ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ: ΑΝΑΖΗΤΕΙΤΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Βασίλης Ζουναλής, τ. 162, Πολίτης, 02/04/2008

“Δεν θέλουμε το ΙΚΑ σας”, ήταν ένα από τα συνθήματα των απεργών της ΔΕΗ. Δήλωναν έτσι, άκομψα πλήν ξεκάθαρα, ένα συντεχνιακό αυτονόητο: καμμία συντεχνία δεν απεμπολεί αμαχητί τα προνόμιά της. Οι απεργοί τής ΔΕΗ μίλησαν τη γλώσσα τής δικής τους αλήθειας και όχι την ξύλινη γλώσσα τού ανύπαρκτου “ενιαίου μετώπου των εργαζομένων”. Αυτό ενόχλησε την Παπαρήγα και έσπευσε να τούς κατσαδιάσει. Μάταιος ο κόπος της, καθόσον αυτοί συνεχίζουν ώς σήμερα (16 Μαρτίου) και θα συνεχίσουν να απεργούν, όσο αντέξουν, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο: δεν θέλουν να ενταχθεί το Ταμείο τους στο ΙΚΑ τών μη προνομιούχων (άρθρο 3 τού νομοσχεδίου που προωθεί η Κυβέρνηση).

Η πραγματικότητα τού εγχώριου ασφαλιστικού συστήματος των 155 ταμείων είναι η πραγματικότητα ενός κατακερματισμένου, ανορθολογικού, άδικου και πελατειακού συστήματος. Είναι η πραγματικότητα μιας ”κεκτημένης” ανισότητας.

Πρώτον, ανισότητα χρηματοδότησης. Η επιδότηση των ταμείων με δημόσιους πόρους (είτε από τον κρατικό προϋπολογισμό, είτε από τούς λεγόμενους κοινωνικούς πόρους, δηλαδή τις κρατήσεις πάνω σε διάφορες υπηρεσίες που καταβάλλουν οι αγοραστές τους υπέρ ορισμένων επαγγελματικών κατηγοριών) δεν κατανέμεται αναλογικά, δηλαδή δεν επιδοτείται ο κάθε ασφαλισμένος με το ίδιο ποσό, ανεξαρτήτως ταμείου. Επιπλέον, οι εργοδοτικές εισφορές στο δημόσιο τομέα είναι πολύ πιο γενναιόδωρες από τις αντίστοιχες τού ιδιωτικού τομέα.

Δεύτερον, ανισότητα όρων συνταξιοδότησης. Οι μόνιμοι υπάλληλοι τού δημοσίου τομέα έχουν ευνοϊκότερους όρους συνταξιοδότησης από τούς υπαλλήλους τού ιδιωτικού τομέα (ιδιαίτερα οι γυναίκες). Σε ορισμένους κλάδους, όπως οι στρατιωτικοί, προβλέπονται απαράδεκτα πρώιμες συνταξιοδοτήσεις. Αξίζει να αναφερθεί εδώ μία χαρακτηριστική ιδιαιτερότητα τού ΙΚΑ που ενθαρρύνει και την εισφοροδιαφυγή. Οι κατώτατες συντάξεις τού ΙΚΑ που αντιστοιχούν σε 15 χρόνια εισφορών επιχορηγούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό, ώστε να φθάσουν στο ύψος που αντιστοιχεί σε 23 χρόνια εισφορών. Έχει καλώς. Αλλά έτσι, για κάθε πρόσθετη εισφορά ανάμεσα στα 15 και τα 23 χρόνια ο ασφαλισμένος δεν κερδίζει τίποτα. Γιατί να μην ωφεληθεί άμεσα, αν γίνεται, από ένα μεγαλύτερο μεροκάματο μοιράζοντας τη διαφορά τής εισφοροδιαφυγής με τον εργοδότη του; Βέβαια, η άρση αυτής τής ανωμαλίας δεν λύνει από μόνη της το τεράστιο ζήτημα τής εισφοροδιαφυγής. Εκτός από ένα σύστημα αποτελεσματικότερων ελέγχων, απαιτείται μεταξύ άλλων και το κλείσιμο τής ψαλίδας μεταξύ φορολογίας κερδών κι ασφαλιστικής επιβάρυνσης, ώστε να εκλείψει το ισχυρό κίνητρο για ανασφάλιστη ή υποασφαλισμένη εργασία, με τη σύμφωνη γνώμη τών εργαζομένων σε πολλές περιπτώσεις.

Οι παραπάνω ανισότητες δεν εξαντλούν το σχετικό κατάλογο. Κύριο χαρακτηριστικό τους είναι, μεταξύ άλλων, η επιλεκτική κατανομή τής δημόσιας χρηματοδότησης υπέρ ορισμένων ταμείων. Αναφέρω ενδεικτικά πως οι έλληνες φορολογούμενοι θα επιχορηγήσουν φέτος με 630 ευρώ ανά ασφαλισμένο τον ΟΑΣΕ (ΤΕΒΕ, ΤΑΕ-ΤΣΑ), με 3.600 ευρώ ανά ασφαλισμένο το ΙΚΑ, με 9.350 ευρώ ανά ασφαλισμένο το ταμείο τού ΟΤΕ και με 16.200 ευρώ το αντίστοιχο ταμείο τής ΔΕΗ! Μικρό ή μεγάλο το ποσοστό τής αναδιανομής, πρόκειται για στρεβλή αναδιανομή σε κάθε περίπτωση. Δυστυχώς, όπως θα δούμε στις επόμενες δύο περιπτώσεις απουσιάζει και κάθε αναδιανομή από τούς προνομιούχους συνταξιούχους προς τούς μη προνομιούχους τού ίδιου ταμείου. Η ψαλίδα τής ανισότητας είναι ακόμη μεγαλύτερη.

Εξηγούμαι. Στη χώρα μας, το ύψος τής σύνταξης υπολογίζεται με βάση τις μέσες αποδοχές τής τελευταίας πενταετίας, πλην εξαιρέσεων (π.χ. ΤΣΜΕΔΕ). Σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες υπολογίζεται με βάση τις μέσες αποδοχές περισσοτέρων ετών και σε ορισμένες με βάση τις μέσες αποδοχές όλου τού εργασιακού βίου.1 Ο θεσμός τής τελευταίας πενταετίας επιδεινώνει περαιτέρω τις ανισότητες των συντάξεων μεταξύ των “λευκών κολλάρων” (στελέχη και υπάλληλοι καριέρας) και των “μπλέ κολλάρων” (κατώτεροι υπάλληλοι, εργάτες, συμβασιούχοι, περιστασιακά εργαζόμενοι με περιόδους ανεργίας και λοιποί). Οι αμοιβές τών πρώτων αυξάνονται συνεχώς κατά τη διάρκεια και κυρίως προς το τέλος τού εργασιακού βίου, αντίθετα με τούς δεύτερους που μετά από κάποιες αυξήσεις στις πρώτες τριετίες (στην κατώτερη περίπτωση) οι αμοιβές τους είναι πολύ πιο σταθερές. Η ανισότητα τών αμοιβών τους κατά τη διάρκεια τού εργασιακού βίου και κυρίως η διευρυμένη ανισότητα των τελευταίων ετών αυτού τού βίου, τούς ακολουθεί και μετά συνταξιοδότησή τους. Τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα επειδή το ποσοστό αναπλήρωσης είναι το ίδιο για τις υψηλές και τις χαμηλές αμοιβές (για πλήρη συνταξιοδοτικά δικαιώματα ή κύρια σύνταξη ανέρχεται στο 70% τού μέσου μισθού τής τελευταίας πενταετίας και η επικουρική στο 20% αυτού τού μισθού). Δυστυχώς, έτσι έχουν τα πράγματα στη χώρα μας, τη στιγμή που στις περισσότερες χώρες (πλην Ιταλίας και Γερμανίας) εφαρμόζεται μια προοδευτικότητα που αμβλύνει τις ανισότητες μεταξύ των συνταξιούχων τού κάθε ταμείου. Στη Δανία ο χαμηλόμισθος με μισθό στο μισό τού μέσου μισθού παίρνει σύνταξη το 120% των τελευταίων αποδοχών του, ενώ ο υψηλόμισθος με μισθό διπλάσιο τού μέσου παίρνει σύνταξη ίση με το 57% τού μισθού του. Αντίστοιχη προοδευτικότητα, αλλά σε χαμηλότερα γενικά επίπεδα υπάρχει στην Ιρλανδία, τη Βρετανία, το Βέλγιο, την Πορτογαλία, τη Γαλλία, τη Σουηδία και αλλού.

Η θεραπεία των ανωτέρω ανισοτήτων και όποιων άλλων παρέλειψα να αναφέρω είναι το πιο επίκαιρο, το πιο επιτακτικό, το πρώτο ζήτημα στην ημερήσια διάταξης ενός δημοσίου ασφαλιστικού συστήματος. Από τη σκοπιά, μάλιστα, ενός σύγχρονου κράτους πρόνοιας αυτή η θεραπεία οφείλει να τονώσει, στο μέγιστο βαθμό, τα αναδιανεμητικά χαρακτηριστικά αυτού τού συστήματος. Τα άλλα ζητήματα (βιωσιμότητα, εισφοροδιαφυγή, όρια ηλικίας, ειδικές μέριμνες για τούς χαμηλοσυνταξιούχους, τους νέους, τις μητέρες και λοιπά) έπονται. Αυτό δεν σημαίνει πως είναι λιγότερο σημαντικά. Τουναντίον, επειδή ακριβώς είναι σημαντικά ζητήματα, η επίλυσή τους απαιτεί τη θεσμοθέτηση ενός κάποιου πλαισίου ισότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης, όχι μόνο για λόγους αρχής. Ένα τέτοιο πλαίσιο θα συνέβαλε τα μέγιστα στην απαραίτητη κοινωνική και πολιτική συναίνεση τών πολλών και για τις όποιες αναπροσαρμογές τού ύψους και τής κατανομής τής δημόσιας χρηματοδότησης τού ασφαλιστικού, μεταξύ άλλων. Θα συνέβαλε, επίσης, στο εξίσου σημαντικό ζήτημα τού ύψους των εισφορών (εργοδοτών, εργαζομένων και ελευθέρων επαγγελματιών).

Το νομοσχέδιο που προωθεί η κυβέρνηση δεν συνιστά ένα θεσμικό πλαίσιο ισότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης. Δεν πιάνει τον ταύρο από τα κέρατα. Ακόμη χειρότερα, αντί μιας επιθυμητής ενοποίησης όλων τών ταμειών προβλέπει επιμέρους ενοποιήσεις ταμείων με βάση το μορφωτικό επίπεδο (!) ή/καί τα αποθεματικά τους. Αλλά και οι αγωνιστικές κινητοποιήσεις και απεργίες εναντίον αυτού τού νομοσχεδίου δεν αποσκοπούν παρά στο να μην αλλάξει τίποτα (πλην εκείνων που για τούς σωστούς ή λάθος λόγους αφορούν τα βαρέα και ανθυγιεινά και τούς χαμηλοσυνταξιούχους). Όσον αφορά στα κόμματα τής αντιπολίτευσης, στερούνται θετικών προτάσεων και περιορίζονται σε ρόλους οπισθοφυλακής τών κινητοποιήσεων ή/καί μηρυκάζουν κάποιες μισές αλήθειες (μύθους) για τις παθογένειες τού ασφαλιστικού και τη θεραπεία τους.

Το ελάχιστο που επιβάλλει η αποκατάσταση μιας κάποιας συνταξιοδοτικής ισότητας είναι η συγκέντρωση και ισόμοιρη διανομή τής δημόσιας χρηματοδότησης στους συνταξιούχους, ανεξαρτήτως εισφορών. Αυτό σημαίνει, παραδείγματος χάριν, τη θεσμοθέτηση μιας βασικής σύνταξης (Εθνική Σύνταξη ή Σύνταξη τού Πολίτη). Σε αυτή τη βασική σύνταξη, ίδια για κάθε πολίτη, θα προστίθεται μία προοδευτικά ανταποδοτική σύνταξη (χαμηλότερο ποσοστό αναπλήρωσης για τούς υψηλόμισθους, υψηλότερο ποσοστό αναπλήρωσης για τούς χαμηλόμισθους). Η προοδευτική ανταποδοτικότητα τών εισφορών συμβάλλει και στην επιθυμητή αναδιανομή μεταξύ “λευκών” και “μπλέ” κολλάρων και στη δραστική μείωση τής συναινετικής –μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου– εισφοροδιαφυγής. Αυτή η δεύτερη σύνταξη θα απονέμεται από ένα ενιαίο ταμείο (π.χ. το Νέο ΙΚΑ).

Η παραπάνω πρόταση δεν είναι ούτε η μοναδική πρόταση θεραπείας τής κεκτημένης ανισότητας, ούτε η πανάκεια κάθε ασφαλιστικής εκκρεμότητας. Απλώς την αναφέρω σε αντιδιαστολή με το σχέδιο νόμου τής ΝΔ, σε αντιδιαστολή με το ρεπερτόριο τής ΓΣΕΕ, τής ΑΔΕΔΥ κα των κομμάτων τής αντιπολίτευσης. Νομίζω πως η αναζήτηση λύσεων για τα υπαρκτά προβλήματα τού ασφαλιστικού θα πρέπει να εντοπισθεί στο έδαφος παρομοίων προτάσεων.

Γιατί ο Συνασπισμός (ο ΣΥΡΙΖΑ, αν προτιμάτε), ενώ ευαγγελίζεται την κοινωνική ισότητα, αποφεύγει αυτό το έδαφος; Γιατί ο Αλαβάνος περιορίζεται στον καταγγελτισμό και στο αναμάσημα μύθων (μισές αλήθειες) των συνδικαλιστών τής ΓΣΕΕ, τής ΑΔΕΔΥ, τού ΤΣΜΕΔΕ και τών ειδικών επιστημόνων τους; Σε τι ωφελείται η μεγάλη μάζα των ασφαλισμένων από τη μεγαλορρημοσύνη τού Λαφαζάνη (“η μεταρρύθμιση είναι ένα σφαγείο τών ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων τών εργαζομένων”);

Αν η απάντηση στις απορίες μου γι’ αυτήν την πολιτική στάση τού ΣΥΡΙΖΑ εντοπίζεται στα ευνοϊκά αποτελέσματα τών δημοσκοπήσεων και στο 5% τών εκλογών, στην αντίληψη πως ο αρνητισμός τής ιδιότυπης αντισυστημικής ιδεολογίας και πρακτικής τής τελευταίας τετραετίας όχι μόνο δίνει φτερά στον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά θα τον καταστήσει οσονούπω ένα νέο ΠΑΣΟΚ στη θέση τού ΠΑΣΟΚ και βάλε, σηκώνω τα χέρια. Από τη στιγμή που η μεγέθυνση τού ΣΥΡΙΖΑ δεν συνοδεύεται από μια θετική στάση απέναντι σε ζητήματα τόσο σημαντικά, όπως είναι το θέμα τής Παιδείας και το Ασφαλιστικό, από τη στιγμή που δεν βάζει πλάτη να απαλλαχθούμε σήμερα από κάποιες κακώς κείμενες καταστάσεις και συνεχίζει έτσι χωρίς συγκεκριμένη προγραμματική πολιτική, οι απορίες μου περιττεύουν. Ακριβέστερα, αναβαθμίζονται σε διαφωνίες. Παρασύρθηκα, όμως, και σταματώ εδώ.

Αναφέρθηκα σε μύθους κα μισές αλήθειες. Δεν θα τις απαριθμήσω ούτε θα τις σχολιάσω εδώ. Δυο λόγια μόνο για την εισφοροδιαφυγή. Μίλησε και ο Αλαβάνος για εισφοροδιαφυγή 4,5 δισεκατομμυρίων ευρώ ετησίων, επικρίνοντας την κυβέρνηση για την απουσία ενός αποτελεσματικού ελεγκτικού μηχανισμού. Το εκτεταμένο φαινόμενο τής εισφοροδιαφυγής είναι δομικό στοιχείο τού σημερινού ασφαλιστικού συστήματος, όπως ανέφερα προηγουμένως, και όχι απλώς ζήτημα ελεγκτικού μηχανισμού. Άλλωστε, ο πρόεδρος τής κοινοβουλευτικής ομάδας τού ΣΥΡΙΖΑ θα έπρεπε να είναι πιο προσεκτικός ζητώντας ελεγκτικούς μηχανισμούς και κυνηγητό αυτών που παρανομούν, όταν ταυτόχρονα η ηγετική ομάδα τού Συνασπισμού (πρώτος ο Τσίπρας) ομνύει στην ανυπακοή στους θεσμούς και στα μπουκαρίσματα.

Συνοψίζοντας, ξανατονίζω πως η θεραπεία των παθογενειών τού ασφαλιστικού είναι ζήτημα κυρίως πολιτικό και όχι συνδικαλιστικό.

Δυστυχώς, η μόνη πολιτική δύναμη που παίρνει πρωτοβουλίες, κατώτερες των περιστάσεων έως κακές πλήν πρωτοβουλίες, είναι η ΝΔ και στον αντίποδά της οι συνδικαλιστικές συντεχνίες τής κεκτημένης ανισότητας. Γι’ αυτό ας μην περιμένουμε καλά νέα για τούς ασφαλισμένους. Η αμφίπλευρη (κυβέρνηση, αντικυβερνητικό μπλόκ) δημαγωγία καθώς και η επίκληση τού ανέφικτου (“φέρτε τον μετανάστη και τον έλληνα οικοδόμο στο επίπεδο τού μηχανικού”, Αλαβάνος) αποπροσανατολίζουν.

1. ”Οι ελληνικές συντάξεις σε σύγκριση με τις άλλες χώρες τού ΟΟΣΑ”, τοποθέτηση τής Ελίζας Παπαδάκη στη συζήτηση για το ασφαλιστικό που διοργάνωσε η ΑΡΣΗ στις 28/1/2008. Βλέπε ιστοσελίδα τής ΑΡΣΗ.

Θέμα επικαιρότητας:
Ασφαλιστικό

Σύνολο: 31 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι