Για την ανασυγκρότηση της παράταξης της ανανεωτικής αριστεράς.

Για μια νέα πορεία του ΣΥΝ.

ΑΘΗΝΑ, ΞΕΝ. ΕΣΠΕΡΙΑ , 4/2/2001, 01/01/2003

ΑΘΗΝΑ, ΞΕΝ. ΕΣΠΕΡΙΑ , 4/2/2001

Το κείμενο αυτό που το παρουσίασε ο Μιχ. Παπαγιαννάκης στην Πανελλαδική Συνδιάσκεψη , και εγκρίθηκε ομοφώνως, αποτελεί και την «Ιδρυτική Διακήρυξη» της ΑΝΑΝΕΩΤΙΚΗΣ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗΣ.


Έξι μόλις μήνες μετά από το Συνέδριο του ΣΥΝ, διαπιστώνουμε ότι τα βασικά προβλήματα που εκεί επισημάναμε παραμένουν αναπάντητα και παράγουν ήδη τις πρώτες συνέπειες τους. Τα κυριότερα ήταν ο προσδιορισμός της ταυτότητας ενός κόμματος της σύγχρονης αριστεράς από την μια μεριά και ο ρόλος του στο πολιτικό σύστημα όπως είναι και όπως τείνει ή πρέπει να εξελιχθεί.

Αριστερή προγραμματική φυσιογνωμία και "αριστερή στροφή"

Ως προς μεν το πρώτο είχαμε τονίσει το ιστορικό και αναπτυξιακό σχέδιο που ξεχωρίζει τον κάθε κομματικό σχηματισμό καθώς και το προγραμματικό περιεχόμενο της καθημερινής παρουσίας και δράσης του, και είχαμε υποβάλει προς συζήτηση και απόφαση συγκεκριμένες και συνεκτικές προτάσεις σχετικά με την επιθυμητή φυσιογνωμία και δράση του ΣΥΝ. Η πλειοψηφία που ήδη από την προσυνεδριακή περίοδο διαμορφωνόταν και που μέσα και μετά από το Συνέδριο τελικά παγιώθηκε είχε και έχει μεγάλη δυσκολία να μπει σε αυτήν τη συζήτηση η οποία ενδεχομένως δεν θα οδηγούσε αναγκαστικά στις προειλημμένες αποφάσεις ως προς τον πολιτικό ρόλο του ΣΥΝ που ήταν η βάση της σύστασης της, και ίσως και εσωτερικές διαφορές επί της ίδιας της ουσίας της προγραμματικής πολιτικής. Αυτός ήταν και ο βασικός λόγος για τον οποίο η συζήτηση επί του προγράμματος παραπέμφθηκε για αργότερα (προγραμματικό Συνέδριο το 2001), σαν να ήταν κάτι περίπου τεχνικό και δευτερεύον, ενώ αντιθέτως κρίθηκε επείγον να λυθούν ζητήματα καταστατικού και να αναδειχθεί η νέα ηγεσία του κόμματος.

Από την επομένη μέρα κιόλας αυτή η επιλογή άρχισε να παράγει τα αποτελέσματα της. Με πρωτοβουλίες ή με παραλείψεις και αποχές άρχισε να διαμορφώνεται κεντρικά ή διάχυτα η περιλάλητη «αριστερή στροφή» που είχε επαγγελθεί μέρος της πλειοψηφίας που τελικά διαμορφώθηκε στο Συνέδριο. Αυτή η "στροφή" όλο και περισσότερο ταυτίζεται με ένα καταγγελτικό λόγο και όλο και λιγότερο με κριτική που προβάλλει εναλλακτικές δυνατότητες και προτάσεις.

Αντίθετα η «αριστερή στροφή» έγινε διαυγέστερη σε άλλους τομείς. Λιγότερο σημαντικός για την κοινωνία, αλλά όχι και χωρίς γενικότερες συνέπειες, ήταν ο τομέας των εσωκομματικών σχέσεων : χαρακτηριστικές εκκαθαρίσεις στα όργανα, εμμονή σε υπαινιγμούς, δίκες προθέσεων και ανάλογες διαρροές προς τα ΜΜΕ κατά προσώπων και ιδεών ή προτάσεων, μειωμένη έως και ανύπαρκτη ενημέρωση της μειοψηφίας για τις προθέσεις ή αποφάσεις της πλειοψηφίας.

Οι περιπέτειες της (μη) πολιτικής πρότασης

Πολύ περισσότερο σημαντική βέβαια ήταν και είναι η κατεύθυνση που υιοθετήθηκε και ενισχύεται στον τομέα της πολιτικής πρότασης του ΣΥΝ και του ρόλου του στο πολιτικό σκηνικό όπως εξελίσσεται, πράγμα που μας φέρνει στο δεύτερο μεγάλο πρόβλημα που μας κληροδότησε το πρόσφατο Συνέδριο και που φυσικά συνδέεται με το πρώτο. Σε μια κρίση άδολου και ανέμελου απομονωτισμού, με την πρωτόλεια πολιτική αντίληψη ότι έτσι επιτυγχάνεται καθαρότητα προθέσεων και διακριτός πολιτικός ρόλος, η πλειοψηφία υιοθέτησε, βέβαια με διατυπώσεις που επιτρέπουν στον καθένα να έχει και κάποια δεύτερη ή τρίτη σκέψη…, την άποψη ότι δεν της χρειάζεται πολιτική πρόταση ! Για τις ανάγκες της σύμπηξης της πλειοψηφικής συμμαχίας μέσα στο ΣΥΝ δεν υιοθέτησε επίσημα και τυπικά την πρόταση περί «αριστερού πόλου» με το ΚΚΕ, το ΔΗΚΚΙ και άλλες συγγενείς δυνάμεις που είχε αρχικά υποβληθεί και τυπικά στον προσυνεδριακό διάλογο. Και έναντι αυτής της «υποχώρησης» αποκρούσθηκε κάθε σοβαρή ανάλυση και σκέψη ή και πρόταση που θα είχε σαν αναφορά τη σύγκλιση των δυνάμεων του δημοκρατικού σοσιαλισμού, της οικολογίας και του εκσυγχρονισμού που θα επιδιωκόταν μετά από διάλογο και ενδεχομένως κοινές πρωτοβουλίες στο χώρο της σημερινής κεντροαριστεράς. Όμως η πρόταση περί "αριστερού πόλου" καλλιεργείται "ανεπίσημα" και υπηρετείται συνεχώς και συστηματικά με διάφορους τρόπους και σε διάφορα επίπεδα της έκφρασης πολιτικού λόγου του κόμματος, με μιαν ιδιότυπη ασυλία, χωρίς δηλαδή να συναντά τις συνήθεις σε άλλες περιπτώσεις κριτικές, διαψεύσεις ή και καταγγελίες. Ενώ είναι προφανές ότι η υλοποίηση, στην πράξη, μιας τέτοιας πολιτικής είναι έξω και από τις αποφάσεις του Συνεδρίου και ουσιαστικά οδηγεί το ΣΥΝ σε μια λαθεμένη και αδιέξοδη πορεία.

Τυπικά πάντως ισχύει η αναφορά στην αυτονομία του ΣΥΝ, την οποία όμως ουδείς αμφισβητεί γενικώς, ενώ το μεγάλο πρόβλημα παραμένει το τί πρέπει να κάνει, αυτόνομα…, ο ΣΥΝ ώστε να συμβάλει στην αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού και να ανοίξει ο δρόμος προς τη διαμόρφωση άλλης κοινωνικής και πολιτικής πλειοψηφίας, ώστε να προωθηθούν οι διαρθρωτικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις που προτείνει (ή θα προτείνει στο προσεχές προγραμματικό Συνέδριο του…).

Και βέβαια απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν μπορεί να δώσει η απόπειρα της πλειοψηφίας να διαμορφώσει από τώρα την εκλογική τακτική του ΣΥΝ στις προσεχείς δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές, προκαταλαμβάνοντας και το ειδικό Συνέδριο για την Αυτοδιοίκηση που θα γίνει στο άμεσο μέλλον ! Η απόφαση, τελικά διαμορφωμένη με πολλές ασάφειες και πολλές οδούς διαφυγής, αποκλείει στην ουσία συνεργασίες στις τρεις μεγάλες πόλεις, καθιστά πολύ δύσκολη μια πολιτική συμμαχιών στις νομαρχιακές εκλογές, και αφήνει αλλού δυνατότητες συνεργασιών σε προγραμματική βάση ,αλλά με πρόγραμμα που θα το ξέρουμε αργότερα…,και με δυνάμεις που θεωρούσε δεδομένες και περίπου σε δεδομένες μεταξύ τους σχέσεις. Η απόφαση για τις εκλογές στην αυτοδιοίκηση, ακόμα και στρογγυλεμένη μετά από τις ισχυρές κριτικές που δέχθηκε, κυριαρχείται από τη λογική της περιχαράκωσης και της κομματικής καταγραφής, υποτιμώντας την ανάγκη να υπηρετηθεί ο θεσμός της αυτοδιοίκησης, πράγμα που ήταν βασικό στοιχείο της ανανεωτικής αριστεράς.

…και οι απειλές της εξελισσόμενης συγκυρίας.

Άρκεσαν λίγες εβδομάδες για να δώσουν ακόμα και σε αυτήν την απόφαση ένα χαρακτήρα ελαφρώς εξωπραγματικό. Ήδη η τάση να αυξηθεί σημαντικά η ρευστότητα του πολιτικού σκηνικού από τώρα κιόλας είναι εμφανής μετά την πρωτοβουλία του Δ. Αβραμόπουλου να ανακοινώσει την ίδρυση νέου κόμματος. Και βέβαια αυτή η ρευστότητα δεν θα μείνει χωρίς συνέπειες σε όλες τις επόμενες πολιτικές εξελίξεις και εκλογικές αναμετρήσεις.

Δεν είναι δυνατό να αρκεστεί ο ΣΥΝ στη απλή διατύπωση ότι αυτές οι εξελίξεις δεν μας αφορούν. Έστω και έμμεσα μας αφορούν, όχι αναγκαστικά ως τμήμα του παλαιού σκηνικού που έτσι κι αλλιώς θέλουμε να αλλάξουμε, αλλά και μόνο από τα ωστικά κύματα που θα προκαλέσει ενδεχομένως η πρωτοβουλία αυτή. Είτε προκαλέσει συσπείρωση στα μεγάλα κόμματα που θα συνοδεύεται από ισχυρή πίεση εις βάρος των μικρότερων. Είτε συμβάλει σε μια γενικότερη αποδιάρθρωση, οπότε απειλείται άμεσα ή έμμεσα ο ευρύτερος χώρος στον οποίο ο ΣΥΝ αναζητεί και βρίσκει, έστω και λιγότερο από όσο στο παρελθόν, ψηφοφόρους.

Αυτές οι διαπιστώσεις και αυτές οι υπαρκτές πολιτικές ανάγκες επιβάλλουν συζήτηση εις βάθος, επανεξέταση και αξιολόγηση των νέων στοιχείων του πολιτικού σκηνικού και των προοπτικών του, ώστε σύντομα να μπορεί ο ΣΥΝ να ανταποκριθεί στις πιθανές εξελίξεις και στις αντίστοιχες προκλήσεις, ώστε και οι προοπτικές της σύγχρονης αριστεράς να μείνουν ανοιχτές, ο ρόλος της στη διαμόρφωση του μέλλοντος της ελληνικής κοινωνίας στην Ευρώπη και στον κόσμο να ενισχυθεί.

Να ξανανοίξουμε τη συζήτηση ουσίας, εγκαίρως.

Στο Συνέδριο υποβάλαμε και υποστηρίξαμε ένα κείμενο με αναλύσεις, θέσεις και προτάσεις , τις οποίες θεωρούμε ως βάση των κοινών μας αναζητήσεων και επεξεργασιών και στο μέλλον. Ο στόχος παραμένει ο ίδιος : η ενίσχυση και η ανάδειξη των στοιχείων εκείνων που μπορούν να κάνουν το ΣΥΝ κοινωνικά και πολιτικά αναγνωρισμένη δύναμη κοινωνικής μεταρρύθμισης, οικολογικής εγρήγορσης και προοδευτικού εκσυγχρονισμού, δύναμη χρήσιμη για την κοινωνία και τους πολίτες, δύναμη κρίσιμη για την διαμόρφωση των πολιτικών συσχετισμών και της πολιτικής εξουσίας. Θεωρούμε αυτές τις ιδέες και προτάσεις μια πρώτη συμβολή και στην νέα συζήτηση που επιβάλλεται να αρχίσει στις διαμορφωνόμενες νέες συνθήκες.

Μετά την ένταξη της Ελλάδας στην ΟΝΕ και της δραχμής στο Ευρω, είναι γενική η αίσθηση ότι η (όση) μεταρρυθμιστική και εκσυγχρονιστική διάθεση και επίδοση της Κυβέρνησης εξαντλείται ταχύτατα. Ο σχετικός δημόσιος διάλογος συρρικνώνεται επικίνδυνα σε μια πολύ στενή αντίληψη μερί "διαρθρωτικών αλλαγών" που αφορούν όμως σχεδόν αποκλειστικά ιδιωτικοποιήσεις και απελευθερώσεις αγορών. Σε συνθήκες ΟΝΕ και Ευρω από τη μια μεριά και παγκοσμιοποίησης από την άλλη αυτές οι πολιτικές παρουσιάζονται, μέσα από ένα μίγμα συντηρητισμού, ατολμίας και αμηχανίας, ως μονόδρομοι για την Ελλάδα και για κάθε επιμέρους κοινωνία.

Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα. Στις όντως δύσκολες και πιεστικές συνθήκες του αυξημένου ανταγωνισμού που έτσι διαμορφώνονται η ενίσχυση της παραγωγικής βάσης της κάθε οικονομίας, η εξασφάλιση όρων κοινωνικής και περιφερειακής συνοχής, η ανάδειξη νέων όρων οικολογικής εγρήγορσης και ποιότητας της ζωής των πολιτών στον ιδιωτικό και στο δημόσιο χώρο είναι στόχοι που μπορεί και πρέπει να επιδιώκονται, αλλά πια με διαφορετικές πολιτικές και σε διαφορετικές κλίμακες. Σε όλα αυτά τα επίπεδα εκκρεμούν εκσυγχρονισμοί, μεταρρυθμίσεις και γνήσιες διαρθρωτικές αλλαγές, εξίσου και περισσότερο σημαντικές για το μέλλον από τις σημερινές εμμονές της Κυβέρνησης : από την νέα περιφερειακή συγκρότηση του κράτους και την ολοκλήρωση της αυτοδιοίκησης με νέες εξουσίες μέχρι την ριζική ανασυγκρότηση των συνεταιρισμών και την ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας του "τρίτου τομέα", ένα σύγχρονο και συνολικό και αλληλέγγυο αγώνα για την πλήρη απασχόληση, τον ουσιαστικό και ποιοτικά διαφορετικό, ασχέτως μεγέθους, επιτελικό ρόλο του κράτους, όπως τη ριζική φορολογική ,μεταρρύθμιση με αναδιανεμητικό αλλά και επιτελικό αναπτυξιακό ρόλο, τη συνολική αναδιάταξη των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας και γενικότερα θρησκευτικών δογμάτων με πλήρη ανεξαρτησία των δεύτερων αλλά και πλήρη διαχωρισμό τους από την κρατική λειτουργία, την ολοκλήρωση μιας πολιτικής προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη σε γνωστούς αλλά ελλειμματικούς τομείς όπως και σε νέους που αναδεικνύουν οι καλπάζουσες νέες τεχνολογίες κλπ όπως τα παρουσιάσαμε στο πρόσφατο Συνέδριο μας και θα τα ξαναπαρουσιάσουμε πιο επεξεργασμένα στο προσεχές προγραμματικό.

Στην Ελλάδα αντιμετωπίζουμε, με λίγα λόγια, ένα σύνθετο πρόβλημα που περιλαμβάνει ασφαλώς και την ανάγκη ταχύτατης προσαρμογής στα νέα δεδομένα, εκσυγχρονισμό με βάση τα καλύτερα επιτεύγματα των άλλων ευρωπαϊκών κοινωνιών αλλά και συνεχή μεταρρύθμιση στο εσωτερικό της χώρας, στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στον κόσμο, με κριτήρια πάντοτε την πλήρη απασχόληση, τη συνοχή, την οικολογική συμβατότητα, τα δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη, τη συνεργασία και την ειρήνη, με λίγα λόγια μια προοδευτική πολιτική διακυβέρνηση της παγκοσμιοποίησης, της Ευρώπης, του κόσμου.

Η διαμόρφωση συγκεκριμένων πολιτικών που να υπηρετούν μια τέτοια γενική αντίληψη, αλλά και τα προγραμματικά σημεία αιχμής που προτείνουμε, είναι σήμερα στην ημερήσια διάταξη όλων των πολιτικών δυνάμεων, τουλάχιστον στην Ευρώπη, και ασφαλώς όχι μόνο των "παραδοσιακών" αριστερών. Και σίγουρα σχεδόν καμιά δεν πιστεύει πια ότι απαντήσεις μπορούν να δοθούν από μεμονωμένες χώρες ή πολιτικές δυνάμεις. Εξάλλου οι διεθνείς κοινωνικές ή πολιτικές κινητοποιήσεις της νέα εποχής (από το Σηάτλ έως τη Νίκαια, και αναμένονται και άλλες…) αυτό το στοιχείο αναδεικνύουν, άσχετα από τα επιμέρους συνθήματα ή αιτήματα που εκτείνονται σε όλη το πεδίο των κινημάτων της κοινωνίας των πολιτών.

Το πολιτικό ζήτημα παραμένει το ίδιο…, όπως και το καθήκον της αριστεράς…

Το σημερινό πολιτικό σύστημα της χώρας, η σημερινή διάταξη των πολιτικών δυνάμεων, οι σημερινές κυρίαρχες πολιτικές αντιλήψεις δεν ευνοούν τέτοιες συσπειρώσεις και τέτοιες συνθέσεις. Και η απουσία τους ενισχύει τη γενικότερη εντύπωση για την πολιτική ως μια λειτουργία χωρίς κοινωνική αποτελεσματικότητα και επομένως απαξιωμένη και δευτερεύουσα.

Η αριστερά οφείλει να πρωτοστατήσει σε μιαν ευρύτερη προσπάθεια για την αποκατάσταση της πολιτικής, για να ανοίξουν αξιόπιστες προοπτικές δράσης και μεταρρύθμισης στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Ο ΣΥΝ, ως δύναμη της ευρωπαϊκής αριστεράς, πρέπει να επανεξετάσει τις προγραμματικές και πολιτικές προτάσεις του σε μια τέτοια προοπτική.

Ευκαιρία για μια τέτοια προγραμματική επικαιροποίηση είναι ασφαλώς και το προσεχές προγραμματικό συνέδριο, αλλά και το ειδικό συνέδριο για τη Αυτοδιοίκηση που έχει ήδη προαναγγελθεί, ενδεχομένως και κάποια άλλα. Είναι χρήσιμο και αναγκαίο να γίνει κάθε προσπάθεια ώστε αυτά τα συνέδρια να αναδειχθούν σε πολιτικά γεγονότα που να ξεπερνούν τα κομματικά όρια. Αναλύσεις και προτάσεις αναπτύσσονται σε όλη τη κοινωνία και σε άλλους πολιτικούς χώρους, και είναι στοιχείο δημιουργικότητας και πρωτοπορίας για το ΣΥΝ να μπορεί να τις ακούσει και ενδεχομένως να τις εντάξει οργανικά στον προβληματισμό του και το πρόγραμμα του. Τα συνέδρια αυτά, και ιδιαίτερα το προγραμματικό του οποίου η σύγκληση πρέπει να επισπευσθεί αντί να παραπέμπεται συνεχώς για αργότερα, πρέπει να είναι η αποφασιστική ευκαιρία για να αναδείξουμε τη βάση και την καρδιά μιας πολιτικής για τη σύγκλιση και την προοδευτική διακυβέρνηση της χώρας.

Μια τέτοια προσπάθεια θα αποτελεί και στοιχείο μιας πιο επεξεργασμένης πολιτικής πρότασης που να ανταποκρίνεται πιο αποτελεσματικά στις εξελίξεις και τις πιθανές προοπτικές του πολιτικού σκηνικού. Πέρα από τις πιθανές επιπτώσεις από την ίδρυση του νέου κόμματος Αβραμόπουλου, έτσι κι αλλιώς οι επικείμενες εκλογικές αναμετρήσεις, με πρώτες τις δημοτικές και νομαρχιακές, παίρνουν από τώρα ένα οξύτερο πολιτικό χαρακτήρα και για άλλους λόγους που έχουν σχέση με τις εσωτερικές διεργασίες στα μεγάλα κόμματα και την αγωνιώδη αναζήτηση της δικής τους διεύρυνσης και επέκτασης. Και αυτή η αυξανόμενη ένταση είναι ήδη εμφανής από τώρα.

Επομένως από τώρα επίσης θα έπρεπε να εξεταστεί η αντίστοιχη προετοιμασία του ΣΥΝ, ώστε να επανακτήσει την πολυσυλλεκτικότητα που του ταιριάζει στο συνολικό χώρο όπου απευθύνεται. Σε συνθήκες που πιθανότατα θα είναι πολύ πιο ρευστές αν όχι και νέες η ορθή ανταπόκριση θα ήταν η ενίσχυση και διεύρυνση της έννοιας της ανανεωτικής αριστεράς ως παράταξης στην οποία θα επιδιώξει ένα γενναίο άνοιγμα μια αντίστοιχα ενισχυμένη και διευρυμένη ηγεσία του ΣΥΝ, καλώντας σε ευρύτερη συσπείρωση με ουσιαστικά πολιτικά και προγραμματικά καθήκοντα και στόχους. Είναι προφανές ότι σε ένα τέτοιο πλαίσιο τοποθετείται και η πρόταση μας στο Συνέδριο για την προσθήκη της Οικολογίας στον τίτλο του κόμματος μας.

Για να έχει και αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα η συνολική προσπάθεια απαιτείται μια ανεπιφύλακτα πολιτική έκκληση προς δυνάμεις και στελέχη του ευρύτερου χώρου του ΣΥΝ για συσπείρωση και κοινή δράση από υπεύθυνες θέσεις και με στόχους ασφαλώς εκλογικούς αλλά ενταγμένους στις γενικότερες προγραμματικές και πολιτικές προοπτικές που αναλύονται πιο πάνω. Τέτοιες ή ανάλογες προοπτικές συγκεντρώνουν ασφαλώς τη συναίνεση πολλών που απομακρύνθηκαν από το ΣΥΝ είτε γιατί δεν πείσθηκαν ότι είναι σαφής στη γραμμή του είτε γιατί θεώρησαν ότι μπορούν να τις υπηρετήσουν προσανατολιζόμενοι προς άλλες κατευθύνσεις αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ο χώρος αυτός, που ο κορμός του αποτελείται από το 40% της προηγούμενης εκλογικής μας δύναμης που δεν μας προτίμησε στις πρόσφατες εκλογές, είναι ακόμη και τώρα ζωτικός για το ΣΥΝ και σε κάθε περίπτωση πρέπει να μείνουν ανοιχτοί οι δίαυλοι επικοινωνίας μαζί του με κάθε τρόπο.

Αυτή πορεία προς τις εκλογές του 2002.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι