους ενδιαφέρουν καθόλου, άλλες με καρπούς μετά δεκαετία τούς ενδιαφέρουν ελάχιστα. Ευφυείς «ειδικοί» κατόρθωσαν να ανακαλύψουν βιολογική εξήγηση αντί της οικονομικής-ταξικής για τη «μυωπία» της αγοράς3: λέγεται ότι οι δομές του ανθρώπινου εγκεφάλου δεν επιτρέπουν μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Το πολύ μπορούμε να σκεφθούμε και να προγραμματίσουμε έως τη γενιά των παιδιών μας. Επισημαίνεται επίσης ότι, «τι να γίνει», τα κεφάλαια σήμερα τα διαχειρίζονται ηλικιωμένοι άνθρωποι, που είναι λογικό να μην ασχολούνται με το απώτερο μέλλον.

Μειωμένα είναι επίσης τα ιδιωτικά κίνητρα για έρευνες με προϊόντα που μπορούν να αξιοποιηθούν από όλους ή αλλιώς τόσο «από την επιχείρησή μας» όσο και από τους ανταγωνιστές. Γι’ αυτό και κάποιες κοινωφελείς έρευνες μπορεί κάποτε να προκηρυχθούν από εταιρείες μονοπωλιακές, αλλ’ όχι και από ανταγωνιστικές.

Εν τω μεταξύ, οι κυβερνήσεις και οι αγορές αναπτύσσουν διάφορα τεχνάσματα για να εμφανίσουν τις επιλογές τους σαν συμπαθητικές, στους μεν ή στους δε. Είναι γνωστό ότι οι στόχοι των κοινωφελών επενδύσεων σε καινοτομίες συγκαλύπτονται, προκειμένου να μην προσκρούσουν σε αντιστάσεις της αγοράς. Γι’ αυτό το Internet, εργαλείο διευρυμένης κοινωνικής αξίας και χρήσης, αναπτύχθηκε αρχικά με κονδύλια του υπουργείου Αμυνας των ΗΠΑ, ως πρόγραμμα αμυντικού ενδιαφέροντος. Ενα αντίστροφο τέχνασμα είναι να εμφανίζονται σαν έρευνες κάποιες υπηρεσίες και εργολαβίες, ώστε να δικαιολογείται η διεξαγωγή τους από ερευνητικούς οργανισμούς.

Το μεγάλο κόλπο είναι όμως η εξάρτηση των επιχορηγήσεων της έρευνας από αξιολογήσεις. Οι σχετικές προτάσεις κερδίζουν εύκολα την ευρύτερη και την κοινοβουλευτική συναίνεση, αφού επί της αρχής μια αξιολόγηση αποτελεί λειτουργία εξορθολογισμού, ευθύνης και λογοδοσίας απέναντι στους εντολείς, ιδιώτες ή φορολογούμενους. Το ζήτημα είναι βέβαια το κριτήριο της αξιολόγησης. Οι οικονομικοί δείκτες κυριαρχούν και καθορίζουν. Δεν πρόκειται όμως ποτέ να «αξιολογηθούν» οι εισφορές της έρευνας στον κοινωνικό ανταγωνισμό. Δεν θα μετρήσει κανείς πόσο πολλά επενδύονται και ανακαλύπτονται υπέρ των επιχειρήσεων και πόσο λίγα υπέρ των φτωχών και των απόβλητων του κοινωνικού συστήματος. Δεν θα μετρηθούν καν τα ποσοστά της βασικής έρευνας σε σχέση με εκείνα των εφαρμογών. Ούτε θα προκύψει π.χ. πόσο πολλά επενδύονται για σκευάσματα - υποκατάστατα των ναρκωτικών και πόσο λίγα για τις ουσιαστικές και αποτελεσματικές απεξαρτήσεις στα στεγνά προγράμματα.

Το Σχέδιο Νόμου για την έρευνα θα υπερψηφιστεί μάλλον άνετα, καθώς η κοινή γνώμη, προσανατολισμένη να προσέχει τον βιντεοκομιστή, δεν πρόκειται να προβάλει αντιστάσεις. Ομως η κριτική κοινωνική παρέμβαση στο πεδίο της ερευνητικής πολιτικής θα χρειάζεται και την επόμενη μέρα.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Βλ. την από 14/2/2008 κοινή ανακοίνωση της ΠΟΣΔΕΠ και των Συλλόγων εργαζομένων στον τομέα της έρευνας.

2. Αχ. Μητσού, άρθρο, στο «Παιδεία και έρευνα», τεύχος 30/2008

3. L. Thurow, «Το μέλλον του καπιταλισμού» (μτφρ. Ε. Αστερίου, 1997), 430 κ.ε.

* Καθηγητής Νομικής ΑΠΘ

Θέμα επικαιρότητας:
Έρευνα

Σύνολο: 14 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι