Ανιστόρητη ιστορία

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Ελευθεροτυπία, 05/11/2008

Η υπόθεση που ξέσπασε τον τελευταίο καιρό με τον Μίλαν Κούντερα στον ρόλο του χαφιέ της τσέχικης αστυνομίας επί κομμουνισμού έχει κάτι το ιδιαιτέρως ολισθηρό. Ο συγγραφέας κατηγορήθηκε από τον Ανταμ Χράντιλεκ, ερευνητή του Ινστιτούτου Μελέτης Ολοκληρωτικών Καθεστώτων, ότι κατέδωσε εν έτει 1950 στις Αρχές τον λιποτάκτη Μίροσλαβ Ντβόρατσεκ, που έχοντας πέσει στη δυσμένεια της εξουσίας είχε αναζητήσει καταφύγιο στη Γερμανία. Ο σάλος ξεκίνησε αμέσως και όλα έγιναν πολύ γρήγορα μύλος: ο Κούντερα αρνήθηκε την κατηγορία και δήλωσε ότι δολοφονείται ως συγγραφέας, ο Ντβόρατσεκ κατονομάστηκε ως πράκτορας των εξόριστων Τσέχων αντικομμουνιστών και ο Χράντιλεκ χρεώθηκε με την υποψία ότι διακίνησε την πληροφορία για τον Κούντερα, επειδή συνδέεται με μια γυναίκα η οποία εκατηγορείτο επί χρόνια για την κατάδοση του Ντβόρατσεκ. Παράλληλα, πολλοί, οι περισσότεροι, έσπευσαν έμπλεοι οργής να υπενθυμίσουν τη συγγραφική μεγαλοσύνη του Κούντερα, που δεν μπορεί να έχει την παραμικρή σχέση με ό,τι έκανε ή δεν έκανε στα νιάτα του με την τσέχικη αστυνομία. Το θέμα, όμως, δεν είναι ούτε η συγγραφική τέχνη του Κούντερα ούτε το αν ισχύουν οι κατηγορίες εναντίον του -ποιος, άλλωστε, και με ποια μέσα είναι σε θέση να τις ελέγξει; Το θέμα είναι τα παιχνίδια που παίζει ορισμένες φορές η δημόσια ιστορία - όσοι (έντυπα, κινηματογραφικές ταινίες, τηλεοπτικές εκπομπές, αλλά και διοργανωτές τελετών ή εμπνευστές μνημείων) επικαλούμενοι την ιστορική μνήμη σπεύδουν να πετάξουν στον κάλαθο των αχρήστων την ιστορική ερμηνεία.

Οπως όταν ο Γκίντερ Γκρας εξομολογήθηκε δημοσίως ότι στην εφηβεία του υπηρέτησε για ένα διάστημα στα Waffen - SS, λίγοι έλαβαν υπόψη τους το κλίμα της τρομοκρατίας αλλά και την αφόρητη ιδεολογική πίεση που επικρατούσαν στη Γερμανία της εποχής, εκφέροντας τις κρίσεις τους για την εντιμότητά του σαν να βρίσκονταν ενώπιον γεγονότων του παρόντος, έτσι και μετά το δημοσίευμα του Χράντιλεκ για τον Κούντερα, στο τσέχικο περιοδικό «Respekt», διάφοροι βιάστηκαν να απαξιώσουν ηθικά τον Τσέχο συγγραφέα σαν να εξακολουθούμε να ζούμε στο 1950 και, επιπλέον, σχεδόν επιχαίροντας με την κηλίδα του νεανικού του αμαρτήματος.

Αν, όμως, θέλουμε να σκεφτούμε ιστορικά, τι ήταν ο Κούντερα το 1950; Πιστός των σοσιαλιστικών ιδεωδών και μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος. Κι αν την ίδια χρονιά διώχτηκε από τους κόλπους των κομμουνιστών για αντικομματική δράση, λίγα χρόνια μετά επανήλθε στο Κόμμα, για να μπλεχτεί αργότερα στην Ανοιξη της Πράγας και να ξωπεταχτεί οριστικά από αυτό το 1970. Οι τιμητές, βεβαίως, της δημόσιας ιστορίας δεν θέλουν να εννοήσουν, παρά την ένταση των ιστορικών τους επικλήσεων, τι σημαίνει ιστορική συγκυρία: τις προσηλώσεις, εν προκειμένω ή τις αμφιθυμίες ενός νέου που καλώς ή κακώς πίστευε στις ιδέες του, όπως και την κατοπινή, καθαρώς αντικαθεστωτική του δράση. Ας μη λησμονούμε, επίσης, πως ελάχιστοι ήταν εκείνοι που θυμήθηκαν στην περίπτωση του Γκρας την επιμονή και την καθαρότητα του μεταπολεμικού αντιναζιστικού του λόγου. Ως προς τον Κούντερα, πολύ καλύτερα από εμένα τα λέει ο μεταφραστής του στην Ελλάδα Γιάννης Η. Χάρης (από το ρεπορτάζ της Βένας Γεωργακοπούλου και του Βασίλη Κ. Καλαμαρά στην «Ε» της 15ης Οκτωβρίου): «Τι βλέπουμε κοιτώντας πίσω, από απόσταση δεκαετιών; Πως είναι έτος 1950, ο "υπαρκτός" δεν έχει δείξει ακόμα το πρόσωπό του, δεν έχουμε εν πάση περιπτώσει μάθει ακόμα το πρόσωπό του, στην προ Χρουτσόφ εποχή, τις θηριωδίες του, π.χ. τις "δίκες της Μόσχας". Στην Τσεχοσλοβακία οι κομμουνιστές είναι μόλις δύο χρόνια στην εξουσία».

Είναι φανερό πως σε επεισόδια όπως αυτό του Κούντερα, η δημόσια ιστορία δεν κάνει ιστορία αλλά πολιτική. Το ιστορικό παρελθόν μετατρέπεται σε προκάλυμμα για τις πολιτικές συγκρούσεις του παρόντος κι αυτό πληρώνει τώρα ο Κούντερα: την αδυναμία των Τσέχων να του συγχωρήσουν μέχρι και σήμερα τη φυγή του στη Γαλλία λίγο μετά την ήττα της Ανοιξης της Πράγας, καθώς και, γενικότερα, το άσβεστο μίσος των πρώην κομμουνιστικών κοινωνιών για τα αλλοτινά πολιτικά τους καθεστώτα, όπως και για την παλαιά Δυτική Ευρώπη (ο Κούντερα ζει στο Παρίσι από το 1975), που απαλλαγμένη από τις πολλαπλές σκληρύνσεις τους είχε κατά τη γέννηση του μεταπολεμικού κόσμου όλες τις ευκαιρίες για να επενδύσει στην ελευθερία και στην ανάπτυξη.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι