Οι μεγάλες θεσμικές αλλαγές, χρειάζονται να υπηρετούν και ανάλογους στόχους και οράματα…

Ντόρα Τσικαρδάνη, Αγγελιοφόρος της Κυριακής, 04/07/2010

Το αίτημα της μεγάλης διοικητικής μεταρρύθμισης της χώρας, με δημοκρατία, αυτοδιοίκηση και αποκέντρωση κατέλαβε – όχι εύκολα - τις τελευταίες δεκαετίες κεντρική θέση στην ατζέντα της Κ.Ε.Δ.Κ.Ε. και της Ε.Ν.Α.Ε. Απ’ ό,τι φαίνεται όμως, όχι και σ’ αυτή των αυτοδιοικητικών στο σύνολό τους, αν και, πολύ απ’ αυτούς, (αυθαίρετα) υποπτεύομαι, ότι έχουν ψηφίσει τα σχετικά ντοκουμέντα. Μεμονωμένες, περιθωριακές φωνές εντός των δύο κυβερνητικών κομμάτων το έθεταν επίσης. Η ανανεωτική αριστερά δήλωνε το ενδιαφέρον της για το αίτημα αυτό, το οποίο αποτελούσε στοιχείο «εκ των ων ουκ άνευ», της προτάσεώς της, για τον εκδημοκρατισμό των θεσμών και την ανάπτυξη της ελληνικής δημοκρατίας. Παρά τα μεγάλα βήματα εκδημοκρατισμού όμως, που πραγματοποιήθηκαν στη χώρα μας μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας, το συγκεκριμένο αίτημα, αν και, μετά την ένταξή μας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, περιεβλήθη και τον τύπο της «υποχρέωσης», παρέμεινε ανεκπλήρωτο, γεγονός απολύτως εξηγήσιμο : Η θεσμική καχεξία των αυτοδιοικητικών υποκειμένων της χώρας, δεν υπήρξε απλώς ένα παρεπόμενο, δευτερεύον χαρακτηριστικό του συστήματος πολιτικής διακυβέρνησής της, αλλά θεμελιώδες βάθρο του, μηχανισμός αναπαραγωγής και συντηρήσεώς του : Το τεράστιο δίκτυο μικρών σε μέγεθος και εκπροσώπηση πληθυσμού, διεσπαρμένων ανά τη χώρα και αναποτελεσματικών Δήμων, σε συνδυασμό με τους άνευ αρμοδιοτήτων νομούς, σηματοδοτεί ένα σύστημα διοίκησης απολύτως υποταγμένο στην κεντρική κυβέρνηση, κατακερματισμένο, αναποτελεσματικό για προγραμματισμό και εκτέλεση έργων και, ανίκανο, να εξυπηρετήσει τους πολίτες του, ταυτόχρονα όμως, εξαιρετικά αποτελεσματικό στη συντήρηση των πελατειακών σχέσεων των κομμάτων εξουσίας και την αναπαραγωγή τους. Ουσιαστικά πρόκειται για Δήμους – αντιπροσωπείες, με Δημάρχους - κομματάρχες. Καθόλου τυχαίο το γεγονός, ότι ανησυχητικά συχνά οι ίδιοι οι αυτοδιοικητικοί, αναφέρονται στους εαυτούς τους, ως «αυτοδιοικητικό κίνημα», απεκδυόμενοι των ευθυνών τους, ως ασκούντων διοίκηση. Ευτυχώς, παράλληλα με την πραγματικότητα αυτή, αναπτύχθηκε και η διάψευσή της : ουκ ολίγοι Δήμοι, Δήμαρχοι και Δημοτικά Συμβούλια ανά την χώρα, πρωτοποριακά κινούμενοι, μας παρείχαν απτές αποδείξεις, ότι η Τ.Α. μπορεί και, να θέλει και, να μπορεί.

Σύμφωνα με την ανάλυση αυτή λοιπόν, ο «Καλλικράτης», όχι μόνον άργησε πολύ να έρθει, αλλά και ήρθε σε μία δυσοίωνη περίοδο υποχώρησης οραμάτων και ιδεών, εν τω μέσω μιας σοβαρότατης οικονομικής κρίσης, με όλη την βαρβαρότητα, που αυτή επιφέρει. Χαρακτηριστική της υποχώρησης αυτής, υπήρξε η επιχειρηματολογία της ίδιας της κυβέρνησης για την επιλογή της, η οποία – δυστυχώς – επικεντρώθηκε κυρίως στην δημοσιονομική διάσταση της επιλογής αυτής. Χωρίς να υποτιμώ στο παραμικρό την διάσταση αυτή, - τουναντίον θα έλεγα - οφείλω να επισημάνω, ότι οι μεγάλες θεσμικές αλλαγές, χρειάζονται να υπηρετούν και ανάλογους στόχους και οράματα, ώστε να κινητοποιούν την κοινωνία. Δεν μπορούν να πραγματοποιούνται στο άγονο, αμυντικό έδαφος της δημοσιονομικής κρίσης της χώρας. Εξ ίσου χαρακτηριστική όμως και η αντίδραση των αυτοδιοικητικών, όπως και των τοπικών κοινωνιών : επικεντρωμένοι με τη σειρά τους στο χωροταξικό των Δήμων, ουδόλως ή ελάχιστα συζήτησαν την ουσία των ρυθμίσεων του Καλλικράτη. Ακόμη λιγότερο προετοίμασαν το επερχόμενο μέλλον, το οποίο μάλιστα, συμβαίνει να είναι και πολύ κοντινό. Τούτων δοθέντων λοιπόν, πρέπει να τονιστεί, ότι η ψήφιση του «Καλλικράτη», αποτελεί ένα πολύ θετικό βήμα στην κατεύθυνση του εκσυγχρονισμού του διοικητικού μηχανισμού του κράτους, για την ολοκλήρωση του οποίου όμως, χρειάζονται και άλλα, πολλά βήματα ακόμη, που θα υπηρετούν τον εκδημοκρατισμό και την αξιοπιστία του (π.χ. απλή αναλογική, αξιόπιστοι θεσμοί ελέγχου νομιμότητας και οικονομικής διαχείρισης κ.ά).

Τα κομβικά κριτήρια για την εκτίμησή μου αυτή είναι δύο :

Ι. Τα αυτοδιοικητικά υποκείμενα, που έχουμε ανάγκη, πρέπει να διαθέτουν την ελάχιστη κρίσιμη μάζα των προϋποθέσεων, που μπορούν να εξασφαλίσουν την ποιοτικά διαφορετική λειτουργία τους, ως διοικητικών μονάδων : υπολογίσιμο πληθυσμιακό μέγεθος, ανθρωπογεωγραφική ενότητα (κριτήριο, το οποίο θα έπρεπε να εφαρμοστεί χωρίς τις δεσμεύσεις των διοικητικών ορίων των πρώην νομών, ίσως και των νυν περιφερειών), ικανότητα για προγραμματισμό και εκτέλεση έργων, οικονομία κλίμακας και, βέβαια, ικανότητα για παροχή υπηρεσιών υψηλού επιπέδου στους πολίτες.

Είναι προφανές, ότι αυτά δεν μπορούν να υπηρετηθούν, χωρίς ι) ενίσχυση των παρεχόμενων στην Τ.Α. οικονομικών πόρων και, ιι) ενίσχυση και παραγωγή αυτοτελών πόρων.

ΙΙ. Σε ένα ανεπτυγμένο ομοσπονδιακό, ευρωπαϊκό περιβάλλον,– στο μέλλον του οποίου, προσωπικά προσβλέπω σταθερά - τα αυτοδιοικητικά υποκείμενα αυτά, (Α΄ και Β΄ βαθμού), πρέπει να είναι σε θέση, να συνδιαλέγονται ευθέως με την ευρωπαϊκή «κυβέρνηση», να προγραμματίζουν και να υλοποιούν τοπικές και ευρωπαϊκές πολιτικές και προγράμματα με αξιοπιστία, να ισχυροποιούνται συνεχώς, ασκώντας τοις πράγμασι όλο και ευρύτερα καθήκοντα στον χώρο τους, με τον ρόλο της εθνικής κυβέρνησης, στην άσκηση των καθηκόντων τους, να περιορίζεται σταθερά. Είναι σαφές, ότι η προοπτική αυτή, που στην Ελλάδα φαντάζει εξαιρετικά μακρινή, στην Ε.Ε. είναι πραγματικότητα ήδη σε πολύ πιο προχωρημένο βαθμό, ενώ παράλληλα η λειτουργία των υπαρχουσών «Ευρωπεριφερειών» αναδεικνύει – μέσω της τοπικής πολιτικής τους - τους εμπλεκόμενους Ο.Τ.Α. σε de facto παράγοντες άσκησης ακόμη και εξωτερικής πολιτικής.

Ο «Καλλικράτης» λοιπόν, είναι ένα σημαντικό βήμα προς το μέλλον αυτό. Και, βέβαια, είναι μόνον αυτό : ένα βήμα. Είναι το ευνοϊκότερο σε σχέση με το παρελθόν θεσμικό υπόβαθρο, προς την κατεύθυνση, που ήδη περιέγραψα. Είναι προφανές, ότι, για την κατάκτηση αυτού του μέλλοντος, από μόνος του ΔΕΝ αρκεί. Γράφω τις γραμμές αυτές, έχοντας πλήρη συνείδηση, ότι η θεσμική μεταρρύθμιση αυτή μπορεί σε πολλές περιπτώσεις, ακόμη και να εντείνει τις παθογένειες του ελληνικού αυτοδιοικητικού τοπίου. Γιατί το θεσμικό υπόβαθρο του «Καλλικράτη» από μόνο του δεν λύνει τα προβλήματα, που έχουν σχέση με την διαφθορά στον χώρο της αυτοδιοίκησης, της ελέγχουσας διοίκησης, την έλλειψη νομιμότητας και διαφάνειας στον τρόπο λήψεως των αποφάσεών της, την κατασπατάληση ανθρώπινων, φυσικών και υλικών πόρων απ’ αυτήν. Όπως επίσης, δεν λύνει και το πρόβλημα της διάρρηξης της σχέσης των κομμάτων με τις τοπικές κοινωνίες, τα οποία (κόμματα) εδώ και χρόνια, από εκφραστές των κοινωνιών αυτών έχουν μετατραπεί σε δαμαστές τους. Δεν λύνει, ούτε απαντά στις αντιθέσεις ή ακόμη και αντιφάσεις των τοπικών κοινωνιών.

Όμως, εκεί ακριβώς που εντοπίζονται τα προβλήματα, εκεί υπάρχουν και οι προκλήσεις. Την ποιότητα της αυτοδιοίκησης (και όχι μόνον) στη χώρα μας, θα διαμορφώσει η αναμέτρησή μας μαζί τους.

Ντόρα Τσικαρδάνη

Μέλος Π.Π.Ε. της

«ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ»

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι