Στη δίνη της αμερικανικής κρίσης

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή της Κυριακής, 28/09/2008

Όλον τον πλανήτη επηρεάζει η χρηματοοικονομική κρίση που γεννήθηκε στις ΗΠΑ, καθώς οξύνεται δραματικά τις τελευταίες εβδομάδες. Από την αντιμετώπισή της εξαρτάται αν θα αποτραπεί μια βαθειά ύφεση με παγκόσμια εμβέλεια. Αυτό που παίζεται όμως επίσης είναι αν τελικά απλώς θα επιδιορθωθεί το εκτροχιασμένο χρηματοοικονομικό σύστημα, για να αναπαραγάγει ανάλογα προβλήματα στο μέλλον, ή αν θα αλλάξει ριζικά. Και αυτό είναι ζήτημα των πολιτικών που θα αποφασισθούν.

Η απειλή να καταρρεύσει ολόκληρο το χρηματοοικονομικό σύστημα της χώρας οδηγεί την κυβέρνηση Μπους σε κλιμακούμενες κρατικές παρεμβάσεις στην αγορά. Αφού ούτε οι συνεχείς μεγάλες παροχές ρευστότητας από τη Fed, την κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ, ούτε η διάσωση εταιρειών κολοσσών από το αμερικανικό Δημόσιο (της Bear Stearns προ εξαμήνου, των Fannie Mae και Freddie Mac πολύ πρόσφατα, τελευταία της AIG), ούτε εξαγορές όπως της Merril Lynch από την Bank of America, ούτε η μετατροπή των Morgan Stanley και Goldman Sachs σε κανονικές, υποκείμενες σε κεντρική εποπτεία τράπεζες, δεν αποσόβησαν την όξυνση της κρίσης και τον κίνδυνο ενός ντόμινο χρεοκοπιών στο δρόμο των Lehman Brothers, προτάθηκε ένα πρωτοφανές εγχείρημα: Να αγορασθούν με 700 δισεκατομμύρια δολάρια του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού προβληματικοί τίτλοι τους οποίους αδυνατούν να ξεφορτωθούν διαφορετικά οι εταιρείες της Ουόλ Στριτ, προκειμένου να εξυγιάνουν τους ισολογισμούς τους και να ανακτήσουν την ικανότητα να δανείζονται και να δανείζουν.

Οι έντονες πιέσεις της Ουόλ Στριτ και ο φόβος «επώδυνης και μακράς ύφεσης» που επέσειε ο πρόεδρος Μπους αν η απόφαση δεν λαμβανόταν αμέσως, φάνηκε σε πρώτη φάση να εκβιάζουν το Κονγκρέσο να υιοθετήσει το σχέδιο του υπουργού Οικονομικών Χανκ Πόλσον με κάποιες τροποποιήσεις. Αλλά ενώ η πλειοψηφία των Δημοκρατικών είχε συγκατατεθεί, την καταρχήν συμφωνία των ηγετών των δύο παρατάξεων στο Κονγκρέσο τίναξαν στον αέρα ορισμένοι Ρεπουμπλικανοί βρίσκοντας την παρέμβαση «σοσιαλιστική». Το ναυάγιο ώθησε τις μεγάλες κεντρικές τράπεζες (Fed, ΕΚΤ, Αγγλίας, Ελβετίας) σε νέα έκτακτη χορήγηση ρευστότητας στις αγορές. Με μία ακόμα κρατική διάσωση στο μεταξύ, της Washington Mutual (ήταν η μεγαλύτερη χρεοκοπία τράπεζας στην αμερικανική ιστορία κατά τους New York Times και πωλήθηκε εσπευσμένα στην JP Morgan Chase έναντι 1,9 δισ. δολαρίων όταν στο ενεργητικό της η WaMu έγραφε 307 δις!), ξαναξεκινούσαν την Παρασκευή οι διακομματικές διαπραγματεύσεις στις ΗΠΑ.

Σύμφωνα με το σκεπτικό Πόλσον, αιτία της κρίσης είναι οι πολυπληθείς τίτλοι στην κατοχή των εταιρειών οι οποίοι καλύπτονταν από ενυπόθηκα στεγαστικά δάνεια και είχαν χάσει την αξία τους μετά τη «διόρθωση» (διάβαζε κατάρρευση) της αμερικανικής αγοράς ακινήτων. Μην μπορώντας να ρευστοποιηθούν, αφού κανείς πλέον δεν τους αγόραζε, οι τίτλοι αυτοί στο ενεργητικό των εταιρειών «έπνιγαν» τη ροή των πιστώσεων στην αγορά, οπότε για να αποκατασταθούν ομαλές συνθήκες χρηματοδότησης έπρεπε να συσταθεί ένας φορέας για τους αγοράσει με πόρους από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Από την πρώτη στιγμή πάντως αμφισβητήθηκε τεκμηριωμένα τόσο η αναγκαιότητα, όσο και η αποτελεσματικότητα αυτού του σχεδίου. Το ενδιαφέρον είναι ότι αυστηρές επικρίσεις διατυπώθηκαν εξίσου από ακραιφνείς υποστηρικτές των ελεύθερων αγορών, όπως, σε άλλη κατεύθυνση, και από αντιπάλους του νεοφιλελεύθερου δόγματος.

«Να σώσουμε τον καπιταλισμό από τους καπιταλιστές!»

Όταν επικερδείς επιχειρήσεις πληγούν από υπερχρέωση, η προβλεπόμενη αντιμετώπιση στο καπιταλιστικό σύστημα (και από την αμερικανική νομοθεσία) είναι να μετοχοποιηθεί το χρέος: οι υφιστάμενες μετοχές μηδενίζονται, οι παλαιοί μέτοχοι εξαλείφονται και οι πιστωτές αποκτούν δικαιώματα στις νέες μετοχές που εκδίδονται σε μιαν αναδιαρθρωμένη κεφαλαιακά επιχείρηση. Η διαδικασία αυτή είναι όμως χρονοβόρα - και χρόνος δεν υπάρχει - ενώ ο ιδιωτικός τομέας διστάζει να ανακεφαλαιοποιήσει τις πληγείσες εταιρείες μη γνωρίζοντας την αξία του ενεργητικού τους. Αλλά ακόμα λιγότερο τη γνωρίζουν και θα μπορούσαν να τη διαπραγματευθούν απέναντι στους προς διάσωση τραπεζίτες (που διακυβεύουν τα ατομικά τους υπερέσοδα) οι κρατικοί υπάλληλοι που θα αναλάμβαναν να εφαρμόσουν το σχέδιο Πόλσον, σημειώνει ο καθηγητής επιχειρηματικότητας και χρηματοοικονομίας στο Σικάγο Λουίτζι Ζινγκάλες. Θα αγοράσουν έτσι τοξικούς τίτλους σε φουσκωμένες τιμές, φτιάχνοντας ένα φιλανθρωπικό ίδρυμα που επιδοτεί τους πλουσίους εις βάρος των φορολογουμένων. Αν η επιδότηση είναι αρκετά μεγάλη, θα καταφέρει να σταματήσει την κρίση, αλλά με τίμημα εκαντοτάδες δισεκατομμύρια δολάρια των φορολογουμένων, και ακόμα χειρότερα, θεωρεί, παραβιάζοντας τη θεμελιώδη καπιταλιστική αρχή ότι όποιοι αντλούν τα κέρδη πρέπει να φέρουν και τις ζημίες.

Ο Ζινγκάλες υποστηρίζει την επιβολή ενός σχεδίου αναδιάρθρωσης στους πιστωτές όπου μέρος του χρέους θα διαγραφεί σε αντάλλαγμα με κάποιες μετοχές, χωρίς να απαιτηθούν δημόσιοι πόροι, για το οποίο υπάρχει προηγούμενο επί Ρούσβελτ, κατά τη Μεγάλη Ύφεση. Θα συνέφερε πιστωτές και μετόχους, οι οποίοι όμως θα έφεραν και ένα κόστος, οπότε προτιμούν τη διάσωση από το κράτος. Σε αντίθεση άλλωστε με τα διάσπαρτα εκατομμύρια των φορολογουμένων, είναι άριστα δικτυωμένοι στο Κονγκρέσο για να περάσουν την άποψή τους. Αλλά οι αποφάσεις αυτού του Σαββατοκύριακου θα καθορίσουν τη μορφή του καπιταλισμού για πολλά χρόνια: Θέλουμε να ζούμε σε ένα σύστημα όπου τα κέρδη είναι ιδιωτικά και οι ζημίες κοινωνικοποιούνται, ή οι άνθρωποι να φέρουν την ευθύνη για τις αποφάσεις τους; - ρωτά για να καταλήξει: Ήρθε η ώρα να σώσουμε τον καπιταλισμό από τους καπιταλιστές.

Μεταξύ όσων συμμερίζονται τη συλλογιστική του Ζινγκάλες, ο Μάρτιν Γουλφ εγείρει από τη στήλη του στους Financial Times επιπλέον το ζήτημα, αν η αμερικανική κυβέρνηση προτίθεται να διασώσει αποτυχημένους επενδυτές, οπωσδήποτε θα έπρεπε βοηθήσει περισσότερο τους φτωχούς και συχνά παραπληροφορημένους οφειλέτες. Αλλαγές στη νομοθεσία των χρεοκοπιών που θα επέτρεπαν σε δανειολήπτες να σώσουν τα σπίτια τους πληρώνοντας μικρότερες δόσεις είχαν προτείνει οι Δημοκρατικοί στο Κονγκρέσο, αλλά προσέκρουσαν στην κατηγορηματική άρνηση του Πόλσον. Ο Πολ Κρούγκμαν πάντως, πλήρως στρατευμένος στην εκλογική μάχη, εκθειάζει στη δική του στήλη στους New York Times τις τροπολογίες των Δημοκρατικών που πέρασαν: το πλαφόν στις εξωφρενικές αμοιβές των μάνατζερ (κάπου 20 εκατομμύρια αποζημίωση και μπόνους έχει να λαμβάνει ο διευθύνων σύμβουλος της μόλις χρεοκοπημένης WaMu), την απόκτηση κάποιων μετοχών από το Δημόσιο έναντι των τοξικών τίτλων, τον έλεγχο της όλης διαδικασίας.

Για ένα νέο «νιου ντηλ»

Πολύ πιο πέρα πάει η καθηγήτρια στο Columbia και στο London School of Economics Σάσκια Σάσεν. Αν υπάρχουν διαθέσιμα 700 δισ. δολάρια των φορολογουμένων για μια παρέμβαση στην οικονομία, υποστηρίζει, αυτά δεν πρέπει να δοθούν σε ένα χρηματοοικονομικό τομέα που προκάλεσε τη βαθύτερη κρίση από το 1929, για να συνεχίσει κύκλους ανόδου και κατάρρευσης προς όφελος ενός διαρκώς μειούμενου ποσοστού του πληθυσμού. Οι ΗΠΑ έχουν έναν ισχυρό τραπεζικό τομέα, με κανόνες και κεφαλαιακή επάρκεια που τον κατέστησαν ανθεκτικό στην παρούσα κρίση, και μπορούμε να επανέλθουμε σε ένα χρηματοοικονομικό υπόδειγμα βασισμένο στις κανονικές τραπεζικές λειτουργίες, με περισσότερη ρύθμιση, αυστηρότερες απαιτήσεις κεφαλαικών αποθεμάτων και λιγότερες δυνατότητες μόχλευσης.

Τέτοιου όγκου δημόσιοι πόροι είναι πολύ προτιμότερο να διατεθούν για μεγάλες ανάγκες πλατιών στρωμάτων του πληθυσμού και της οικονομίας που ως τώρα αφήνονταν ακάλυπτες: για υποδομές, αντιπλημμυρικά έργα, σιδηροδρομικά δίκτυα, περιβαλλοντική αποκατάσταση, ανακαίνιση υποβαθμισμένων συνοικιών, για την ανάπτυξη εναλλακτικών πηγών ενέργειας, για να βοηθηθούν νοικοκυριά χαμηλότερου εισοδήματος να ανακτήσουν κατεσχημένες περιουσίες. Θα δημιουργούνταν έτσι πλήθος νέες θέσεις εργασίας και επιχειρήσεις κάθε μεγέθους σε όλους τους κλάδους, θα ενισχυόταν η οικονομική μεγέθυνση, βαθμιαία θα ανατιμώνταν και το δολάριο.

Θα είχαμε το ανάλογο του Νιου Ντηλ της εποχής του Ρούσβελτ, αλλά με διαφορετικό περιεχόμενο. Θα κάναμε ένα μεγάλο βήμα προς μια νέα οικονομία που διανέμει πλατιά τα οφέλη και τροφοδοτεί την οικονομική ανάπτυξη, όχι μόνο τη χρηματοοικονομική. Υπάρχουν άλλωστε προηγούμενα στην Ιαπωνία, στη Σουηδία. Η αμερικανική οικονομία αντιμετωπίζει σήμερα ένα χρέος/ζημία της τάξης του ενός τρις δολαρίων. Παρόμοιο ήταν το χρέος στην Ιαπωνία τη δεκαετία του 1980, όταν έσπασε η εκεί χρηματοοικονομική φούσκα, και μέσα από τη στήριξη της πραγματικής οικονομίας αποπληρώθηκε πλέον.

Στις 4 Νοεμβρίου οι ΗΠΑ εκλέγουν ένα νέο πρόεδρο και το επιτελείο του θα αναλάβει να κατευθύνει τη χώρα στους δύσκολους καιρούς που έρχονται. Καμία ανάγκη δεν υπάρχει να ψηφισθεί το σχέδιο Πόλσον που αποβλέπει στην αποκατάσταση ενός συστήματος το οποίο δεν απέδωσε για μεγάλα στρώματα του πληθυσμού και επιπλέον θέτει ολόκληρη την οικονομία σε κίνδυνο κάθε λίγα χρόνια, γράφει η Σάσεν. Παραπλήσιες απόψεις εκφράζουν και άλλοι στο στρατόπεδο των Δημοκρατικών, για παράδειγμα η επιθεώρηση American Prospect.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι