Η Ρωσία και η λανθασμένη ειρήνη

Μπάρμπαρα Σπινέλλι, 12/10/2008

Η συγγραφέας του άρθρου που ακολουθεί, από τις αρχές του αιώνα που διανύουμε υπογραμμίζει την αναγκαιότητα για την Ε.Ε: α. να μην ταυτίζεται με τις αντιλήψεις- που αγγίζουν τα όρια Russia delenda est -των εξ ανατολών μελών της για τις σχέσεις της με τη Ρωσία., αφού βέβαια τους εξασφαλίζει τα ανατολικά σύνορα τους. β. να επινοήσει και να οικοδομήσει την ειρήνη με τη Ρωσία, αποφεύγοντας την μετατόπιση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς και συμβάλλοντας στην αλλαγή του χαρακτήρα του. γ. να. επιτείνει τις αποστάσεις και την αυτονομία της από την πολιτική των ΗΠΑ. Στ.Λουκάς

Η Ρωσία και η λανθασμένη ειρήνη

Πώς χάσαμε τη Ρωσία; Το ερώτημα δεν είναι καινούργιο – οι μελετητές το επαναλαμβάνουν εδώ και είκοσι χρόνια σχεδόν- αλλά δεν ρίζωσε ακόμη στο κεφάλι υπευθύνων της Δύσης. Τα ερωτήματα που ριζώνουν είναι πριν από κάθε άλλο εκείνα που απευθύνουμε στον εαυτό μας και που δεν περιορίζονται να καταγγέλλουν τον άσχημο κόσμο που αντικρίζουμε και που στρατοπεδεύει μπροστά μας προκαλώντας την κατάπληξή μας σαν να ήταν κάτι το απρόσμενο. Αυτό που δεν θελήσαμε, δεν είναι οπωσδήποτε απρόσμενο. Εκείνο που μας καταπλήττει δεν είναι πάντοτε εκπληκτικό και ίσως όχι εντελώς ανεπιθύμητο. Το να αναρωτιόμαστε είναι δημιουργικό, εάν εξετάζονται οι ενέργειες που παραλείψαμε και η δική μας απροετοιμασία. Εάν βέβαια χρησιμοποιούμε μια βαθιά και όχι μια κοντόφθαλμη μνήμη που είναι εξυπηρετική για την αμεσότητα και μας παρηγοράει προκατασκευασμένες γνώμες που λατρεύουμε. Είναι αυτό που η Δύση δεν μπορεί να κάμει, και γι’ αυτό είναι τόσο δύσκολο να αντιμετωπίσει το δράμα ενός κράτους - η Ρωσία – που διάλεξε να επιστρέψει επιθετική, δύναμη ανάβοντας φωτιές στον Καύκασο.

Έγινε πολύς λόγος για επιστροφή σοβιετικής επιθετικότητας, για μια Ρωσία που σαν από νοσηρό ένστικτο επαναλαμβάνει σαράντα χρόνια μετά, την μέγιστη βία που ήταν η σοβιετική εισβολή στην Πράγα.

Αλλά μια πραγματική αυτοπερίσκεψη δεν ικανοποιείται με αυτές τις εξηγήσεις, πηγαίνει πιο βαθιά, δεν ευχαριστιέται με το γεγονός ότι κατασκεύασε ένα καινούργιο τέρας χρήσιμο για τις προεκλογικές εκστρατείες. Αν στη Ευρώπη αναζωπυρώνεται το Ρωσικό ζήτημα είναι γιατί ο ψυχρός πόλεμος τέλειωσε άσχημα το 1989-90: χωρίς τη σοφία που δημιουργεί, αντί να κατεδαφίζει. Εκείνο που τότε είπαμε ειρήνη δεν έγινε αντιληπτό σαν ειρήνη από τη Ρωσία, αλλά αντίθετα σαν μια διπλή απειλή: ψυχολογικά μια ταπεινωτική υποβάθμιση, πολιτικά μια ανισορροπία και μια περικύκλωση. Είναι αλήθεια το παρελθόν ξανανθίζει στη Μόσχα σαν πειρασμός: αλλά είναι ένα απέραντο παρελθόν, είτε σοβιετικό είτε ρωσικό. Όμως είναι απέραντο και για την Δύση, όπου ξανανθίζουν οι ευρωπαϊκοί πόλεμοι του 1900 και οι τρόποι λιγότερο ή περισσότερο έξυπνοι με τους οποίους βγήκανε.

Ακόμα και εδώ η μνήμη είναι χρήσιμη, αν δεν χρησιμοποιείται για να παρηγορήσει προκατασκευασμένες ιδέες. Και η μνήμη μας παραπέμπει περισσότερο στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο παρά στη άνοδο του Χίτλερ, περισσότερο στα λάθη του 1919 παρά στις υποχωρήσεις των δημοκρατιών το1938. Υπάρχει ένα βιβλίο που βοηθάει να γίνει κατανοητό το παρόν καλύτερα από κάθε ανάλυση στην αναστηθείσα αρκούδα: γράφτηκε το 1919 από τον John Maynard Keynes και που έχει σαν τίτλο «Οι οικονομικές συνέπειες της ειρήνης». Είναι μια αυστηρή καταγγελία της μωρίας των νικητών για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισαν την ηττημένη Γερμανία. Ένα ηττημένο που κατά τον Γάλλο Κλεμανσώ έπρεπε επάνω από όλα να ταπεινωθεί και να εξαντληθεί. Η Συνθήκη των Βερσαλλιών « δεν υπήρξε μια μεγαλόψυχη ή πιο απλά δίκαιη» αλλά η σύγχρονη « επανέκδοση της Καρχηδονικής συνθήκης»: και για μεγαλύτερη ακρίβεια εκείνη που ακολούθησε τον δεύτερο καρχηδονικό πόλεμο, που επέβαλε στην Καρχηδόνα να καταβάλει τεράστιες αποζημιώσεις , και να παραιτηθεί από τα υπεράκτια εδάφη ( ειδικά την Ισπανία) και από μέρος των αφρικανικών εδαφών, από το πολεμικό ναυτικό συμπεριλαμβανομένων και των ελεφάντων. Στο τέλος η πόλη ισοπεδώθηκε. Kartagine deleda est-Russia deleda est. Οι Δυτικοί δεν θα χρησιμοποιούσαν αυτές τις λέξεις αλλά για την Ρωσία είναι σα να τις έχουν πει. Λέγει, ακόμα, ο Keynes ότι οι πόλεμοι έχουν αναπόφευκτες συνέπειες; Στα αλήθεια νοσηρές είναι « οι συμφορές της ειρήνης που μπορεί να αποφευχθούν».

Το μάθημα το κατανόησαν οι νικητές του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου, που είχαν μια συμπεριφορά εντελώς διαφορετική απέναντι στον ηττημένο. Η Γερμανία δεν ταπεινώθηκε αλλά μετασχηματίσθηκε σε ένα συμμέτοχο και που είχε ενδιαφέρον (stakeholder) για την ειρήνη. Η ευρωπαϊκή ενότητα υπήρξε αυτό: ο περιορισμός όλων των Κρατών-έθνος και όχι μόνον ενός, και η κοινοτικοποίηση των πολεμικών πηγών που ήταν ο χάλυβας και ο άνθρακας (CECA). Το ίδιο μπορεί να γίνει σήμερα για την ενέργεια μεταξύ Ευρώπης και Ρωσίας, όπως έχει προταθεί από τον Σέρτζιο Ρομάνο («Οι Ρώσοι έχουν το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, εμείς έχουμε τα κεφάλαια, τις τεχνολογίες και την οικονομική κουλτούρα που έχει ανάγκη η Ρωσία», Corriere della Sera 20-8).

Ο δρόμος, όμως που ακολουθήθηκε μέχρι τώρα, είναι εκείνος του 1919 με ανικανότητα και καταπληκτική ελαφρότητα. Μια ανικανότητα δύο κυβερνητικών διαχειρίσεων των ΗΠΑ ( Κλίντον, Μπους), τόσο πολύ πιο εντυπωσιακών αν αναλογισθεί κανείς ότι από τις ΗΠΑ δεν λείπουν σοβαροί γνώστες της Ρωσίας. Αλλά και η Ευρώπη δεν ήταν καλύτερη: αμβλύνους, επιλήσμων των ιδρυτικών της αρχών, ήταν σύγχρονα ανίκανη να επινοήσει μια ειρήνη με τη Ρωσία, να κατανοήσει τους φόβους της και να κηδεμονεύσει τους καινούργιους που ήλθαν από την Ανατολή. Αρχικά οι εξελίξεις δημιουργούσαν υποσχέσεις: κατά την διάρκεια της γερμανικής ενοποίησης δόθηκαν εγγυήσεις, στον Γκορμπατσόφ, ότι η καινούργια ευρωπαϊκή ασφάλεια θα ήταν στα αληθινά κοινή με τη Μόσχα και ότι το ΝΑΤΟ δεν θα επεκτείνονταν. Αλλά η ομοφροσύνη δεν κράτησε πολύ: έγινε ανεκτή η καταστροφή της Τσετσενίας, σε ανταλλαγή κάθε ιδέα κοινής ασφάλειας εξανεμίσθηκε και η απάντηση στις ρωσικές ανησυχίες ήταν απερίσκεπτα πλήρης αδιαφορίας. Η Ρωσία υπόφερε από τα εύθραυστα σύνορα μιας τεράστιας διασποράς (16- 17 εκατομμύρια στα ανεξάρτητα Κράτη της πρώην ΕΣΣΔ), αλλά αυτή η πραγματικότητα αγνοήθηκε πλήρως όταν ο Κλίντον αποφάσισε την πρώτη επέκταση του ΝΑΤΟ το 1994-95.

Η επέκταση απαντούσε στους φόβους των ανατολικοευρωπαίων που οι Βρυξέλες δεν ήξεραν να καταπραΰνουν, αλλά ο Κλίντον δημιούργησε τετελεσμένο γεγονός. Ενήργησε χωρίς να διαπραγματευθεί με την Μόσχα αντιμετωπίζοντας τη σαν ηττημένη. Δεν της είχε εμπιστοσύνη και σύγχρονα υποτίμησε σε τεράστιο βαθμό τους κινδύνους: συλλογίστηκε βραχυπρόθεσμα, οδηγημένος από τα λόμπυ και τους εκλογικούς υπολογισμούς. Πίστευε σε μια αμετάβλητη ηγεμονία των ΗΠΑ. Δεν φαντάστηκε ότι η Μόσχα θα μπορούσε να ανακτήσει οικονομική και πολιτική ισχύ. Όταν ο Μπους πρότεινε την επέκταση στην Ουκρανία και στη Γεωργία, η ρωσική αγανάκτηση άγγιξε το μέγιστο σημείο. Η Μόσχα δεν ξέθαψε από μόνη της τον ψυχρό πόλεμο. Σύμφωνα με τη γνώμη του Κρεμλίνου ήταν η Ουάσιγκτον, όταν διέγραψε ένα τείχος στην Ευρώπη που το μετατόπιζε εντελώς προς ανατολάς. Άλλες προκλήσεις ακολούθησαν. Το 2001 Ο Μπους αποχωρεί από την συνθήκη Abm – που για 29 χρόνια είχε απαγορεύσει τους αντιβαλιστικούς πυραύλους - και υπόσχεται αντιπυραυλικό σύστημα στην Βαρσοβία και στην Τσεχία. Το 2003 επεμβαίνει μονόπλευρα στο Ιράκ και πολλαπλασιάζει τις στρατιωτικές βάσεις στην Κεντρική Ασία, γκρεμίζοντας την αλληλεγγύη που είχε δημιουργηθεί με τη Μόσχα μετά τις 11 Σεπτέμβρη. Το 2008 εγκρίνει την απόσχιση του Κοσσυφοπεδίου. Εδώ και χρόνια εξοπλίζει τον αλυτρωτικό εθνικισμό της Γεωργίας, μέχρι που τον χρησιμοποιεί, όπως κάνει ο Μακκέϊν για να νικήσει τον Ομπάμα στις εκλογές. Η ειρήνη μετά το 1990 δεν ήταν ίσως ενάντια στη Ρωσία, αλλά με βεβαιότητα δεν επιδιώχθηκε και δεν έγινε με συνεργασία της Ρωσίας.

Δεν έλειψαν οι κριτικές φωνές στις ΗΠΑ. Ο πιο σαφής ήταν ο George Kennan, θεωρητικός της συγκράτησης κατά την διάρκεια του ψυχρού πολέμου που επέπληξε τον Κλίντον για την επέκταση του ΝΑΤΟ: «Θα είναι το πιο μοιραίο λάθος των ΗΠΑ μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου. Η επέκταση θα βάλλει φωτιά στις εθνικιστικές και αντιδυτικές τάσεις της ρωσικής κοινής γνώμης, θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στην εξέλιξη της ρωσικής δημοκρατίας, θα επαναφέρει μια ατμόσφαιρα ψυχρού πολέμου στις σχέσεις Ανατολής-Δύσης, θα σπρώξει την εξωτερική πολιτική της Ρωσίας σε κατευθύνσεις αποφασιστικά αντίθετες με τα δικά μας συμφέροντα.(New York Times 5-2-97). Με τον Kennan συμπαρατάσσονται μελετητές κάθε άλλο παρά φιλοσοβιετικοί, στο παρελθόν: ο διαπραγματευτής για τον αφοπλισμό Paul Nitze, ο δημοσιογράφος Thomas Friedman, ο ερευνητής Michael Mandelbaum, ο ιστορικός του σταλινισμού Robert Conquest. Δεν εισακούσθηκαν γιατί η πολιτική των ΗΠΑ ακούει περισσότερο τα εθνικά λόμπυ παρά τους πραγματικούς ειδικούς: οι γνώμη τους υποκρύφθηκε σαν να ήταν o minority report του Steven Spielberg. Λίγο πριν τον πόλεμο της Γεωργίας , ο Kissinger ξέθαψε τον minority report, μην εγκρίνοντας την επέκταση του ΝΑΤΟ στην Ουκρανία (Herald Tribune, 1-7-08).

Για όλους αυτούς τους λόγους σήμερα έφθασε η στιγμή της Ευρωπαϊκής Ένωσης: σοφή όπως υπήρξε κατά την ίδρυση της, αυτή ξέρει εκείνο που μπορεί να αποφευχθεί στις κακοτυχίες της ειρήνης. Δεν μπορεί να αγνοηθούν οι φοβισμένοι ανατολικοευρωπαίοι, επείγει μια κοινή άμυνα που θα τους προστατεύει, αλλά ένα πράγμα πρέπει να γίνει ξεκάθαρο σε αυτούς. Οι πολιτικές που ακολουθηθήκανε μέχρι εδώ δημιούργησαν χάος και όχι ειρήνη. Ακριβώς για να έχουμε περισσότερη ασφάλεια, η Ευρώπη πρέπει σήμερα να ανακαλύψει την ειρήνη με τη Ρωσία και όχι ενάντια σε αυτή και να αυξήσει την αυτονομία της από τις ΗΠΑ αντί να την μειώσει.

΄Από τους πιο σημαντικούς βραβευμένους δημοσιογράφους και βραβευμένη και σαν συγγραφέας , συνιδρύτρια της εφημερίδας “Repubblica” και σήμερα πολιτική αρθογράφος της εφημερίδας “Stampa”.Κόρη του Αλτιέρο Σπινέλλι (συγγραφέα το 1941 του Manifesto di Ventotene – από το όνομα του νησιού που ήταν εξόριστος- βασικό κείμενο του ευρωπαϊκού φεντεραλισμού).

Θέμα επικαιρότητας:
Παγκοσμιοποίηση

Σύνολο: 17 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι