Μύθοι και πραγματικότητες

Βασίλης Κρεμμυδάς, Αυγή, 25/03/2008

Στη διάρκεια μερικών δεκαετιών πριν από την επανάσταση του 1821, οι Έλληνες εκμεταλλεύτηκαν τους αποκλεισμούς του Ναπολέοντα και με τα καράβια τους εμπορεύονταν σιτάρια στην Ευρώπη και πλούτισαν πηγαίνοντας όμως στην Ευρώπη πληροφορούνταν και για τις νέες ιδέες που κυκλοφορούσαν εκεί, για τα Δικαιώματα, για την αξία της παιδείας και της μόρφωσης, για την αξία της ελευθερίας. Χρηματοδότησαν λοιπόν την κατασκευή και τη λειτουργία σχολείων αφού οι έμποροι πλούτιζαν από μέρα σε μέρα όλο και περισσότερο. Οπότε, ύστερα από όλα αυτά τα σπουδαία, φούντωσε και η επιθυμία της ελευθερίας, πήραν τα όπλα και ξεσηκώθηκαν. Έτσι, λοιπόν έγινε η Επανάσταση του 1821.

Κύριοι Δήμαρχοι,

Κυρίες και Κύριοι,

Μετά τις ευχαριστίες μου στο Νομαρχιακό συνδυασμό "Συνεργασία για τη Μεσσηνία" και την εφημερίδα "Ελευθερία" που με προσκάλεσαν και στον Ηλία Μπιτσάνη για την παρουσίαση του βιβλίου μου, επιθυμώ να σας υπενθυμίσω ότι η γενιά μου - και γενιές μετά, ίσως και οι σημερινοί νέοι - αυτά που είπα, με κάποιες παραλλαγές, αλλά στο ίδιο πνεύμα, είναι που έμαθε ως αιτία για τον ξεσηκωμό του 1821. Τα γεγονότα που περιγράφονται στα παραπάνω λόγια μου είναι όλα αληθινά μόνο που δεν είναι αυτά από μόνα τους και δεν είναι κυρίως αυτά η αιτία. Θα τα πάρουμε με τη σειρά σε λίγο. Ο τίτλος της ομιλίας μου κάνει λόγο για μύθους και πραγματικότητες. Για μύθους δεν πρόκειται να μιλήσω - μιλώντας για την πραγματικότητα θα καταλάβετε μόνοι σας ποιοι είναι οι μύθοι αφού όμως κάνω μια διευκρίνιση, ότι μύθοι, αυτό που ονομάζουμε ιστορικοί μύθοι, δεν είναι μόνον τα γνωστά τρέχοντα, όπως το κρυφό σκολειό, είναι και άλλοι, άγνωστοί σας. Άλλωστε, και οι αλήθειες, οι πραγματικότητες που δεν εξηγούνται καταλήγει να μετατρέπονται σε μύθους. Η σύντομη περιγραφή που σας έκανα στην αρχή καταλήγει να είναι μύθος, γιατί δεν εξηγεί αυτά τα πραγματικά γεγονότα ποιες διεργασίες προκάλεσαν στην υπόδουλη κοινωνία, ώστε να επαναστατήσει. Γιατί δεν είναι δυνατόν να πιστεύουμε ότι οι καραβοκυραίοι και τα πληρώματα των καραβιών επαναστάτησαν αργότερα επειδή στα ταξίδια τους στην Ευρώπη πληροφορούνταν για τις νέες ιδέες και για την Γαλλική Επανάσταση. Μακάρι να γίνονταν τόσο εύκολα οι επαναστάσεις. Ας δούμε λοιπόν πώς έγιναν τα πράγματα.

Κάπου στα μέσα του 18ου αιώνα πολλές χώρες της Ευρώπης είχαν αυξήσει τη δύναμή τους αποκτώντας νέες αποικίες. Οι αποικίες παράγουν προϊόντα και οι αποικιακές χώρες της Ευρώπης έπρεπε να τα πουλήσουν, αρχικά για να καλύψουν τη δαπάνη της αποικιακής επέκτασής τους, και κατόπιν για να κερδίσουν οι υπάρχουσες αγορές όμως, δηλαδή η ίδια η Ευρώπη, δεν ήταν πια σε θέση να απορροφά όλο και περισσότερα αποικιακά προϊόντα - χρειάζονταν νέες αγορές. Την ίδια εποχή εμφανίστηκαν, στην Ευρώπη φυσικά, τα πρώτα σταθερά σημάδια του μεγάλου γεγονότος που αργότερα ονομάσαμε Βιομηχανική Επανάσταση - και γι’ αυτό απαιτούνταν περισσότερες πρώτες ύλες και αγορές για διάθεση του βιομηχανικού προϊόντος.

Έτσι λοιπόν, από το τέλος του 17ου αιώνα, οι Γάλλοι πρώτοι - αργότερα θα ακολουθήσουν οι άλλοι - άρχισαν να οργανώνουν στις χώρες της Ανατολής προξενεία και γύρω απ’ αυτά εμπορικές παροικίες. Αυτό είναι με μεγάλη συντομία το διεθνές πλαίσιο και θα δούμε σιγά, σιγά πως αν δεν ξεκινήσουμε απ’ αυτό δεν θα καταλάβουμε ποτέ και τίποτα από την επανάσταση του 1821. Στην Πελοπόννησο το πρώτο γαλλικό γενικό προξενείο εγκαταστάθηκε και λειτούργησε στη Μεθώνη, αργότερα μετακόμισε στην Κορώνη και στο τέλος του 18ου αιώνα στην Πάτρα σε άλλες πόλεις λειτούργησαν υποπροξενεία. Θα αναρωτηθείτε ποιο ήταν το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του γαλλικού εμπορίου ώστε να έχει την επίσημη εκπροσώπησή του στη Μεθώνη και στην Κορώνη. Υπήρχε - και υπάρχει - σε αφθονία ένα προϊόν με μεγάλο ενδιαφέρον, το λάδι όχι ως τροφή, αλλά ως πρώτη βιομηχανική ύλη για τα γαλλικά σαπωνοποιεία.

Τώρα θα παρακολουθήσουμε μια πραγματική εικόνα. Θέλει λοιπόν ένας Γάλλος έμπορος εγκατεστημένος στη Μεθώνη να αγοράσει μια παρτίδα λαδιού και να το στείλει στη Μασσαλία. Τον συμφέρει να το αγοράσει από το κτήμα. Χρειάζεται όμως διερμηνέα και κάποιον να τρέξει να διαπραγματευθεί και να συγκεντρώσει το εμπόρευμα. Έλληνες ντόπιοι είναι αυτοί. Θα τρέξει λοιπόν ο μεσίτης, θα συγκεντρώσει το εμπόρευμα και θα πληρώσει σε χρήμα. Το γαλλικό καράβι όμως που θα παραλάβει το εμπόρευμα είναι μεγάλο και έχει αγκυροβολήσει στα ανοιχτά της Μεθώνης - δεν υπήρχε κατάλληλο λιμάνι. Θα βρει λοιπόν διπλόκαρα και θα μεταφέρει το εμπόρευμα στη Μεθώνη, αφού πληρώσει τον αγωγιάτη εκεί κάποιοι φορτοεκφορτωτές θα ξεφορτώσουν το εμπόρευμα και θα το φορτώσουν σε βάρκες που θα το μεταφέρουν στο αγκυροβολημένο καράβι.

Αυτή είναι η εικόνα που σας είπα. Αυτήν την εικόνα πολλαπλασιάζετέ την συνεχώς, χρόνο με το χρόνο που αυξάνουν ραγδαία οι εμπορικές πράξεις. Τοποθετήστε την εικόνα και τον πολλαπλασιασμό της σε όλο το νότιο ελληνικό χώρο. Και σκεφθείτε: πόσοι πολλοί μεσίτες, καραγωγείς, βαρκάρηδες, φορτοεκφορτωτές πόσο πολλά κάρα και βάρκες χρειάζονταν πόσο έπρεπε να αυξηθεί η παραγωγή για να ανταποκριθεί στη ζήτηση και ότι όλες οι συναλλαγές και όλες οι υπηρεσίες πληρώνονταν σε χρήμα και αμέσως. Και σκεφτείτε: η ανάγκη για περισσότερα κάρα, σημαίνει κατασκευή καινούριων, δηλαδή τη διεύρυνση του επαγγέλματος του καροποιού, και κατανάλωση περισσότερης ξυλείας, άρα κι άλλη ζήτηση μεταφορικού μέσου και καραγωγέων και η ανάγκη για περισσότερες βάρκες σήμαινε την κατασκευή και καινούριων και μεγαλύτερων, σήμαινε περισσότερη ξυλεία και τη μεταφορά της και σήμαινε, κυρίως, πολλούς περισσότερους εργαζόμενους στη ναυπηγική, στην καροποιία και στις μεταφορές. Αλλά, να επαναλάβω, με ρυθμούς εντεινόμενους από χρόνο σε χρόνο, ώστε όλες αυτές οι χειρωνακτικές, οι βιοτεχνικές εργασίες να καλύπτουν όλη τη μέρα για πολλούς, πάρα πολλούς εργαζόμενους. Μερικά μόνο χρόνια αργότερα τα αποτελέσματα έγιναν φανερά ας τα δούμε.

Πρώτα απ’ όλα η παραγωγή, αγροτική και βιοτεχνική προσανατολίστηκε στη ζήτηση από το εξωτερικό εμπόριο. Κατόπιν, και κυριότερο, καθώς όλες οι συναλλαγές γίνονταν σε χρήμα, συσσωρευόταν στα χέρια των ντόπιων ένας στην αρχή αξιόλογος και αργότερα μεγάλος χρηματικός πλούτος - άρχισε και προχώρησε ταχύτατα ο σχηματισμός αγοράς με καπιταλιστικούς όρους. Ακόμη πιο σημαντικές αλλαγές είναι στο επίπεδο των κοινωνικών σχέσεων θα τις διαπιστώσουμε αμέσως αν αναρωτηθούμε πού βρέθηκε όλος αυτός ο κόσμος που έγινε - και γινόταν συνεχώς - αυτό που λέγαμε πριν καροποιοί, καραγωγείς, φορτοεκφορτωτές, μεσίτες, κατασκευαστές πλοιαρίων, αλλά και μικροέμποροι - αργότερα μεγαλέμποροι. Είναι βέβαια πρώην αγρότες ή νέοι που μπήκαν αμέσως στα νέα επαγγέλματα, χωρίς να περάσουν, θέλω να πω από το επάγγελμα του αγρότη.

Για να δούμε τι θα πουν όλα αυτά γιατί οι αλλαγές που θα σας εξηγήσω τώρα αμέσως δεν αφορούν μόνο τα νέα επαγγέλματα: ο γεωργός που παράγει λάδι και το πουλάει τμηματικά από το σπίτι του, συχνά οκά - οκά και πολλές φορές για να το ανταλλάξει με άλλο προϊόν που χρειάζεται εκείνος και ο γεωργός που παράγει λάδι και το πουλάει αμέσως στον έμπορο, ξένο ή ντόπιο, και πληρώνεται με χρήμα είναι δύο διαφορετικοί τύποι κοινωνικού ανθρώπου ο βοηθός σε ξυλουργείο που αμείβεται με ημερομίσθιο και ο αγροτικός εργάτης που μαζεύει ελιές και αμείβεται με λάδι για το σπίτι του είναι δύο διαφορετικοί τύποι κοινωνικού ανθρώπου ο παραγωγός που πουλάει την παραγωγή του - ας μείνουμε στο λάδι - και ο έμπορος που του αγόρασε το λάδι δέκα και το πούλησε δεκαπέντε είναι δύο εντελώς διαφορετικοί τύποι κοινωνικού ανθρώπου. Ο ένας σκέφτεται με όρους επιβίωσης και αναπαραγωγής του και ο άλλος σκέφτεται με όρους κέρδους, με όρους αγοράς, με όρους επέκτασης του κεφαλαίου που επενδύει.

Από την άλλη οι Ευρωπαίοι έμποροι ενδιαφέρονταν να "ανοίξει", όπως λέμε, η αγορά, προκειμένου να μπορούν να πουλούν τα δικά τους εμπορεύματα, αυτά που έφερναν από τις χώρες τους και τις αποικίες τους η ευρεία χρήση του χρήματος διευκόλυνε την ελαστικότητα της αγοράς ο ντόπιος που κρατάει χρήμα στα χέρια του μπορεί να πάει στην αγορά, κάτι που πριν δεν μπορούσε - και, όπως είπαμε, όλο και περισσότεροι έπιαναν στα χέρια τους χρήμα και όλο και περισσότερο χρήμα. Έτσι, στους πίνακες εξαγωγών - εισαγωγών της εποχής παρατηρούμε ότι, όσο προχωρούμε προς το τέλος του 18ου αιώνα, τόσο αυξάνει η απορροφητικότητα, η αγοραστική δύναμη των ντόπιων, ώστε οι ξένοι έμποροι και τα ξένα καράβια χρειάζονταν, προκειμένου να αγοράσουν τα εμπορεύματα που ήθελαν, να εισάγουν συνεχώς λιγότερο χρήμα - αυτό είναι που αργότερα ονομάστηκε συνάλλαγμα.

Όλα αυτά τα καινούρια πράγματα που επαναλαμβάνω, προχωρούσαν ταχύτατα και ευρύτατα, θα φέρουν εντελώς νέες πραγματικότητες στη σκέψη βέβαια, στη νοοτροπία και στις συμπεριφορές των ανθρώπων, μολονότι, αυτά αλλάζουν αργά, τελευταία ώστε στο τέλος του αιώνα, του 18ου, να αρχίσουμε να μιλάμε για αλλαγή των συνειδήσεων και για διαμορφούμενη εθνική συνείδηση. Θα τα δούμε αυτά σε λίγο, αφού ξαναπιάσουμε το νήμα των εμπορικών ανταλλαγών και της ανόδου του εμπορίου των Ελλήνων. Και, παρακαλώ στο σημείο αυτό, αν σκέφτεστε "αυτός για το εικοσιένα μας είπε θα μας μιλήσει και μας λέει άλλα", να κάνετε υπομονή και θα καταλάβετε ότι για το εικοσιένα σας μιλώ. Πάμε λοιπόν πάλι στο εμπόριο. Μιλούμε τόση ώρα για χρήμα που γινόταν όλο και περισσότερο και σε όλο και περισσότερα χέρια. Και όπως μας έχουν διδάξει οι αιώνες, η Ιστορία δηλαδή, το χρήμα δεν είναι κόσμημα, δεν είναι πολύτιμος λίθος, είναι πολύτιμο μέταλλο που έχει γίνει ανταλλακτικό μέσο και χάνεται μέσα από πολύπλοκους μηχανισμούς αν μείνει ακίνητο, αν δεν αναπαράγεται μέσω της χρήσης του, αν δεν επενδύεται, όπως το λέμε επιστημονικότερα. Πού θα το επενδύσουν όμως οι νέοι κάτοχοί του; η πιο απλή και ελπιδοφόρα επένδυση έμοιαζε να είναι ο χώρος της προέλευσής του, το εμπόριο: αγορά και πώληση εμπορευμάτων και αυτό που ήταν όμως απολύτως αναγκαίο για να το μεταφέρουν, το μεταφορικό μέσο. Σας υπενθυμίζω ότι από το 1740 στο Μεσολόγγι είχε δημιουργηθεί ένας καλός στόλος από μικρά καράβια που μπορούσαν να ταξιδέψουν και σε μεγάλες αποστάσεις, στην Ιταλία ας πούμε και σας θυμίζω ότι μέσα στη δεκαετία του 1750 ένας κατοπινός μεγαλοεφοπλιστής της Ύδρας κατασκεύασε μεγάλο καράβι ώστε να εμπορεύεται με την Αίγυπτο.

Τα πράγματα, πήγαιναν, από ελληνικής πλευράς, αυξητικά και γρήγορα, ώστε το 1789 που γκρέμισε τη φεουδαρχία από την πολιτική εξουσία στη Γαλλία και ιδιαίτερα λίγο αργότερα που άρχισαν οι ευρωπαϊκοί πόλεμοι, γνωστοί ως Ναπολεόντειοι, και άδειασε η Μεσόγειος από τα καράβια των ευρωπαϊκών χωρών και οι αγρότες τους από τρόφιμα, το ελληνικό εμπόριο και η ελληνική εμπορική ναυτιλία βρέθηκαν σε ετοιμότητα επί είκοσι χρόνια κυριάρχησαν στο εμπόριο της Μεσογείου τροφοδοτώντας, με νέα, πολύ μεγάλα, πια καράβια τις ευρωπαϊκές αγορές με δημητριακά από τον Εύξεινο Πόντο και την Αίγυπτο. Τα κέρδη ήταν ασύλληπτα υψηλά ενώ ένα μεγάλο πλήθος αποζούσε πια και κέρδιζε από όλα αυτά. Ένα πλήθος Ελλήνων που άλλαξαν εντελώς οικονομική και κοινωνική κατάσταση και διαμόρφωναν αιτήματα σύμφωνα με τις νέες ιδεολογίες που διαδίδονταν ταχύτατα στην Ευρώπη και έφταναν ως τον υπόδουλο ελληνισμό. Ας ξαναπάμε σ’ αυτό.

Προηγουμένως, πρέπει να δούμε κάτι άλλο πολύ ενδιαφέρον, επίσης. Είπαμε για την τροφοδοσία των αγορών της Ευρώπης από τα ελληνικά καράβια πώς όμως γινόταν αυτό; Για να πάει το ελληνικό καράβι στον Εύξεινο Πόντο, στην Οδησσό ας πούμε, απευθυνόταν σε Έλληνες εμπόρους εγκατεστημένους εκεί που είχαν έτοιμο το φορτίο. Και όταν το καράβι έφτανε στον προορισμό του, στη Μασσαλία, για παράδειγμα, πάλι απευθυνόταν σε Έλληνες εμπόρους για να αγοράσουν το φορτίο. Θέλω να πω: ολόκληρα ελληνικά εμπορικά δίκτυα είχαν οργανωθεί σε όλα τα εμπορικά κέντρα της ανατολικής Μεσογείου και της Ευρώπης ένας ολόκληρος ελληνικός κόσμος ζούσε έξω από τα όρια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, ήταν ελεύθερος, είχε πολλούς πλούσιους, ζάπλουτους, που είχαν ενστερνιστεί τις νέες ανατρεπτικές ιδέες που κυκλοφορούσαν στην Ευρώπη και είχαν αρχίσει να κυριαρχούν.

Παράλληλα, στον υπόδουλο ελληνικό χώρο ιδρύονταν σχολεία από πλούσιους ομογενείς, πρακτικές σχολές από διάφορους φορείς, ενώ τα ελληνικά τυπογραφεία στην Ευρώπη, που δεν ήταν και λίγα, τύπωναν εφημερίδες και ελληνικά βιβλία, από αρχαίους Έλληνες συγγραφείς μέχρι μεταφράσεις σύγχρονων εγχειριδίων φυσικής, φιλοσοφίας και άλλα που έφταναν στον υπόδουλο ελληνισμό, διδάσκονταν στα σχολεία από σοφούς δασκάλους και άλλαζαν με νέες γνώσεις τις προηγούμενες δομές του γνωσιακού συστήματος στηρίζονταν και αυτές οι νέες γνώσεις στις νέες ιδέες, που λέγαμε πριν. Τι όμως ήταν αυτές οι νέες ιδέες, τι έλεγαν. Κατ’ αρχήν όλες αυτές οι νέες ιδέες έμειναν γνωστές με το όνομα Διαφωτισμός - ένα ιδεολογικό - πνευματικό κίνημα που απέβλεψε στο φωτισμό της κοινωνίας κεντρικά κηρύγματα του Διαφωτισμού ήταν η Ελευθερία και τα Δικαιώματα Ελευθερία, δηλαδή απελευθέρωση από κάθε καταπίεση, ακόμη και εσωτερική μας και Δικαιώματα ατομικά και κοινωνικά - η Γαλλική Επανάσταση τα συμπύκνωσε στο σύνθημα ελευθερία - ισότητα - αδελφοσύνη. Ο Διαφωτισμός έγινε η ιδεολογία της νέας κοινωνικής τάξης, της αστικής. Η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων διανοητών, στην Ευρώπη και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, πίστεψαν στα κηρύγματα του Διαφωτισμού, και αγωνίστηκαν να τα διαδώσουν στον υπόδουλο ελληνισμό - αυτή η κίνηση ονομάστηκε Ελληνικός Διαφωτισμός. Άλλωστε, και η ελληνική αστική τάξη σχηματιζόταν ταχύτητα.

Θα προσπαθήσω τώρα να σας περιγράψω μια εικόνα για να καταλάβετε πόσο πολύ κόσμο κινητοποιούσε μία μόνο οικονομική δραστηριότητα. Ένας Υδραίος με κεφάλαιο, που πριν ήταν Πελοποννήσιος χωρίς κεφάλαιο, σχεδιάζει να κατασκευάσει (να χτίσει λένε οι ναυτικοί) ένα καράβι ειδοποιεί και μερικούς ακόμη αν θέλουν να συμμετάσχουν στο κόστος της κατασκευής και αυτοί δέχονται. Συγκεντρώνει το απαραίτητο κεφάλαιο και αναζητεί ναυπηγική ομάδα, τον αρχιναυπηγό - εκείνος θα οργανώσει την ομάδα - και παραγγέλνει την ξυλεία. Η ομάδα περιλαμβάνει ξυλουργούς, καλαφάτες, μαραγκούς και βοηθητικό προσωπικό. Παρατήρηση πρώτη: υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια για επένδυση στα καράβια υπάρχουν στην Ύδρα ναυπηγεία, δηλαδή βιομηχανία και μάλιστα βαριά υπάρχουν ναυπηγικές ειδικότητες η ξυλεία για να φτάσει στην Ύδρα από τα βουνά της Αργολίδας ή της Αρκαδίας θα απασχολήσει ξυλοκόπους και μεταφορείς, αλλά και μεταφορικά μέσα - καραγωγείς υπάρχουν εισαγωγείς πανιών, κεντρικού άλμπουρου, καρφιών και σχοινιών - αυτά έρχονται από το εξωτερικό υπάρχουν ράφτες και ραφτάδες που θα κόψουν και θα ράψουν τα πανιά, ανάλογα με τον τύπο του κατασκευαζόμενου καραβιού και, προσοχή εδώ, το καράβι είναι εταιρικό.

Έτοιμο το καράβι και το ρίχνουν στη θάλασσα. Αυτός που είχε την πρωτοβουλία, που θα είναι και ο καπετάνιος, κάνει το λογαριασμό και κατανέμει τα μερίδια, τις μετοχές λέμε σήμερα, ανάλογα με το ποσό που είχε καταβάλει καθένας. Το ελληνικό καράβι εκείνης της εποχής δεν περιμένει να το ναυλώσει κάποιος έμπορος, κάνει εμπόριο το ίδιο, είναι ταυτόχρονα έμπορος και μεταφορέας του εμπορεύματός του. Για να πάει να αγοράσει εμπόρευμα και μετά να το πουλήσει και να κερδίσει χρειάζεται νέο κεφάλαιο - κεφάλαιο του φορτίου. Τώρα, το νέο κεφάλαιο δεν το καταβάλουν μόνο οι πλοιοκτήτες, οι ιδιοκτήτες του καραβιού απευθύνονται και σε άλλους - καθένας μπορεί να συμμετάσχει με μεγάλα ή μικρά, ακόμη και πολύ μικρά, ποσά αυτοί είναι γεωργοί, κτηνοτρόφοι, επαγγελματίες, μικρέμποροι, εκκλησίες, μοναστήρια, παπάδες, δάσκαλοι, από κάθε επάγγελμα. Παρατήρηση δεύτερη: για να ασκήσει εμπόριο το καράβι, δηλαδή το εφοπλιστικό κεφάλαιο, έχει εμπλέξει σε εμπορικές διαδικασίες, δηλαδή διαδικασίες κέρδους, δηλαδή αγοράς, ένα σωρό κόσμο.

Αλλά, έτοιμο βέβαια το καράβι, δε μπορεί να ξεκινήσει χωρίς καμία 15αριά άτομα πλήρωμα κατά μέσο όρο και χωρίς προμήθειες μια μυρμηγκιά ανθρώπων κουβαλάει και φορτώνει παξιμάδι, νερό, βαρέλια παστό κρέας και ψάρι, ταραμάδες, τσουβάλια όσπρια, ασκιά λάδι και κρασί για όλο το ταξίδι - για φρέσκια τροφή (λαχανικά, φρούτα, κρέας) ούτε συζήτηση, εκτός από ψάρι, που το ψάρευαν καθοδόν. Παρατήρηση τρίτη: εμπλοκή ένα σωρό επαγγελμάτων τα οποία στους ναυτικούς τόπους ζούσαν και κέρδιζαν από τις ναυτικές και εμπορικές εργασίες.

Τώρα, πήραμε για παράδειγμα την Ύδρα. Πολλαπλασιάστε την επί πενήντα, τουλάχιστον, τις ναυπηγικές εργασίες επί 500 τουλάχιστον, τα ταξίδια επί χιλιάδες, με τους ανθρώπους τους χωμένους σ’ αυτές τις δουλειές αναρίθμητους. Αλλά, υπάρχει και κάτι άλλο, γιατί δεν είναι μόνον η θάλασσα ανάλογα πράγματα γίνονταν και στη στεριά, με επίκεντρο τα παντοπωλεία ("εδώδιμα και αποικιακά" τα θυμούνται οι παλαιότεροι - τα σούπερ μάρκετ της εποχής). Τώρα να κάνουμε κι άλλον πολλαπλασιασμό για τα χρόνια της ακμής. Όσα είπαμε, όλα, αυξάνονταν τότε χρόνο με το χρόνο, τα κέρδη συσσωρεύονταν, όλος αυτός ο κόσμος είχε απεμπλακεί από την προηγούμενη κατάστασή του - οικονομική και κοινωνική -, έχει αλλάξει σκέψη και έχει ακολουθήσει άλλη πορεία. Και έτσι, με δύο λόγια, ιδού η ελληνική αστική τάξη κανονική, με βιομηχανία και βιοτεχνία - δεν προλαβαίνω να σας πω γι’ αυτές, για τα νηματουργεία, τα βαφεία, τα βυρσοδεψεία, τα σαπουνοποιεία, τα καροποιεία, τα βαρελοποιεία, τα υφαντουργεία κ.λπ., κ.λπ.

Να θυμηθούμε τώρα: η μεγάλη οικονομική ακμή και οι συνακόλουθες βαθιές κοινωνικές αλλαγές επιταχύνθηκαν χάρη στους πολέμους του Ναπολέοντα. Αυτοί όμως κάποτε τελείωσαν. Μπορεί ο Ναπολέοντας να έπεσε, οριστικά το 1815 η ήττα του όμως είχε αρχίσει να φαίνεται πέντε χρόνια πριν και έγινε ολοφάνερη το 1812 με την αποτυχία της εκστρατείας του στη Ρωσία. Γρήγορα, όσα είχαν διακοπεί από το 1789 άρχισαν να αποκαθίστανται: οι λόγοι που προκάλεσαν την οικονομική απογείωση των Ελλήνων και τις ανατροπές στις κοινωνικές σχέσεις εξέλιπαν η ανατολική Μεσόγειος "πλημμύρισε" με καράβια των Ευρωπαίων, με Ευρωπαίους εμπόρους, με ευρωπαϊκά εμπορεύματα. Και όλες οι νέες οικονομικές δραστηριότητες των Ελλήνων παρήκμασαν, στην αρχή, μπήκαν σε βαθιά κρίση στη συνέχεια. Οι συνέπειες συνοψίζονται σε τρεις: πολλά ανενεργά κεφάλαια εκτεταμένη ανεργία και μετάπτωση των νέων κοινωνικών σχέσεων - ενός πλήθους ανθρώπων. Ένα πραγματικό αδιέξοδο, χωρίς ελπίδα διαφυγής. Προσέξτε τώρα και κάτι που δεν λαμβάνουμε ποτέ υπόψη, ίσως και να μην το ξέρουμε. Σε βαθιά κρίση εισήλθε και ο έξω ελληνισμός, για άλλο λόγο όμως. Την εποχή αυτή εμφανίστηκε στην Ευρώπη αυτό που είχε συμβεί και στον υπόδουλο ελληνισμό, η ανάπτυξη των εθνικών συνειδήσεων. Πρόκειται για την έγερση των εθνοτήτων (μεταφράζω μια παλαιά γαλλική διατύπωση, γιατί αποδίδει ακριβέστατα αυτό που συνέβαινε) ένας προοδευτικός δηλαδή εθνικισμός - καμία ομοιότητα με το σημερινό - που δεν ανεχόταν το ξένο, γιατί είχε ανάγκη να αναμετρηθεί με τον εαυτό του. Γενική κρίση λοιπόν όλου του ελληνισμού και αδιέξοδο.

Κυρίες και κύριοι,

Δεν είναι τυχαίο που η Φιλική Εταιρεία ιδρύθηκε μέσα στην κρίση και δεν είναι τυχαίο που από το 1816, όταν η κρίση έγινε οριστική και αδιέξοδη, οι προσελεύσεις στις τάξεις της έγιναν αθρόες. Όπως ξέρετε, η Φ.Ε., η συνωμοτική επαναστατική οργάνωση του Ελληνισμού που προετοίμασε και οργάνωσε την Επανάσταση του 1821, έχει διαβληθεί - έχει κατασκευαστεί και γι’ αυτήν ένας μύθος, ότι οι ιδρυτές της ήταν αποτυχημένοι και ξεπεσμένοι έμποροι και ότι, γι’ αυτό, ο ρόλος της ήταν περιορισμένος - ποιος να τους εμπιστευθεί, αυτοί δεν μπόρεσαν να οργανώσουν το εμπόριό τους, Επανάσταση θα οργάνωναν; Η αλήθεια είναι η εξής: Οι ιδρυτές Σκουφάς, Ξάνθος και Τσακάλωφ ήταν επιτυχημένοι έμποροι και με καλές δουλειές και εκείνα τα χρόνια εμπορεύονταν ανάμεσα στον Ελληνικό χώρο και σε Ρωσία και κεντρική Ευρώπη - αυτό, άλλωστε, διευκόλυνε τις μετακινήσεις τους και τις μυστικές συναντήσεις μεταξύ τους και με άλλα μέλη της Εταιρείας σε μια Ευρώπη άκρως αντεπαναστατική οργάνωσαν την Επανάσταση μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια - και οι αρχηγοί στην κατάληψη της Καλαμάτας ήταν μέλη της Φ.Ε. και από αυτήν έλαβαν την εντολή.

Σας είπα πριν ότι η κρίση δημιούργησε πολλά ανενεργά κεφάλαια και εκτεταμένη ανεργία - βέβαια, και λαϊκές εξεγέρσεις. Ίσως, αναρωτηθήκατε, γι’ αυτό έγινε η Επανάσταση; Ασφαλώς, όχι. Αλλά έγινε εκείνη τη στιγμή που έγινε και πέτυχε γιατί ένα ολόκληρο έθνος, με εθνική, δηλαδή, και κοινωνική συνείδηση, βρέθηκε σε αδιέξοδο.

Κυρίες και κύριοι,

Σας μιλάω για όσα προηγήθηκαν και όχι για την Επανάσταση την ώρα του πολέμου σας μιλάω, αν προτιμάτε για τις διαδικασίες και προϋποθέσεις επαναστατικοποίησης του ελληνισμού, υπόδουλου και παροικιακού. Το μανιφέστο, δηλαδή το κεντρικό αίτημα της Επανάστασης, είναι αποτυπωμένο στη γνωστή σας Προκήρυξη με τίτλο "Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος" του Αλ. Υψηλάντη στο ίδιο πνεύμα και η "Προκήρυξις προς τας Ευρωπαϊκάς Αυλάς" της Μεσσηνιακής Γερουσίας που υπογράφει ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης και εκδόθηκε εδώ με την κατάληψη της πόλης. Το κεντρικό αίτημα ήταν Ελευθερία, Δικαιώματα και ίδρυση μοντέρνου αστικού κράτους, δηλαδή κράτους με αντιπροσωπευτικό σύστημα.

Το τελευταίο πράγμα που θέλω να σας τονίσω, διότι ούτε αυτό το γνωρίζουμε, είναι ότι η διπλωματία της Επανάστασης έδρασε τόσο επιτυχημένα, ώστε, όχι μόνον να μην βγουν δόντια κατά μιας καρμποναρικής επανάστασης από τα απολυταρχικά καθεστώτα της Ευρώπης, αλλά και να επέμβουν στρατιωτικά στο Ναβαρίνο, όταν η οθωμανική κυβέρνηση αρνούνταν να εφαρμόσει τις αποφάσεις των μεγάλων για απελευθέρωση των Ελλήνων. Σας ευχαριστώ για την υπομονή σας να με ακούσετε.

Η ομιλία του Βασίλη Κρεμμυδά στην Καλαμάτα στις 19 Μαρτίου 2008, στην εκδήλωση που συνδιοργάνωσε ο Νομαρχιακός Συνδυασμός "Συνεργασία για τη Μεσσηνία" και η εφημερίδα "Ελευθερία".

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι