Η φτώχεια μέσα στην αφθονία

Θανάσης Γιαλκέτσης, Ελευθεροτυπία, 20/11/2004

Οι αναπτυγμένες δυτικές κοινωνίες είναι, ανάμεσα στα άλλα, και κοινωνίες της σπατάλης. Η σπατάλη δεν συνδέεται μόνο με την αφθονία των εμπορευμάτων και με την υπερκατανάλωση. Ακόμη και η ανεργία είναι μια μορφή σπατάλης. Είναι σπατάλη ζωντανής εργασίας. Ηδη στη δεκαετία του 1930, ο Κέινς είχε αναλύσει το παράδοξο της φτώχειας μέσα στην αφθονία. Εκτιμούσε, ωστόσο, ότι ύστερα από μερικές δεκαετίες, χάρη στην τεχνική πρόοδο και τη συσσώρευση κεφαλαίων, αυτή η αντίφαση θα μπορούσε να ξεπεραστεί και ότι, επομένως, όλοι οι άνθρωποι θα μπορούσαν να ελπίζουν σε μια καλύτερη ζωή.

Η μεταπολεμική κοινωνία της πλήρους απασχόλησης, στο βαθμό που συνδύαζε οικονομική ανάπτυξη και κοινωνική ασφάλεια, έμοιαζε να δικαιώνει αυτή την προσδοκία. Χάρη στις προόδους της τεχνολογίας, ένα μικρότερο τμήμα του εργαζόμενου πληθυσμού μπορεί σήμερα να παράγει πολύ περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες. Αλλά η παράδοξη αντίφαση της φτώχειας μέσα στην αφθονία έχει επιταθεί και επιδεινωθεί στις μέρες μας, καθώς η ανεργία αντί να μειωθεί αυξάνεται, ενώ ταυτόχρονα αυξάνονται και οι ανικανοποίητες κοινωνικές ανάγκες. Υπάρχει, με δυο λόγια, μια διπλή αντίφαση: ανάμεσα σε καπιταλιστική παραγωγή και ανεργία από τη μια μεριά και ανάμεσα σε ανεργία και ανικανοποίητες κοινωνικές ανάγκες από την άλλη. Σήμερα, εξάλλου, δεν ισχύει η παλιά συνάρτηση, με βάση την οποία η αύξηση της παραγωγής οδηγούσε υποχρεωτικά σε μια συνακόλουθη αύξηση της απασχόλησης. Και ταυτόχρονα αποδεικνύονται αναποτελεσματικές οι δύο παραδοσιακές συνταγές -η «συντηρητική» της μείωσης των μισθών και η «προοδευτική» της ενίσχυσης της ενεργού ζήτησης- που χρησιμοποιήθηκαν στο παρελθόν για την αναζωογόνηση της παραγωγής και την καταπολέμηση της ανεργίας.

Υπάρχουν, βέβαια, και εκείνοι που διαφημίζουν τις «μεγάλες επιτυχίες» της αμερικανικής οικονομίας στο μέτωπο της απασχόλησης. Η συνταγή που εφαρμόζεται στις ΗΠΑ προβλέπει σταθερό κόστος του χρήματος, συγκράτηση των μισθολογικών αυξήσεων, «ευελιξία» της εργασίας και περιορισμό του κοινωνικού κράτους στο ελάχιστο. Οι θιασώτες της ευελιξίας δεν μας μιλούν βέβαια ποτέ για την άλλη όψη του αμερικανικού φεγγαριού. Η πολυδιαφημισμένη μείωση της ανεργίας στην Αμερική προκύπτει και από το γεγονός ότι οι στατιστικές για την απασχόληση δεν συνυπολογίζουν όλους εκείνους που βγήκαν από την αγορά εργασίας για να μπουν στη... φυλακή. Μια πελώρια δημόσια δαπάνη, που θα μπορούσε να στηρίξει την κοινωνική πρόνοια, χρηματοδοτεί την επέκταση του σωφρονιστικού συστήματος. Επιπλέον, κατά ένα μεγάλο μέρος οι νέες θέσεις εργασίας αποτελούνται από προσωρινές και χαμηλά αμειβόμενες εργασίες, ισοδυναμούν δηλαδή με «υποαπασχόληση». Οσο για την ευελιξία της εργασίας, αυτή σημαίνει πρακτικά ότι ο Αμερικανός εργοδότης μπορεί να απολύει ευκολότερα τους εργαζομένους. Αν η Ευρώπη δεν επιθυμεί να γεμίσει τις φυλακές της και να ρίξει τους εργαζομένους στην πιο ακραία ανασφάλεια, σε μια χαμηλά αμειβόμενη εργασία χωρίς εγγυήσεις, τότε θα πρέπει σίγουρα να αναζητήσει άλλους δρόμους για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της ανεργίας.

Μια εναλλακτική οδός θα μπορούσε να ανιχνευθεί με αφετηρία έναν απλό συλλογισμό. Σημειώσαμε ήδη ότι στις κοινωνίες μας δεν υπάρχει μόνον ένα πρόβλημα ανεργίας, αλλά υπάρχει και ένα πρόβλημα έλλειψης, ένα πρόβλημα ανικανοποίητων αναγκών. Η λύση της αντίφασης που προαναφέραμε, «άφθονα εμπορεύματα - λίγη εργασία», θα μπορούσε ίσως να αναζητηθεί σε μιαν άλλη κατεύθυνση, που συγκρούεται με την καπιταλιστική λογική της εμπορευματοποίησης των κοινωνικών σχέσεων. Ποιες είναι οι ανικανοποίητες ανάγκες;

Είναι πρωτίστως οι ανάγκες των πιο αδύναμων τομέων της κοινωνίας, όσων δεν έχουν μεγάλη αγοραστική δύναμη (φτωχοί, ασθενείς, γέροι κ.λπ.). Είναι, επίσης, οι ζωτικές ανάγκες προστασίας της φύσης και του περιβάλλοντος. Οι φτωχοί και η φύση είναι πράγματι οι «μαύρες τρύπες» της κοινωνίας στην οποία ζούμε, για τις οποίες η αγορά αδιαφορεί και δεν κινητοποιείται, γιατί δεν προσδοκά κερδοφορία. Υπάρχουν σήμερα κοινωνικοί τομείς που δεν μπορούν να βρουν στην αγορά τα αγαθά και τις υπηρεσίες που τους χρειάζονται. Δεν πρέπει να τρέφουμε την αυταπάτη ότι η αγορά από μόνη της θα ικανοποιήσει αυτές τις κοινωνικές ανάγκες και θα αυξήσει έτσι την απασχόληση, ακριβώς επειδή γνωρίζουμε ότι οι τρεις μεγάλες αποτυχίες της αγοράς είναι η μαζική ανεργία, οι ανικανοποίητες ανάγκες των ασθενέστερων στρωμάτων και το περιβάλλον.

Η πιο ελπιδοφόρα προοπτική για να δημιουργηθεί απασχόληση βρίσκεται ίσως στην προσπάθεια να ικανοποιηθούν εκείνες οι κοινωνικές ανάγκες που η αγορά δεν ικανοποιεί.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι