Ο Όσκαρ Λαφονταίν στο επίκεντρο της προσοχής...

Κάκη Μπαλλή, Κυριακάτικη Αυγή, 18/10/2009

«Γιατί μισούν όλοι τον Όσκαρ Λαφονταίν»; Το ερώτημα έθετε την περασμένη Δευτέρα στο πρωτοσέλιδό της, η λαϊκή συντηρητική εφημερίδα "Bild", αρθρογράφος της οποίας ήταν επί χρόνια ο Λαφονταίν. Την ώρα που στο Βερολίνο και στις πρωτεύουσες τεσσάρων ομόσπονδων κρατιδίων τρέχουν οι διαπραγματεύσεις για σχηματισμό κυβερνήσεων, την ώρα που όλοι ανταγωνίζονται με όλους προσπαθώντας να περάσουν όσο το δυνατόν περισσότερες προγραμματικές θέσεις τους στις τελικές συμφωνίες της ομοσπονδιακής ή τοπικής διακυβέρνησης, οι προβολείς της δημοσιότητας στη Γερμανία είναι περισσότερο στραμμένες προς τον Όσκαρ Λαφονταίν παρά προς την καγκελάριο Άγγελα Μέρκελ ή τον νέο εταίρο της Γκίντο Βέστερβελε. Αυτό το -σε πρώτη ανάγνωση δυσανάλογο- ενδιαφέρον έχει την εξήγησή του.

Κατʼ αρχήν ο Όσκαρ -«η καρδιά μου χτυπάει αριστερά»- Λαφονταίν είναι αυτή τη στιγμή η πιο έντονη πολιτική προσωπικότητα στη Γερμανία. Είτε τον μισούν, είτε τον λατρεύουν. Τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια που πρωταγωνιστεί -με διαλείμματα- στη γερμανική πολιτική σκηνή, ελάχιστοι πολιτικοί προκάλεσαν σε εχθρούς, φίλους, οπαδούς και αντιπάλους τόσο έντονες θετικές ή αρνητικές αντιδράσεις όσο ο αγαπημένος πολιτικός «εγγονός» του Βίλι Μπραντ. Ο «Ναπολέοντας του Ζάαρ», όπως αποκαλούσαν οι δημοσιογράφοι τον Λαφονταίν, απηυδισμένοι από την αλαζονεία του, όταν κυβερνούσε επί δεκατρία χρόνια με απόλυτη πλειοψηφία το κρατίδιο, όπου γεννήθηκε, ποτέ δε δίσταζε να εκφράσει την άποψή του, συχνά κόντρα στο κόμμα του, ενίοτε κόντρα στο λαϊκό αίσθημα. Και κανείς -εκτός ίσως από τη γυναίκα του- δεν ήταν ποτέ σε θέση ούτε να προβλέψει ποια θα ήταν η επόμενή του κίνηση, ούτε εκ των υστέρων να την ερμηνεύσει. Όχι επειδή είναι αλλοπρόσαλλος -ούτε ο χειρότερος εχθρός του δεν του το έχει καταλογίσει-, αλλά επειδή τις μεγάλες αποφάσεις τις παίρνει πάντα -σχεδόν- μόνος. Από τη στάση του ενάντια στη γερμανική ενοποίηση και στην ελεύθερη μετακίνηση Ανατολικογερμανών προς τη Δύση το 1989 –για την οποία δικαιώθηκε εκ των υστέρων στο οικονομικό επίπεδο, ωστόσο κανείς Γερμανός δεν σκεφτόταν τότε με το πορτοφόλι του και δικαίως- μέχρι την απόφασή του να τα βροντήξει το 1999 από την προεδρία του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος και από την κυβέρνηση Σρέντερ, αφήνοντας «ορφανά» όχι μόνο την αριστερή πτέρυγα του SPD, αλλά όλο το κόμμα.

Ο καταλύτης

Όμως το έντονο ενδιαφέρον της κοινής γνώμης για τον Λαφονταίν αυτή την εποχή δεν έχει να κάνει μόνο με την προσωπικότητα και τη φορτισμένη ιστορία του. Στον σημερινό πρόεδρο του κόμματος της Αριστεράς η γερμανική κοινωνία βλέπει έναν καταλύτη για ολόκληρο το πολιτικό σύστημα. Χωρίς τον Λαφονταίν και την επιλογή του να ενταχθεί το 2005 στο δυτικογερμανικό μόρφωμα της WASG -της Πρωτοβουλίας για την Εργασία και την Κοινωνική Δικαιοσύνη- και να συμμαχήσει με το ανατολικογερμανικό PDS -Κόμμα Δημοκρατικού Σοσιαλισμού- πολύ δύσκολα θα μπορούσε το σημερινό κόμμα της Αριστεράς να φτάσει το 12% σε ομοσπονδιακό επίπεδο και να γίνει κοινοβουλευτικό κόμμα στα δυτικά ομόσπονδα κρατίδια. Όμως ο Λαφονταίν δεν έπαιξε καταλυτικό ρόλο μόνο για την Αριστερά. Η παρουσία του -ή η απουσία του- αλλάζει τα δεδομένα και για τους Σοσιαλδημοκράτες και τους Πράσινους.

Η νέα έκπληξη

Μετά την ανακοίνωση του Λαφονταίν, το περασμένο Σαββατοκύριακο, ότι δεν θα θέσει εκ νέου υποψηφιότητα για τη συμπροεδρία της κοινοβουλευτικής ομάδας της Αριστεράς -μοναδικός πρόεδρος εξελέγη ο Γκρέγκορ Γκίζι- όλοι προσπαθούν να μαντέψουν γιατί το έκανε. Δύο είναι οι επικρατέστερες ερμηνείες:

Πρώτον, ότι θέλει να ρίξει όλο το βάρος του στη Δύση, όπου η Αριστερά έχει και οργανωτικά και προγραμματικά προβλήματα, κυρίως στο πολυπληθέστερο κρατίδιο της χώρας -όσο δύο Ελλάδες-, τη Βόρεια Ρηνανία Βεστφαλία. Εκεί επίκεινται εκλογές τον επόμενο Μάιο. Η μοναδική ελπίδα της αντιπολίτευσης να φρενάρει την παντοδυναμία της νέας κυβέρνησης Μέρκελ- Βέστερβελε στο Βερολίνο είναι να κερδίσουν όλοι μαζί - SPD, Πράσινοι, Αριστερά- αυτές τις εκλογές και να καταφέρουν να σχηματίσουν κυβέρνηση. Μόνο τότε δεν θα έχει πλειοψηφία στο Ομοσπονδιακό Συμβούλιο η ομοσπονδιακή κυβέρνηση και θα αναγκάζεται να βάζει νερό στο κρασί της σε μια σειρά σημαντικούς τομείς της πολιτικής της. Για να επιτευχθεί αυτός ο διπλός στόχος -εκλογική νίκη, αλλά και συνεργασία των τριών- ο Λαφονταίν πρέπει αφενός να ενισχύσει τα μάλλον άπειρα στελέχη της Αριστεράς στη Βόρεια Ρηνανία Βεστφαλία, αφετέρου να τους τραβήξει πολιτικά τα γκέμια. Στην τοπική οργάνωση της Αριστεράς τον τόνο δίνουν αναρχικοί, αριστεριστές και λίγοι κομμουνιστές, που δεν έχουν καμία διάθεση για υποχωρήσεις και συμβιβασμούς.

Η επίφοβη απώλεια

Αντίθετα, η τοπική οργάνωση της Αριστεράς στο Ζάαρ -όπου ο Λαφονταίν έγινε και πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής της Ομάδας- επιθυμούσε διακαώς να κυβερνήσει μαζί με τους Σοσιαλδημοκράτες και τους Πράσινους. Αριθμητικά ήταν εφικτό, πολιτικά αποδείχθηκε ανέφικτο. Οι Πράσινοι στο Ζάαρ προτίμησαν να στηρίξουν το αστικό στρατόπεδο, με μοναδική αιτιολογία ότι δεν εμπιστεύονται τον Λαφονταίν -ο οποίος προεκλογικά τους κατηγορούσε ότι έχουν πουληθεί στη δεξιά. Πιθανά να είναι κι έτσι. Όμως το κυβερνητικό πείραμα στο Ζάαρ -μετά και την παραδόξως σταθερή κυβερνητική συμμαχία Χριστιανοδημοκρατών- Πρασίνων στο μίνι κρατίδιο του Αμβούργου- μπορεί να αποδειχθεί καταλυτικό για όλη τη Γερμανία. Αίφνης οι Πράσινοι δεν είναι πλέον δεδομένοι για το αριστερό στρατόπεδο, κάτι που και τους ίδιους διχάζει -έξαλλη ήταν η μισή ηγεσία του κόμματος για την επιλογή της τοπικής οργάνωσης του Ζάαρ- αλλά και καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την επίτευξη μιας αριστερής κυβερνητικής πλειοψηφίας.

Βάλσαμο στην πληγή;

Η δεύτερη ερμηνεία για την αποχώρηση Λαφονταίν από τα μπροστά έδρανα της ομοσπονδιακής Βουλής είναι πιο… ψυχολογική. Πολλοί εικάζουν ότι ο Λαφονταίν στα 66 του χρόνια θέλει κάποια στιγμή να ενώσει και πάλι την αριστερά στη Γερμανία, αφού έχει πρώτα λειτουργήσει ως καταλύτης ώστε να μετακινηθεί αριστερότερα το πρώην κόμμα του, το SPD. Όπως και ο Γκίζι, έχει επανειλημμένα πει δημοσίως ότι πρέπει να «επανασοσιαλδημοκρατικοποιηθεί» η Σοσιαλδημοκρατία. Γι’ αυτό, ίσως, επιλέγει να μην εμφανίζεται συχνά στην κεντρική πολιτική σκηνή και να μην είναι πια το κόκκινο πανί για τους Σοσιαλδημοκράτες, ώστε μέχρι τις επόμενες εκλογές, το 2013, να είναι εφικτή μια κυβέρνηση συνασπισμού του αριστερού στρατοπέδου. Άλλωστε οι μεν νεότεροι στο SPD δεν κουβαλούν την ανοιχτή πληγή της «προδοσίας» του Λαφονταίν, οι δε περισσότεροι από τους παλιότερους είναι σε φάση αποστράτευσης και λόγω των καταστροφικών εκλογικών αποτελεσμάτων που έφερε το SPD επί των ημερών τους.

Πάντως, ο ίδιος ο πρόεδρος της Αριστεράς ούτε επιβεβαιώνει ούτε διαψεύδει τις ανωτέρω ερμηνείες. Στην τελευταία συνέντευξή του προσπερνάει τα περί προσωπικού, υποστηρίζει ότι το παν είναι οι πολιτικές επιλογές, δηλώνει ότι προτεραιότητα έχει η μάχη για τη θέσπιση εγγυημένου κατώτατου μεροκάματου και την αναστροφή των περικοπών στις κοινωνικές δαπάνες -γι’ αυτό και δηλώνει ικανοποιημένος από τη συμφωνία για κυβέρνηση συνασπισμού στο Βρανδεμβούργο μεταξύ SPD και Αριστεράς- και καλεί το πρώην κόμμα του να ακούσει τους ψηφοφόρους του.

Θέμα επικαιρότητας:
Ευρωπαϊκή Αριστερά

Σύνολο: 151 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι