Για τη στάση των τεσσάρων

Γιώργος Ιωαννίδης, Αυγή της Κυριακής, 13/07/2008

H απόφαση τεσσάρων βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ να απέχουν από την ψηφοφορία, στη Βουλή, για τη Συνθήκη της Λισαβόνας δημιούργησε έντονες αντιπαραθέσεις. Μάλιστα, αρκετά από τα επιχειρήματα που χρησιμοποιήθηκαν εγείρουν σημαντικά ζητήματα, τα οποία δεν πρέπει να λυθούν διά της διολισθήσεως. Γενικά, τα επιχειρήματα περιστράφηκαν γύρω από δύο βασικά ερωτήματα:

Είχαν οι βουλευτές το δικαίωμα διαφοροποίησης;

Διατυπώθηκε από κάποιους συντρόφους η άποψη ότι η στάση των τεσσάρων βουλευτών ήταν πολιτικά λαθεμένη, γιατί με αυτό τον τρόπο αγνόησαν τη ρητή θέση του ΣΥΡΙΖΑ, που ήταν εναντίον της Ευρωπαϊκής Συνθήκης, παραβιάζοντας έτσι την εσωκομματική δημοκρατία. Γράφηκε, μάλιστα, ότι οι βουλευτές είχαν κάθε δικαίωμα να διαφωνήσουν και να πουν ελεύθερα την άποψή τους στα όργανα και στα έντυπα του χώρου, καθώς αυτό αποτελεί κατάκτηση της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς~ ωστόσο, συνεχίζει το επιχείρημα, από τη στιγμή που ο ΣΥΡΙΖΑ είχε διατυπώσει τη θέση του, οι βουλευτές του είχαν την υποχρέωση να την ακολουθήσουν.

Το βασικό πρόβλημα με τον παραπάνω συλλογισμό είναι ότι φωτογραφίζει ένα μοντέλο οργάνωσης του κόμματος, τον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό, το οποίο είναι, ακριβώς, ένα από τα πράγματα που απέρριψε τόσο η ανανεωτική όσο και η ριζοσπαστική Αριστερά. Εκ των πραγμάτων, βέβαια, είναι αδύνατο να συνοψίσει κανείς σε λίγες αράδες όλη τη συζήτηση για τον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό. Πολύ συνοπτικά όμως, θα μπορούσαμε να πούμε ότι βασικό του γνώρισμα είναι η δημοκρατία στο εσωτερικό, σε συνδυασμό με μέτρα που εξασφαλίζουν την ενιαία έκφραση "προς τα έξω". Στις εσωτερικές διαδικασίες και στα όργανα, τα μέλη διατυπώνουν την άποψή τους ελεύθερα. Όμως, άπαξ και το κόμμα διαμορφώσει τη "γραμμή", όλοι είναι υποχρεωμένοι να την υποστηρίζουν δημόσια και να πράξουν ό,τι μπορούν για την επιτυχή υλοποίησή της. Η υποχρέωση ισχύει στο ακέραιο και για όσους διαφώνησαν κατά τις εσωτερικές διαδικασίες. Ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός δεν επιτρέπει στους διαφωνούντες ούτε καν να σιγήσουν. Το άτομο-μέλος υποτάσσεται απόλυτα στο κόμμα, και μόνο στο εσωτερικό του μπορεί να ασκήσει ελεύθερα τις πολιτικές του ελευθερίες και δικαιώματα. Το παραπάνω μοντέλο οργάνωσης εισήχθηκε από το "κόμμα νέου τύπου", που καλούνταν να δράσει εντός μιας κοινωνίας με φεουδαρχικές δομές, όπου δεν υπήρχαν οι αστικοδημοκρατικές εγγυήσεις και ελευθερίες. Με άλλα λόγια, το κόμμα νέου τύπου δρούσε σε μια "προ-αστική" κοινωνική δομή.

Όμως, από την ίδρυση του "κόμματος νέου τύπου", το οποίο εισήγαγε το μοντέλο του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, μέχρι σήμερα μεσολάβησαν σχεδόν εκατό χρόνια ιστορίας, αλλαγές και φαινόμενα που συντάραξαν τον κόσμο και το κομμουνιστικό κίνημα: οι κοινωνίες που διαφοροποιήθηκαν πολύ ως προς τα κοινωνικά, πολιτισμικά, ταξικά χαρακτηριστικά τους (έπρεπε πλέον να συγκεραστεί ένα πλήθος ταξικών και κοινωνικών αιτημάτων και συμφερόντων, συχνά αντικρουόμενων μεταξύ τους~ δεν επρόκειτο πια απλώς για την πολιτική εκπροσώπηση της εργατικής τάξης), ο σταλινισμός με τις γνωστές εκτρωματικές δομές και πολιτικές συμπεριφορές (τραγική στρέβλωση του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού ή φυσικό απότοκό του;), η διατύπωση νέων προτάσεων για τον δρόμο προς τον σοσιαλισμό, οι αναζητήσεις θεωρητικών όπως ο Γκράμσι, ο Πουλαντζάς, ο Αλτουσέρ, ο Καστοριάδης (που προσπαθούσαν να λάβουν υπόψη το νέο πλαίσιο δράσης του αριστερού κινήματος, δηλαδή την αστική δημοκρατία), η ανάδυση των "νέων κοινωνικών κινημάτων" που έδρασαν άλλοτε εντός, άλλοτε στις παρυφές, άλλοτε και με σχέσεις ανταγωνισμού με το κομμουνιστικό κόμμα, πολιτικά γεγονότα όπως το παγκόσμιο ’68 κ.ά. -- όλα αυτά, και πολλά άλλα, τροποποίησαν ριζικά τις αντιλήψεις και στο εσωτερικό των κομμουνιστικών κομμάτων ενεργοποιώντας, σε κάποια από αυτά, μια διαδικασία αναθεώρησης (κομμουνιστική ανανέωση). Η διαδικασία αυτή διαμόρφωσε διαφορετικά θεωρητικά και πρακτικά σχήματα πρόσληψης της πολιτικής δράσης, οργάνωσης, θεωρίας κλπ. και, μεταξύ άλλων, έθεσε και το θέμα της εσωκομματικής δημοκρατίας και των συγκεκριμένων τρόπων με τους οποίους αυτή πραγματώνεται.

Για να περιοριστούμε στα καθ’ ημάς, είναι σίγουρο ότι και οι δύο διασπάσεις (η πρώτη το 1968 με την ίδρυση του ΚΚΕ εσωτερικού και η δεύτερη το 1991 με τη διάσπαση του ΚΚΕ και τη συγκρότηση του Συνασπισμού ως κόμματος) πραγματοποιήθηκαν ακριβώς στη βάση της κριτικής στον "ορθόδοξο μαρξισμό". Η ίδρυση του Συνασπισμού σήμαινε τη ρητή απόρριψη του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, επιλογή που εκφράστηκε και οργανωτικά. Ο Συνασπισμός αναγνώρισε ότι υπάρχουν διαφορετικά ρεύματα τα οποία συνυπάρχουν στο κόμμα, δεν προέβλεψε διαδικασίες διαγραφής, αναγνώρισε το δικαίωμα των μελών του να διατυπώνουν δημόσια την άποψή τους και να πράττουν σύμφωνα με αυτή. Έτσι, όταν ο ΣΥΝ αποφάσισε να υπερψηφίσει τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, το 1993, ο σημερινός πρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας και τότε ευρωβουλευτής σ. Αλαβάνος επέλεξε να καταψηφίσει τη Συνθήκη. Όταν πριν από δύο χρόνια ο ΣΥΝ αποφάσισε ότι τάσσεται υπέρ του "Ναι" στο σχέδιο Ανάν, ο σ. Λαφαζάνης δημόσια υπερασπιζόταν το "Όχι". Κανείς δεν διανοήθηκε να εγκαλέσει τους συντρόφους για αυτές τις επιλογές~ και ορθά. Αυτή η επιλογή αποτελεί κατάκτηση του αριστερού κινήματος, και όχι δείγμα "μπάχαλου". Εάν τα διαφωνούντα στελέχη είχαν διαγραφεί ποιος μπορεί να υποστηρίξει βάσιμα ότι η "αριστερή στροφή" θα είχε γίνει; Ξεχνάμε ότι αυτή η "εκτός γραμμής" πράξη, για αρκετούς συντρόφους, έσωσε την αξιοπρέπεια της Αριστεράς; Βάσει των παραπάνω, οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ είχαν δικαίωμα να τοποθετηθούν δημόσια με διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι αποφάσισε ο Συνασπισμός και ο ΣΥΡΙΖΑ.

Η άποψη των βουλευτών είναι εκτός πολιτικού πλαισίου του Συνασπισμού;

Μπορεί όμως ο καθένας να κάνει και λέει ό,τι του καπνίσει; Όχι. Το ζήτημα όμως δεν είναι οργανωτικό. Είναι αυστηρά πολιτικό. Αφενός, οι διαφωνίες πρέπει να εκφράζονται με μια αίσθηση αυτοπεριορισμού, έτσι ώστε να μην "ξηλώνουν" την άποψη της πλειοψηφίας του κόμματος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, έχω την αίσθηση ότι αυτό έγινε: οι βουλευτές που θέλησαν να διαφοροποιηθούν δεν ψήφισαν κάτι άλλο, ούτε έβγαλαν κάποια ανακοίνωση, αλλά επέλεξαν να απουσιάσουν από την ψηφοφορία. Ωστόσο, όντως υπήρξε πρόβλημα διαδικασίας. Όπως και να το κάνουμε, δεν μπορεί οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ να γνωστοποιούν την πρόθεση διαφοροποίησής τους (πόσο μάλλον όταν αφορά ένα τόσο σημαντικό ζήτημα) την τελευταία στιγμή. Ταυτόχρονα, βέβαια, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι υπάρχει ένα γενικότερο πρόβλημα διαδικασιών στο εσωτερικό του ΣΥΝ καθώς και στον ΣΥΡΙΖΑ, το οποίο σχετίζεται τόσο με τον "τύπο" όσο και με την κουλτούρα με την οποία συμμετέχουμε, "συνδιαλεγόμαστε" και ψηφίζουμε σε αυτές. Όλα αυτά όμως είναι αντικείμενο άλλου άρθρου.

Από την άλλη, σε κάθε στιγμή τα μέλη του κόμματος αποφασίζουν τι είναι αυτό το οποίο μπορεί να ειπωθεί και τι όχι. Όποιος-α υποστηρίζει θέσεις που δεν είναι ανεκτές, είτε διαγράφεται είτε περιθωριοποιείται. Θα λέγαμε ότι αυτά που μπορούν να ειπωθούν είναι όσα βρίσκονται εντός του πολιτικού πλαισίου του κόμματος. Το ερώτημα επομένως είναι το κατά πόσο η "φιλοευρωπαϊκή" άποψη των τεσσάρων (εκ των οποίων τρεις είναι μέλη του ΣΥΝ) βρίσκεται εντός του πολιτικού πλαισίου του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ (σίγουρα, πάντως, είναι εντός του πλαισίου Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς).

Βέβαια, οι βουλευτές τόσο του ΣΥΡΙΖΑ, όσο και του ΣΥΝ, δεδομένου του χαρακτήρα των δύο εγχειρημάτων, δεν αποτελούν απλά "κασετοφωνάκια" που αναπαράγουν την εκάστοτε πλειοψηφούσα άποψη. Η επιλογή να "σταυρώσω" τον Α και όχι τον Β είναι πολιτική επιλογή που κάνουμε αξιολογώντας όχι μόνο τη γενική άποψη που διατύπωνε ο ΣΥΡΙΖΑ αλλά και την ειδική άποψη που εκφράζει κάθε υποψήφιός του, τόσο ως άτομο όσο και ως μέλος μιας διακριτής εκδοχής της Αριστεράς που βρίσκεται εντός του. Έχει κανείς την εντύπωση ότι όσοι ψήφισαν, π.χ., τον Μ. Παπαγιαννάκη συμφωνούν με τη θέση ή έστω τη ρητορική του ΣΥΡΙΖΑ για την Ευρώπη; Όμως, αυτά τα μέλη και ψηφοφόροι είναι μέρος του κοινωνικού υποκειμένου του ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ, της βάσης του.

Τα γραπτά κείμενα εκφράζουν τη "γραμμή" του κόμματος. Το πολιτικό πλαίσιο όμως είναι ευρύτερο της "γραμμής". Αφορά το ποιοι δεχόμαστε να είναι μέλη του κόμματος, ποιες πολιτικές απόψεις δεχόμαστε στο εσωτερικό του. Υπ’ αυτή την έννοια, το πολιτικό πλαίσιο του ΣΥΝ συμπεριλαμβάνει το σύνολο των τάσεών του. Ακριβώς γι’ αυτό ο ΣΥΝ αναγνωρίζει την ίδια την έννοια της μειοψηφίας που εκφράζεται οργανωμένα. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι το πολιτικό πλαίσιο έχει αλλάξει. Ότι πλέον δεν χωρούν φιλοευρωπαϊκές απόψεις στον Συνασπισμό και στον ΣΥΡΙΖΑ. Υποστηρίζω ότι αυτή η άποψη είναι λαθεμένη, ασχέτως της θέσης που παίρνει κάποιος απέναντι στη Συνθήκη της Λισαβόνας. Καταρχάς, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι για τον Συνασπισμό η φιλοευρωπαϊκή άποψη αποτέλεσε βασικό στοιχείο της φυσιογνωμίας του. Συλλογικά, υποστηρίξαμε ότι η Ευρώπη είναι η επέκταση του πεδίου της πάλης: ένας χώρος πολιτικός, θεσμικός, κοινωνικός και πολιτισμικός, υπερεθνικός-διεθνιστικός, ο οποίος, ακόμη κι αν προέκυψε από τις αναγκαιότητες του κεφαλαίου, συνιστά πεδίο παρέμβασης της Αριστεράς.

Σε αυτήν τη λογική θεωρήθηκε, σωστά, ότι η πολιτική ενοποίηση (την οποία απορρίπτουν αρκετοί από τους συμμάχους του ΣΥΡΙΖΑ) αποτελεί αντίβαρο στην αυτονόμηση του οικονομικού και της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών, ότι η ενίσχυση του Ευρωκοινοβουλίου ισοδυναμεί με ενίσχυση των διαδικασιών πολιτικού ελέγχου και παρέμβασης των λαών, ότι ένα αριστερό, κοινωνικό Ευρωσύνταγμα είναι δυνατό να θεμελιώνει δικαιώματα και να βάζει περιορισμούς προς προοδευτική κατεύθυνση. Από τα παραπάνω φαίνεται ότι αναφορικά με τη Συνθήκη είναι δυνατόν να δημιουργηθεί --και δημιουργείται-- δίλημμα. Τι βαραίνει περισσότερο στη συγκυρία: το ότι ενισχύονται οι αρμοδιότητες του Ευρωκοινοβουλίου ή το ότι η οικονομική διάσταση παραμένει και κυρίαρχη και νεοφιλελεύθερη στο περιεχόμενό της; Η δομή (το αίτημα να υπάρχει Ευρωπαϊκό Σύνταγμα) ή το περιεχόμενο (το ότι το συγκεκριμένο Ευρωσύνταγμα ήταν πιο συντηρητικό από τα εθνικά Συντάγματα); Η επιλογή της μίας ή της άλλης άποψης δεν συνιστά κριτήριο αριστεροσύνης (ενώ το αντίστοιχο δεν ισχύει, για παράδειγμα, στο θέμα της ιδιωτικοποίησης του ΟΤΕ). Σε κάθε περίπτωση, κανείς δεν μπορεί να υποστηρίζει ότι υπάρχει μία μόνο αριστερή άποψη για το θέμα, και από τη στιγμή που υπάρχει δίλημμα πρέπει να επιδιώκουμε την ύπαρξη και των δύο απόψεων στο εσωτερικό του κόμματος. Η φιλοευρωπαϊκή εκδοχή της Αριστεράς πρέπει να θεωρείται εντός του πολιτικού πλαισίου του κόμματος της Αριστεράς, πόσο μάλλον όταν το τελευταίο έχει κάνει σημαία του την ενότητά της.

Τελευταίο σχόλιο

Όλα τα παραπάνω θα μπορούσαν να αποτελούν λεπτομέρειες, εάν δεν συνέτρεχαν δύο λόγοι εξίσου απογοητευτικοί. Ο πρώτος σχετίζεται με το γεγονός ότι ξανασυζητάμε, σαν να μην το είχαμε κάνει ποτέ, για το κατά πόσο ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός είναι καλό ή κακό πράγμα. Σαν να έχουμε ξεχάσει τους λόγους που οδήγησαν στο να επιλέξουμε τον Συνασπισμό όχι ως ένα "καλό ΚΚΕ" αλλά ως μια κριτική στο "καλύτερο δυνατό ΚΚΕ". Το δεύτερο, και χειρότερο, σχετίζεται με το ύφος και την ηθική της πολεμικής. Ξαναακούστηκαν παλαιοκομμουνιστικές χοντράδες του τύπου είσαι υπονομευτής και προδότης. Δεν ήταν τόσο η διαφωνία, όσο η διαχείρισή της. Σκέφτηκε κανείς ότι κάποιοι μπορεί να "ξενερώνουν", όχι γιατί συμφωνούν με την πολιτική θέση που εξέφρασαν οι τέσσερις, αλλά γιατί διαφωνούν με τον τρόπο με τον οποίο αυτοί αντιμετωπίστηκαν;

Ο Γιώργος Ιωαννίδης είναι μέλος της ΠΚ Αμπελοκήπων του Συνασπισμού

Θέμα επικαιρότητας:
Μεταρρυθμιστική Συνθήκη

Σύνολο: 14 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι