Nα σώσουμε τον καπιταλισμό!

Γεράσιμος Γεωργάτος, 19/12/2010

Όλες σχεδόν τις κρίσεις του καπιταλισμού η αριστερά έσπευδε και τις χαρακτήριζε δομικές και συστημικές, υποδηλώνοντας έτσι ότι διαμορφώθηκαν οι αντικειμενικές συνθήκες για την ανατροπή του, με την ανάλογη ωρίμανση και του υποκειμενικού παράγοντα. Το ίδιο κάνει και σήμερα, ευθέως το ΚΚΕ και εμμέσως άλλες δυνάμεις της αριστεράς εντός και εκτός ΣΥΡΙΖΑ. Όμως ο 20ός αιώνας έδειξε ότι η διά της βίας ανατροπή του καπιταλισμού και η επιβολή του σοσιαλισμού, όπου επιχειρήθηκε, κατέληξε στον σοβιετικού τύπου ολοκληρωτισμό. Μάλιστα, οι μεγαλύτεροι αντικομμουνιστές είναι όσοι επιμένουν στην υποστήριξη του Σταλινισμού, της μεγαλύτερης στρέβλωσης και συκοφαντίας του μαρξικού απελευθερωτικού οράματος.

Μια σύγχρονη αριστερά – και η Δημοκρατική Αριστερά, αφού αυτοπροσδιορίζεται ως τέτοια – αν όντως θέλει να σηματοδοτήσει μια τομή με το πρόσφατο και το απώτερο παρελθόν, οφείλει να τοποθετηθεί ευθαρσώς απέναντί του και να συνάγει τα ανάλογα συμπεράσματα, για μια πολιτική αρχών που θα συγκροτούν την ταυτότητά της και θα ορίζουν το πλαίσιο από όπου θα απορρέουν και οι τοποθετήσεις της στην τρέχουσα συγκυρία.

Συνεπώς, ο σοσιαλισμός με δημοκρατία και ελευθερία στον οποίο αναφέρεται, δεν είχε, ούτε θα μπορούσε να έχει καμιά σχέση με εκείνα τα καθεστώτα. Αντιθέτως, επιχειρήθηκε με τη μεταρρυθμιστική στρατηγική σε χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού, όπως εκφράστηκε με τον Ούλοφ Πάλμε στη Σουηδία, τον Μπρούνο Κράισκι στην Αυστρία, τον Βίλι Μπράντ στη Γερμανία, κλπ. Πρόκειται για τη μεταπολεμικά συνδεδεμένη με το όνομα της σοσιαλδημοκρατίας «χρυσή τριακονταετία» (1945 – 1975), όπου υπό το κυρίαρχο κεϋνσιανό μοντέλο στήριξης της ζήτησης, δηλαδή των δυνάμεων της εργασίας «… οι αξίες της αλληλεγγύης και της ισότητας μπορούσαν να ικανοποιηθούν εντός καπιταλισμού με το κοινωνικό κράτος και την κρατική εγγύηση της πλήρους απασχόλησης.» (Ε. Τσακαλώτος, Αυγή, 10/12/2010).

Η πετρελαϊκή κρίση του 1973, η εγκατάλειψη του κανόνα του χρυσού και των συμφωνιών του Bretton Woods, ο στασιμοπληθωρισμός και η ανερχόμενη ανεργία, σημαδεύουν το πέρασμα από το κεϋνσιανό στην κυριαρχία του νεοφιλελεύθερου μοντέλου στήριξης της προσφοράς, δηλαδή των δυνάμεων του κεφαλαίου. Η δε σοσιαλδημοκρατία, τη δεκαετία του 80, μετατοπίζεται και υιοθετεί τη νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία, με χαρακτηριστικότερες τις περιπτώσεις Μπλερ στη Βρετανία και Σρέντερ στη Γερμανία, για να ακολουθήσουν βαθμιαία και τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, ενώ το καθ` ημάς ΠΑΣΟΚ προώθησε ταυτόχρονα ένα ανορθολογικό μείγμα προνοιακών πολιτικών και πελατειακών δικτύων εξαιτίας των οποίων καθίσταται πολλαπλά δύσκολη η υπεράσπιση των δημοσίων αγαθών και υπηρεσιών στη χώρα μας. Η δε σημερινή κυβέρνηση αποπειράται καθυστερημένα, σε συνθήκες κρίσης και δια της εξωτερικής επιβολής του Μνημονίου, το εξορθολογιστικό σοκ που έπρεπε να είχε πραγματοποιηθεί στη φάση της ανάπτυξης και όχι της ύφεσης, κατά το πρώτο ήμισυ της δεκαετίας. Γι` αυτό θα αποτύχει.

Όμως η μετατόπιση της σοσιαλδημοκρατίας ούτε συνολική και οριστική μπορεί να θεωρείται και κυρίως δεν ακυρώνει την πολύτιμη κληρονομιά του κοινωνικού κράτους. Αυτή την κληρονομιά πρέπει να μετουσιώσει στις σημερινές συνθήκες μια σύγχρονη αριστερά που έχει αφήσει οριστικά πίσω της το ναυάγιο του υπαρκτού και των παραφυάδων του.

Σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης, διεθνών τεχνολογικών δικτύων, ανοιχτών κεφαλαιαγορών και αυξημένης διασύνδεσης των οικονομιών, είναι φυσικά αδιανόητη η επιστροφή στον εθνικό κεϋνσιανισμό και στο εθνικό κράτος πρόνοιας. Μια τέτοια απόπειρα θα αποτελούσε αναχρονιστική χαοτική οπισθοδρόμηση με καταστροφικές συνέπειες. Ας το σκεφτούν διπλά όσοι προτείνουν έξοδο από την Ε.Ε και επιστροφή στη δραχμή.

Όμως με αφορμή τη σημερινή πολύπλευρη διεθνή κρίση του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, την αυξανόμενη συνειδητοποίηση ότι η απάντηση στην απορρύθμιση και τη χρηματοπιστωτική κυριαρχία είναι οι πολιτικές πρωτοβουλίες για επιβολή διεθνών κανόνων και ρυθμιστικών πλαισίων, μια σύγχρονη αριστερά μπορεί να θέσει ως εφικτό οραματικό στόχο έναν ευρωπαϊκό πράσινο κεϋνσιανισμό, ένα καθολικό κοινωνικό μοντέλο σε ευρωπαϊκή κλίμακα, με προώθηση της οικονομικής και πολιτικής ενοποίησης, δίνοντας έτσι πιο συγκεκριμένο περιεχόμενο στον αριστερό ευρωπαϊσμό και την οικολογική εγρήγορση που επικαλείται. Έτσι αξιοποιεί τις καλύτερες παραδόσεις της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, καλύπτει το κενό που αυτή έχει αφήσει πίσω της και ταυτόχρονα της ασκεί πίεση για αλλαγή τροχιάς με προοπτική τις προγραμματικές συγκλίσεις.

Ένα τέτοιο προγραμματικό πλαίσιο μπορεί να κερδίσει τις συνειδήσεις των ευρωπαίων και των ελλήνων πολιτών, καθώς στον αναπτυγμένο καπιταλισμό οι προλετάριοι-εργαζόμενοι έχουν να χάσουν πολύ περισσότερα πράγματα από τις αλυσίδες τους και γι` αυτό, παρά τα δικαιολογημένα ξεσπάσματα εξαιτίας της κρίσης, θα επιλέξουν τη στρατηγική των μεταρρυθμίσεων από τη ρητορική της ανατροπής.

Καθήκον συνεπώς μιας σύγχρονης αριστεράς είναι να διασώσει τον καπιταλισμό μεταρρυθμίζοντάς τον υπέρ των πολιτών, για να συνεχίσει να υπάρχει και η προοπτική του σοσιαλισμού με δημοκρατία και ελευθερία.

Εξάλλου, ο καπιταλισμός δεν είναι παντού ο ίδιος. Αν, σύμφωνα με τον Σλαβόι Ζίζεκ (Καθημερινή, 12/10/2010), «αυτή τη στιγμή έχουμε τρία διαθέσιμα μοντέλα, που διεκδικούν την ηγεμονία: το φιλελεύθερο-αγγλοσαξονικό, το ασιατικό-αυταρχικό και το λατινοαμερικανικό-λαϊκιστικό», τότε εμείς ας επιλέξουμε ένα τέταρτο: το ευρωπαϊκό-κοινωνικό.

Γεράσιμος Γεωργάτος

Μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Δημοκρατικής Αριστεράς

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι