O φόβος σκέπει την πόλη

Σία Αναγνωστοπούλου, 13/09/2009

"97 δισεκατομμύρια για εξοπλισμούς σε 10 χρόνια, 300 εκατομμύρια για πυροσβεστικά αεροπλάνα", σημειώνεται με έμφαση στις εφημερίδες (Ελευθεροτυπία, 25.8.2009) την επομένη των πυρκαγιών της Αττικής, την επομένη του γνωστού δράματος που ανεβαίνει στη χώρα μας κάθε καλοκαίρι με τεράστια επιτυχία: όσο περισσότερα καμένα δάση τόσο μεγαλύτερη η επιτυχία… Tέτοια ποσά τα αντέχει και τα ανέχεται χωρίς καμιά αντίσταση, εις βάρος της, μια κοινωνία, είτε εφόσον υπάρχει άμεση απειλή πολέμου είτε όταν οι πολίτες εκπαιδεύονται να αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους σε καθεστώς μιας μόνιμης και γενικευμένης απειλής, εσωτερικής και εξωτερικής. Όταν η κοινωνία διαπαιδαγωγείται στον φόβο.

Θεωρώ ότι τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο η νοοτροπία της απειλής και του φόβου τείνει να καταστεί κυρίαρχη. Mια απειλή που καθίσταται μέτρο και κριτήριο πολιτικής ανάλυσης, που παράγει καταγγελτικό, εκφοβιστικό και "τσαμπουκαλίδικο" πολιτικό λόγο, που παράγει κοινωνικές νοοτροπίες και συμπεριφορές.

Μια κοινωνία ζωσμένη από εχθρούς

Απειλή υπ’ αρ. 1: "Η Τουρκία προ των πυλών". Πρόκειται για μόνιμη και διαχρονική, παλιά αλλά πάντα επίκαιρη εθνική απειλή, αυτή που στην πράξη νομιμοποιεί το ασύλληπτο για τα οικονομικά δεδομένα αυτής της χώρας ποσό των εξοπλισμών, αυτή που στο όνομά της αναπαράγεται η νοοτροπία της αιώνιας απειλής και της πληγωμένης μας "εθνικής υπερηφάνειας".

Απειλή υπ’ αρ. 2: "Μετανάστες γενικώς, λαθρομετανάστες ακόμη χειρότερα". Η νέα εθνική απειλή που κερδίζει συνεχώς έδαφος και πάντως ενισχύει αποφασιστικά, από τη μια μεριά το ένστικτο της επιβίωσης πάση θυσία, και την ανάγκη, από την άλλη, ενίσχυσης των μέτρων αστυνόμευσης της κοινωνίας. Η εκφοβιστική και μόνιμη προβολή της εγκληματικότητας, ο κίνδυνος για τα ιερά και τα όσια της κοινωνίας, διαμορφώνουν μια ατμόσφαιρα απειλής -- πιο ασφυκτική, πιο άμεση αυτή από την πρώτη.

Απειλή υπ’ αρ. 3: "Εθνοπροδότες καθηγητές πανεπιστημίου (και όχι μόνο), εξωνημένοι και διεφθαρμένοι που πλήττουν τα θεμέλια του έθνους". Eπίσης, "πολιτικά κόμματα που υποθάλπουν κουκουλοφόρους και ταραξίες γενικώς". Οι προηγούμενες απειλές ισχυροποιούνται μόνο όταν υπάρχει ο "εγκέφαλος" που τις συντονίζει. Αυτή η ύπουλη και καταστροφική πνευματική και πολιτική απειλή νομιμοποιεί, όπως είναι φυσικό, όλα τα παράπλευρα όπλα, απαραίτητα εν καιρώ πολέμου: απειλές εναντίον των προδοτών, χαφιεδισμός για την πρόληψη του κακού, πολιτικός και κοινωνικός στιγματισμός.

Οι περιπέτειες της κοινωνίας

Θα μπορούσα να απαριθμήσω πολλές άλλες απειλές που στοιχειώνουν τη ζωή της ελληνικής κοινωνίας. Aπειλές που, λόγω της αληθοφάνειάς τους, γίνονται με ευκολία αποδεκτές. Kανείς δεν αρνείται ότι υπάρχει πρόβλημα με την Tουρκία, πρόβλημα όμως καταρχήν και καταρχάς πολιτικό. Kανείς επίσης δεν αρνείται ότι η μετανάστευση δημιουργεί πρόβλημα, πρόβλημα όμως κοινωνικό, και όχι εθνική απειλή. Ή ότι υπάρχουν ιδεολογικά προβλήματα και συγκρούσεις που προκύπτουν συνεχώς σε μια ζωντανή, δημοκρατική κοινωνία. Aυτά ωστόσο συνιστούν προβλήματα τα οποία --αυτά και άλλα πολλά-- συνθέτουν τις "περιπέτειες", μικρές ή μεγάλες, που καλείται να αντιμετωπίσει μια κοινωνία. Περιπέτειες μέσα από τις οποίες υποχρεώνεται να ανανεώνει μονίμως τα μέσα κατανόησης του εαυτού της, του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντός της -- να ανανεώνει τους θεσμούς και τα μέσα εκδημοκρατισμού και αλληλεγγύης της, να ενισχύει την ηθική και την ανθρωπιά της.

Περιπέτειες λοιπόν έχει να αντιμετωπίσει η ελληνική κοινωνία, και όχι απειλές. Μια κοινωνία χαράσσει στην Ιστορία της τους δρόμους αντιμετώπισης των περιπετειών της, και συνεχώς τους ανανεώνει: δρόμους πολιτικούς, χαραγμένους πάνω σε ιδεολογική βάση. Το θέμα λοιπόν είναι πoιο δρόμο επιλέγει από το παρελθόν να προεκτείνει στο μέλλον και σε ποια ιδεολογική βάση αποφασίζει κάθε φορά να τον ανανεώνει και να τον επικαιροποιεί. Κάποιους άλλους δρόμους, μετά από δύσκολες και επώδυνες συναινέσεις, τους αφήνει οριστικά στο παρελθόν, γιατί υπήρξαν ιδιαίτερα αιματηροί και κόστισαν πολλά.

Η ελληνική κοινωνία έχει μακρά ιστορική εμπειρία περιπετειών, έχει υποχρεωθεί να χαράξει δύσκολους δρόμους, δημοκρατικούς (αυτό δεν σημαίνει και μη συγκρουσιακούς), συλλογικούς, προκειμένου να ανανεώνει την αντίληψη για τον εαυτό της, προκειμένου να ανανεώνει τους θεσμούς εκδημοκρατισμού της. Στον 20ό αιώνα δύο μείζονος σημασίας γεγονότα υποχρέωσαν την ελληνική κοινωνία να ξαναδεί συλλογικά τον εαυτό της, το παρελθόν, το παρόν της και το μέλλον της: η "Μικρασιατική Καταστροφή" και ο Εμφύλιος Πόλεμος. Στο πλαίσιο αυτών των μεγάλων περιπετειών χαράχτηκαν και οι, κατεξοχήν δύο, μεγάλοι πολιτικοί και ιδεολογικοί δρόμοι αντιμετώπισης των πολύπλοκων προβλημάτων που μια ζωντανή κοινωνία έχει να αντιμετωπίσει. Ένας μεγαλοϊδεατικός δρόμος της εθνικοφροσύνης, όπου η απειλή (εξωτερική και εσωτερική) για τη συρρίκνωση του ελληνικού έθνους καθιστά την κοινωνία ένα μόρφωμα ακίνητο, χωρίς συλλογικότητες αλλά με απόλυτη ομοιογένεια, σε μόνιμη άμυνα εναντίον των εχθρών, κι όπου τα στρατιωτικά-αστυνομικά (και τα συναφή με αυτά: χαφιεδισμός, τραμπουκισμός κλπ.) όπλα είναι τα κατεξοχήν νομιμοποιημένα πολιτικά όπλα, αφού η χώρα τελεί εν κινδύνω. Αυτός ο δρόμος διαμόρφωσε νοοτροπίες στην ελληνική κοινωνία: χαφιεδισμό, ατομικισμό, καταγγελτισμό, φοβικότητα και εκφοβισμό. Και ένας δημοκρατικός δρόμος, τον οποίο χάραξε με οδυνηρό, και όχι χωρίς αιματηρές συγκρούσεις, τρόπο κατεξοχήν η Αριστερά, όπου η αξιοπρέπεια και ο συνεχής εκδημοκρατισμός της κοινωνίας συνιστά μόνιμο διακύβευμα. Και αυτός ο δρόμος διαμόρφωσε νοοτροπίες: κοινωνικό αντιφασισμό και δημοκρατικά ανακλαστικά, γενναία ανοίγματα στο παρελθόν και το μέλλον, συλλογικότητα και εκδημοκρατισμό του δημόσιου χώρου με διάλογο (και με συγκρούσεις).

Μετά τη μεταπολίτευση, η ελληνική κοινωνία αποφάσισε να αφήσει οριστικά πίσω της τον εθνικόφρονα δρόμο της εσωτερικής κυρίως απειλής και να προεκτείνει στο μέλλον τον δύσκολο δημοκρατικό δρόμο, αντικρίζοντας με γενναιότητα το παρελθόν και με θάρρος το μέλλον. Ωστόσο, το ιδεολόγημα της διαρκούς "απειλής εναντίον του ελληνισμού", η υπόγεια αλλά εδραιωμένη αντίληψη του μικρού μα γενναίου "υπό κατατρεγμό έθνους", ιδεολόγημα και αντίληψη που το ΠΑΣΟΚ της πρώτης κυρίως περιόδου νομιμοποίησε σοσιαλιστικά, δημιουργούσαν παγίδες και καθιέρωναν νοοτροπίες, χρησιμότατες και βολικότατες κατά καιρούς για τα δύο κόμματα εξουσίας. Ο συνωμοτισμός και ο καταγγελτισμός επίσης, ως στοιχεία ενός ριζοσπαστικού αντιιμπεριαλιστικού λόγου, ενίσχυαν, από άλλο δρόμο, τον εθνικισμό και συνιστούσαν παγίδες στις οποίες εν δυνάμει θα έπεφτε καταρχάς η ίδια η Αριστερά.

Την τελευταία εικοσαετία η ελληνική κοινωνία, κυρίως λόγω της μετανάστευσης, καλείται για πρώτη ίσως φορά μετά το 1974 να ανανεώσει και να επικαιροποιήσει με θάρρος, γενναιοδωρία και θυσίες τον δημοκρατικό δρόμο που έχει χαράξει στην Ιστορία της. Να διευρύνει τους θεσμούς συνοχής της και να συγκροτήσει τους όρους μιας νέας συναίνεσης μέσα από την εδραίωση ισχυρών συλλογικοτήτων (και όχι κινηματικών πυροτεχνημάτων). Σε τέτοιες περιόδους όπου οι δημοκρατικές αντοχές μιας κοινωνίας έτσι κι αλλιώς δοκιμάζονται, ο εύκολος δρόμος της αναπαραγωγής νοοτροπιών απειλής συνιστά ένα επικίνδυνο ενδεχόμενο. Απέναντι λοιπόν σε μια δύσκολη και επίπονη περιπέτεια, όπως είναι η υποδοχή μεγάλου αριθμού μεταναστών για μια μικρή κοινωνία, ο δημοκρατικός "εξοπλισμός" της χρειάζεται άμεση και γενναία ενίσχυση. Προκειμένου να αρθεί στο ύψος της περιπέτειας που έχει μπροστά της και της πίεσης που υφίσταται χρειάζεται οικονομικά, πολιτικά και διανοητικά εργαλεία που η πολιτική και πνευματική ηγεσία (και οι δημοσιογράφοι, εννοείται) οφείλει να παρέχει. Kαι την πίεση τη δέχονται τα κατώτερα στρώματα, οι πιο υποβαθμισμένες περιοχές όπου αναγκαστικά συνωθούνται οι μετανάστες.

H καταγγελία και ο φόβος, κριτήρια πολιτικής

Aυτό που παρακολουθούμε τα τελευταία χρόνια είναι μια αστυνομική, συνωμοτική και καταγγελτική προσέγγιση των προβλημάτων, με κοινό παρανομαστή το κλίμα φόβου και απειλής, όπου στο όνομα του έσχατου κινδύνου κάθε έννοια κοινωνικής αλληλεγγύης, κοινωνικής ηθικής και ανθρωπιάς καταργείται.

Πώς φτάσαμε όμως σ’ αυτή την κατάσταση; Ποιος αποκομίζει οφέλη από μια κοινωνία φοβική; Aπό όλη αυτή την κατάσταση επωφελείται βεβαίως το ΛAOΣ, όχι μόνο ωστόσο, ούτε είναι ο μοναδικός υπεύθυνος που φτάσαμε ως εδώ. Tόσο η NΔ όσο και το ΠAΣOK --αν και όχι με τον ίδιο τρόπο και στον ίδιο βαθμό-- επωφελούνται άμεσα, αφού το ΛAOΣ κάνει τη "βρώμικη δουλειά" γι’ αυτούς. Tους απαλλάσσει από την ευθύνη παροχής στην κοινωνία του εξοπλισμού που της είναι απαραίτητος για να αντιμετωπίσει δημοκρατικά τις περιπέτειές της· κυρίως του οικονομικού και του πνευματικού εξοπλισμού. Όλα αυτά τα χρόνια των σκανδάλων, της διαφθοράς, της αδιαφάνειας, τα κρίσιμα εθνικά θέματα (η μετανάστευση ως εθνικό θέμα αντιμετωπίζεται), αποτελούσαν τα μεγάλα όπλα απέναντι σε μια κοινωνία που όσο πιο φοβισμένη τόσο το πλιάτσικο τύπου Zίμενς πέρναγε απαρατήρητο. Tο KKE όλο αυτό το διάστημα κατήγγελλε τον καπιταλισμό. Tο ΛAOΣ πανηγύριζε, που… "όλοι έρχονταν στα λόγια του".

Όσο για τον ΣYN/ΣYPIZA, που με κόστος μεγάλο επί πολλές δεκαετίες απέφυγε τον λαϊκισμό, τον καταγγελτισμό, τον βεντετισμό διάφορων "μοναχικών λύκων" και τις φημολογίες καφενείου, και στον οποίο η κοινωνία, συνθλιμμένη στη μέγγενη του δικομματικού αμοραλισμού και του καταγγελτισμού, προσέβλεψε για να ανανεώσει τον δημοκρατικό της εξοπλισμό, προκειμένου να οικοδομήσει μια νέα κοινωνική και πολιτική αλληλεγγύη, αυτός απλώς της γύρισε την πλάτη, και μάλιστα ακριβώς τη στιγμή που όλα έδειχναν ότι ήταν σχεδόν το μοναδικό κόμμα που "έπιανε" την πολυπλοκότητα των κοινωνικών αντιθέσεων.

Παρ’ όλα αυτά, παρά τα προβλήματα, την παθογένεια και την εσωστρέφεια που οι εσωτερικές αντιφάσεις δημιουργούν και τόσο μας ταλάνισαν και τραυμάτισαν αυτόν το χώρο, η ανάγκη ύπαρξης και ενίσχυσης του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ παραμένει ακόμη επιτακτική. Η ανάγκη μιας Αριστεράς με λόγο ανανεωτικό και συγχρόνως ριζοσπαστικό, εξωστρεφή, μαχητικό και τεκμηριωμένο, με λόγο και δράση που θα οικοδομεί τη νέα πολιτική και κοινωνική αλληλεγγύη -- και όχι μιας Αριστεράς που είτε μονίμως καταγγέλλει είτε τρώει η ίδια τις σάρκες της.

Η Σία Αναγνωστοπούλου διδάσκει στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι