Ο νέος κοινωνικός συμβιβασμός

Ζακί Λαϊντί, Κυρ. Ελευθεροτυπία, 28/11/2004

Το περιεχόμενο και τα διακυβεύματα του ρεφορμισμού αποτελούν ένα μόνιμο θέμα της πολιτικής συζήτησης. Στη δεξιά ο όρος χρησιμοποιείται πολύ συχνά για να νομιμοποιήσει την αλλαγή απέναντι σε μιαν αριστερά που θεωρείται συντηρητική. Στην αριστερά η κατάσταση είναι πιο περίπλοκη αναφορικά με την ιδεολογική «υπόσταση» της έννοιας του ρεφορμισμού ως πρακτικής που αντιτίθεται στην επανάσταση. Σε αυτό το επίπεδο ο ρεφορμισμός έχει σαφώς κερδίσει στην αριστερά. Αλλά πολλά βαθύτερα ζητήματα δεν έχουν επιλυθεί. Η σχέση ανάμεσα σε μεταρρύθμιση και κοινωνικό μετασχηματισμό δεν έχει φωτιστεί ποτέ.

1. Σε ένα πλαίσιο παγκοσμιοποιημένης κοινωνικής αλλαγής, η νομιμότητα του ρεφορμισμού έχει σήμερα αποδυναμωθεί, επειδή αυτός γίνεται αντιληπτός από τους πιο αδύναμους κοινωνικούς τομείς ως μια διαδικασία προσαρμογής σε μιαν αλλαγή της οποίας αυτοί δεν βλέπουν τα οφέλη. Να προσαρμοστούμε, σύμφωνοι. Αλλά με ποιο αντάλλαγμα;

Σίγουρα ο συντηρητισμός εξηγεί πολλές αντιστάσεις. Αλλά το να εξηγούμε αυτές τις αντιστάσεις μόνο με το λαϊκισμό των προστατευόμενων κοινωνικών ομάδων είναι μια απλουστευτική και αβάσιμη ερμηνεία. Πρέπει να προχωρήσουμε πιο μακριά και να εξετάσουμε μιαν υπόθεση: εκείνη που λέει ότι η προβληματική του ρεφορμισμού κατέληξε να αλλάξει, επειδή οι όροι της κοινωνικής συζήτησης άλλαξαν.

Στις δεκαετίες του ’80 και του ’90 ο ρεφορμισμός σήμαινε την αναζήτηση ενός σταθερού κοινωνικού συμβιβασμού ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, στο πλαίσιο ενός σταθεροποιημένου, δηλαδή ισχυρά ρυθμιζόμενου, καπιταλισμού συστήματος, στο οποίο ο συσχετισμός δυνάμεων μεταξύ καπιταλιστών και μισθωτών ήταν ισορροπημένος. Σήμερα βρισκόμαστε σε μια νέα φάση του καπιταλισμού, στην οποία ο συσχετισμός δυνάμεων ανάμεσα σε κεφάλαιο και εργασία έχει μεταβληθεί πολύ προς όφελος του κεφαλαίου. Εχουμε μπει στην εποχή του καπιταλισμού που αποδιαρθρώνει την κοινωνία.

2. Η αιτία γι’ αυτό είναι ταυτόχρονα απλή και θεμελιώδης: το κεφάλαιο γίνεται όλο και περισσότερο κινητικό, μετακινείται όλο και πιο γρήγορα, ενώ η εργασία παραμένει πολύ περισσότερο συνδεδεμένη με μιαν εδαφική περιοχή και κατακερματισμένη σε πολλαπλές ταυτότητες.

Αυτή η ανισορροπία επηρεάζει υποχρεωτικά τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, στις οποίες το κεφάλαιο επιβάλλει προκαταβολικά τους καταναγκασμούς του στους μισθωτούς -στο όνομα της χρηματιστικής παγκοσμιοποίησης- ενώ οι μισθωτοί πιέζονται να αναζητήσουν το συμβιβασμό σε ένα όλο και κατώτερο επίπεδο.

Ο κίνδυνος είναι η αναζήτηση του κοινωνικού συμβιβασμού στο πλαίσιο του ρεφορμισμού να εμφανίζεται ως μια διαδικασία προσαρμογής στους καταναγκασμούς του παγκόσμιου παιχνιδιού, χωρίς οφέλη για τους μισθωτούς. Γι’ αυτό χρειάζεται να ξανασκεφτούμε τους όρους του ρεφορμιστικού κοινωνικού συμβιβασμού. Οταν ο καπιταλισμός δεν είναι σταθεροποιημένος, χρησιμοποιεί τέσσερις μοχλούς που μπορούν να φέρουν σε μειονεκτική θέση τους μισθωτούς: εξάγει την εργασία προς περιοχές με χαμηλούς μισθούς, απαλλάσσεται από δημόσιους ελέγχους, ιδιωτικοποιεί τη δημόσια σφαίρα, απαλλάσσεται από φορολογικούς καταναγκασμούς που καταλήγουν να επιβαρύνουν τους μισθωτούς, οι οποίοι είναι προφανώς λιγότερο κινητικοί.

3. Φυσικά, αυτός ο νέος καπιταλισμός παρουσιάζει πολλά πλεονεκτήματα: Καθιστά δυνατή τη δημιουργία πλούτου, αναβαθμίζει την ειδικευμένη εργασία, επιτρέπει την άνθηση προικισμένων ταλέντων, αλλά διαβρώνει τις κοινωνικές σχέσεις και δημιουργεί ένα μεγάλο πλήθος χαμένων, στους οποίους δεν είναι εύκολο να παραχωρήσει αντισταθμίσματα. Το να είναι κανείς ρεφορμιστής στο πλαίσιο ενός παγκοσμιοποιημένου και μη σταθεροποιημένου καπιταλισμού έγκειται στο να αναζητάει ένα κοινωνικό συμβιβασμό προς μια κατεύθυνση που παύει να ζημιώνει την εργασία προς όφελος του κεφαλαίου (...).

Για την αριστερά δεν είναι δυνατόν να είναι κανείς ρεφορμιστής χωρίς να ξεκινάει από μια κριτική ανάλυση του καπιταλιστικού συστήματος. Το ζητούμενο είναι να μάθουμε πώς να επανεπενδύσουμε σε μια κοινωνική κριτική του καπιταλισμού χωρίς να επανέλθουμε στα περασμένα.

Από τη στιγμή που θα βγούμε από τον ιδεολογικό μανιχαϊσμό, θα διαπιστώσουμε ότι υπάρχουν περιθώρια ελιγμών.

4. Το πρώτο βήμα έγκειται στο να θέσουμε την αρχή σύμφωνα με την οποία δεν υπάρχει αλλαγή χωρίς αντάλλαγμα.

Φυσικά, το περιεχόμενο, η ποιότητα και οι μορφές αυτών των ανταλλαγμάτων ποικίλλουν ανάλογα με τους κλάδους και τις δραστηριότητες, αλλά αυτή η αρχή παραμένει θεμελιώδης. Το συμπέρασμα είναι ότι κάθε αλλαγή πρέπει να βασίζεται όχι πλέον μόνον πάνω στην αρχή της ισότητας αλλά και σε εκείνη της ακριβοδικίας.

Σε αυτόν τον επαναπροσδιορισμό του ρεφορμισμού χρειάζεται επίσης να επενδύσουμε στην κριτική των μηχανισμών του παγκοσμιοποιημένου χρηματιστικού καπιταλισμού, εργαζόμενοι για τον εμπλουτισμό της κοινωνικής σημασιοδότησης π.χ. των επιχειρήσεων. Γιατί το ζητούμενο δεν είναι να παλέψουμε ενάντια στην αγορά για να περιορίσουμε το πεδίο δράσης της με κάθε τίμημα, αλλά να εργαστούμε έτσι ώστε η αποδοχή της αγοράς να ενσωματώνει μια πολλαπλότητα παραμέτρων, γιατί πρέπει να αντιληφθούμε ότι η αγορά μπορεί να κινητοποιηθεί προς όφελος ενός δημόσιου αγαθού σε πολλούς τομείς.

Ταυτόχρονα χρειάζεται επίσης να επενδύσουμε σε τοπικό επίπεδο για να αποφύγουμε τα ιστορικά σφάλματα της αριστεράς: την έλξη που νιώθει για τις σφαιρικές μηχανιστικές ερμηνείες εις βάρος των συγκεκριμένων λύσεων.

5. Ο άλλος μοχλός που διαθέτουμε δυνητικά είναι η Ευρώπη. Ορισμένοι βλέπουν στην Ευρώπη τον δούρειο ίππο της παγκοσμιοποίησης, ενώ άλλοι προτάσσουν την ικανότητά της να ρυθμίσει την παγκοσμιοποίηση. Στην πραγματικότητα, σε αυτό το πεδίο η Ευρώπη είναι αμφίσημη:

-Σε ό,τι αφορά τους βασικούς κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς κανόνες, η Ευρώπη παρήγαγε πάντοτε εξαιρετικά υψηλά ρυθμιστικά υποδείγματα. Το να υποβαθμίζουμε την Ευρώπη σε ένα απλό εγχείρημα απορύθμισης είναι επομένως μια εσφαλμένη ιδέα.

-Ωστόσο είναι αναμφίβολο ότι στις Βρυξέλλες κυριαρχεί ένας νεοφιλελεύθερος κομφορμισμός, που αγγίζει μερικές φορές το δογματισμό. Αλλά δεν πρέπει να δώσουμε λάθος μάχες. Αν και η Ευρώπη έτσι όπως είναι δεν ικανοποιεί τους ρεφορμιστές, μόνον στους κόλπους της ο ρεφορμισμός έχει πιθανότητες να επιβιώσει.

εφημερίδα «Liberation» στη 1/10/2004.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι