Ή ωμή ισχύς ή νέα συλλογικότητα

Γιάννης Βούλγαρης, Τα Νέα, 05/12/2009

Η ιστορία μας έχει μάθει ότι η εξαχρείωση στις αντιδιαμετρικές παρυφές του πολιτικού σκηνικού δείχνει συνήθως την ασθένεια και την αποθάρρυνση του κεντρικού πολιτικού- κοινωνικού κορμού στον οποίο βασίζεται η δημοκρατική κουλτούρα και η κοινωνική συνοχή

Βρισκόμαστε και πάλι στην αρχή μιας δύσκολης φάσης η οποία απαιτεί διάλογο, διαπραγμάτευση, συνοχή και αλληλεγγύη στους πιο αδύναμους

Αυτή είναι η πιο ανησυχητική διάσταση των πολυάριθμων πλέον τραμπούκικων επιθέσεων εναντίον προσώπων, βιβλίων, ιδεών και απόψεων, μέσα και έξω από τα πανεπιστήμια ή των ρατσιστικών επιθέσεων κατά μεταναστών. Σαν κάτι να έχει σπάσει μέσα στην κοινωνία και να μας προειδοποιεί για τον κίνδυνο. Πόσω μάλλον που βρισκόμαστε και πάλι στην αρχή μιας δύσκολης φάσης η οποία απαιτεί διάλογο, διαπραγμάτευση, συνοχή και αλληλεγγύη στους πιο αδύναμους. Γιατί το εναλλακτικό σενάριο είναι η πολιτική της ωμής ισχύος, που βασίζεται ακριβώς στη φθορά της δημοκρατικής κουλτούρας και στη χαλάρωση της κοινωνική συνοχής.

Προβλήματα συνοχής

Ξέρουμε ότι τέτοιες τάσεις εμφανίζονται και στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Το ερώτημα είναι αν η Ελλάδα διέρχεται μια ιδιαίτερη και δύσκολη καμπή. Συζητάμε όλο και πιο επιτακτικά για την ανάγκη αλλαγής του «τύπου ανάπτυξης» δεδομένου ότι ο υπάρχων έχει εξαντλήσει τη δυναμική του. Λιγότερο όμως μας έχουν απασχολήσει τα προβλήματα του τύπου κοινωνικής συνοχής και δημοκρατικής συγκρότησης που οικοδομήθηκαν πάνω σε αυτόν, αλλά έχουν και τη δική τους αυτόνομη τροχιά στο επίπεδο των συμπεριφορών και της λειτουργίας του πολιτικού συστήματος. Συνήθως τα παρακάμπτουμε ή τα υποβαθμίζουμε μέσα σε γενικές συζητήσεις για τις επιπτώσεις του καπιταλισμού, της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης κ.λπ. Όπως όμως η οικονομική κρίση είναι παγκόσμια αλλά η χώρα μας δοκιμάζεται ιδιαίτερα και αυτοτελώς, έτσι και οι κοινωνικές (αν)ισορροπίες διαφέρουν ανά χώρα και χρονική περίοδο.

Μπορούμε να πούμε ότι το πρόβλημα συνοχής στη χώρα μας συνίσταται στους τρόπους και τους μηχανισμούς που πλαισιώνουν κάθε φορά την έντονη ατομιστική και οικογενειοκεντρική ιδιοτέλεια της ελληνικής κοινωνίας, δεδομένων των μικρών διαστάσεων των δομών και της ιστορικής αναξιοπιστίας των πολιτικών θεσμών. Στο πρόσφατο παρελθόν της χώρας, τέτοιοι μηχανισμοί ήταν αφενός οι παραδοσιακοί θεσμοί και νοοτροπίες μιας μετααγροτικής κοινωνίας, αφετέρου οι μεγάλες και ισχυρές πολιτικές ταυτότητες. Όπως ήταν αναμενόμενο, η λειτουργία αυτών των μηχανισμών ξεπεράστηκε από τη ραγδαία οικονομική ανάπτυξη, τη μαζική ευμάρεια και την αυξανόμενη πολιτική αποστασιοποίηση από τα μέσα της δεκαετίας του ΄80. Εμφανίστηκαν νέοι μηχανισμοί. Ο πιο σημαντικός (και ανεπαίσθητος) ήταν η διαπαιδαγώγηση του ελληνικού λαού στην πρακτική και στην κουλτούρα της δημοκρατίας ως αποτέλεσμα της πολιτικής ομαλοποίησης που επιτεύχθηκε στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης. Ο δεύτερος ήταν η διαμόρφωση μιας γενικής προοδευτικής- εκσυγχρονιστικής προδιάθεσης στα ευρέα μεσοστρώματα. Ήταν μάλλον το αποτέλεσμα μιας ασταθούς ισορροπίας. Η δημοκρατική «πολιτική ορθότητα» αναχαίτιζε κάπως τον νεοπλουτίστικο εγωισμό και αμοραλισμό. Η ισορροπία αυτή κρατήθηκε όσο συνέτρεχαν δύο παράγοντες. Ο πρώτος ήταν η εθνική προσπάθεια ένταξης στην ΟΝΕ που διαμόρφωσε ένα ενιαίο συλλογικό πλαίσιο αναφοράς για τα «βασικά» ή ισχυρά οργανωμένα συμφέροντα. Ο δεύτερος ήταν το παρατεταμένο κύμα οικονομικής μεγέθυνσης της περιόδου 1994-2007 που άμβλυνε τους αγώνες αναδιανομής στον κεντρικό κορμό του συστήματος. Όταν ο εξωτερικός καταναγκασμός εξέλιπε, επιταχύνθηκε ο κατακερματισμός των στοχεύσεων, των συμπεριφορών και των επιμέρους «διαπραγματεύσεων» με την εξουσία για ιδιαίτερα προνόμια. Με την οικονομική κρίση, εκλείπει και δεύτερος.

Η οχύρωση των ισχυρών

Η ανησυχητική προοπτική είναι οι τάσεις αυτές να επιδεινωθούν αποκλείοντας μια οικονομικά εξυγιαντική και κοινωνικά δικαιότερη διαχείριση της συγκυρίας. Γιατί συχνά σε περιόδους κρίσης και έλλειψης σχεδίου για το μέλλον, οι κανόνες και τα όρια χαλαρώνουν, ενώ έρχεται σε πρώτο πλάνο η πολιτική της ωμής ισχύος, που ισχυροποιεί τους ισχυρούς και αδυνατίζει τους αδύναμους- η επαναστατική προοπτική άλλωστε δεν φαίνεται στον ορίζοντα. Η πολιτικοκοινωνική διαδικασία παίρνει τον χαρακτήρα αφενός ολιγαρχικών αντιπαραθέσεων, αφετέρου συγκρούσεων «ενεργών μειοψηφιών» ποικίλης ισχύος και ποιότητας. Σε αυτήν συμμετέχουν κυρίως τα ανώτερα και τα μεσαία στρώματα, ενώ αντιθέτως τα πιο αδύναμα μένουν συνήθως προσκολλημένα στα παραδοσιακά δίκτυα πολιτικής και στις αντίστοιχες συμπεριφορές.

Η γκάμα αυτής της πολιτικής διαφέρει. Συνήθως εκδηλώνεται με τη συντεχνιακή οχύρωση των σχετικά εξασφαλισμένων κοινωνικών ομάδων και χώρων, τόσο στον δημόσιο τομέα όσο και στον ιδιωτικό. Στο ανώτερο επίπεδο των ολιγαρχικών κέντρων, οι κινήσεις συνήθως είναι εντονότερες, τόσο γιατί η κρίση μπορεί να ευνοήσει την εμφάνιση νέων παικτών όσο και γιατί περιπλέκεται η σχέση μεταξύ των ολιγαρχιών και του πολιτικού συστήματος γενικότερα. Π.χ. μια αποφασισμένη κυβέρνηση μπορεί να πειθαρχήσει τα «μεγάλα συμφέροντα», ενώ μια αναποφάσιστη να παραδοθεί χειροπόδαρα σε αυτά. Η πιο σκοτεινή όψη της πολιτικής της ωμής ισχύος είναι η αύξηση της οικονομικής επιφάνειας και της κοινωνικής επιρροής της εγκληματικής οικονομίας. Η γενική οικονομική δυσπραγία πολλαπλασιάζει τις «μαφίες» και τις μαφιόζικες δραστηριότητες. Η γενική αποεπένδυση προσφέρει μεγαλύτερες ευκαιρίες «ξεπλύματος μαύρου χρήματος» και εξασφάλισης νόμιμης ισχύος στο σύστημα. Το ιδεολογικό προκάλυμμα της πολιτικής της ωμής ισχύος είναι κατά κανόνα αριστερόστροφος λαϊκισμός και αναγκαίο συμπλήρωμα ο εθνολαϊκισμός και ο ρατσισμός που στρέφονται κατά τών εκτός «εθνικής οικογένειας» αδυνάμων.

 

Η ανάγκη για κοινωνική διαφάνεια

Αν αυτή είναι μια πιθανή δυναμική της Ελλάδας στη διάρκεια της κρίσης, υπάρχει πάντα και η αντίθετη εκδοχή που συνοψίζεται στην κοινότοπη αισιόδοξη φράση «η κρίση ως ευκαιρία». Το γεγονός ότι η «χώρα βρίσκεται στην εντατική», έκθετη στις πιέσεις των διεθνών αγορών, λειτουργεί και πάλι σαν εξωτερικός καταναγκασμός που υποχρεώνει σε αυτοπειθάρχηση. Μπορεί η σημερινή κρίση να υποκινήσει μια αντίρροπη τάση στην πολιτική ωμής ισχύος και να δημιουργήσει ένα νέο πλαίσιο συλλογικότητας; Εξαρτάται από την ετοιμότητα, την αποτελεσματικότητα και την αποφασιστικότητα της πολιτικής εξουσίας.

Η καταστροφική πενταετία της Ν.Δ. έδειξε ότι η διάρθρωση αυτής της χώρας και η σχέση δημόσιου- ιδιωτικού οδηγούν εύκολα σε εκτροχιασμούς, όταν η πολιτική εξουσία είναι ανίκανη, φυγόμαχη και δεν έχει κανένα όραμα για το μέλλον. Αντίθετα, στη δεκαετία του ΄90 η πολιτική ηγεσία μπόρεσε να δημιουργήσει ένα σταθερό πλαίσιο στόχων και προσδοκιών που προσανατόλισε τις κοινωνικές δυνάμεις.

Αυτό είναι και σήμερα το αιτούμενο από την πολιτική.

Τα μέσα όμως και οι συνθήκες είναι αρκετά διαφορετικά.

Κυρίως σε τούτο. Σήμερα η μεταρρυθμιστική ατζέντα δεν μπορεί να στενέψει πολύ ώστε να αποφευχθούν δευτερεύουσες ως προς τον κύριο στόχο κοινωνικές συγκρούσεις. Γιατί η ανάταξη και η σταθεροποίηση προϋποθέτουν το άνοιγμα των μεγάλων ζητημάτων, όπως είναι ο εξορθολογισμός των δημόσιων οικονομικών και η αποτελεσματικότητα της Δημόσιας Διοίκησης, το φορολογικό και το συνταξιοδοτικό έστω σε μεσοπρόθεσμη προοπτική.

Στον πυρήνα αυτής της μεταρρυθμιστικής ατζέντας βρίσκεται ένα κυριολεκτικά επαναστατικό για την Ελλάδα αίτημα: να καταστήσει περισσότερο διαφανή την κοινωνικήεισοδηματική ιεραρχία της χώρας, έτσι ώστε να γίνει δημοσιονομικά διαχειρίσιμη και κοινωνικά δικαιότερη. Όσο τα μεσοστρώματα του ιδιωτικού τομέα κρύβουν μέχρι αναλγησίας τα εισοδήματά τους, οι δημόσιοι υπάλληλοι πληρώνονται μέσω ενός δαιδάλου επιδομάτων και οι υπουργοί σπαταλούν πελατειακά το δημόσιο χρήμα, τα περιθώρια για μια δίκαιη οικονομική πολιτική σε περιόδους κρίσης είναι ελάχιστα. Θα επικρατεί η πολιτική της ωμής ισχύος και των γυμνών εγωιστικών κοινωνικών συσχετισμών.

Το πρόβλημα αυτής της μεταρρυθμιστικής ατζέντας είναι ότι μπορεί να στηριχτεί σε όλους και σε κανέναν. Όλοι συμφωνούν αλλά κανένας δεν πληρώνει. Είναι η κλασική περίπτωση όπου η πολιτική εξουσία χρειάζεται να δείξει τη στρατηγική και την πυγμή που θα μετατρέψει την «πλατωνική» ομοφωνία σε πλειοψηφική συναίνεση στήριξης ενός σχεδίου για το μέλλον.

Το απαισιόδοξο είναι ότι τίποτα στο πολιτικό σκηνικό δεν σε πείθει ότι μπορεί να ανταποκριθεί στην πρόκληση αυτή. Το αισιόδοξο είναι ότι το εθνικό κόστος της αποτυχίας θα είναι τραγικό και μακροπρόθεσμο.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι