Για την Αθήνα- συμβολή στον προβληματισμό της ΔΗΜΑΡ

Άννα Φιλίνη, 18/03/2012

Κάνω μία αναδρομή για την κατάσταση του κέντρου της Αθήνας θέλοντας να αποδείξω ότι δεν είναι πρόσφατες οι αιτίες της εγκατάλειψης και της ερήμωσης, αλλά ότι η έξαρση του φαινομένου εδώ και μια πενταετία οφείλεται στο γεγονός ότι ΗΔΗ ΥΠΗΡΧΑΝ ΤΑ ΚΕΝΑ τα οποία καλύφθηκαν από τις μετακινήσεις των πληθυσμών στα τελευταία χρόνια, και κυρίως για να αποδείξω τις μεγάλες ευθύνες της ελληνικής άρχουσας τάξης , η οποία σύμφωνα με τα ανέκαθεν «κομπραδόρικα» χαρακτηριστικά της, εγκατέλειψε το ιστορικό κέντρο που παραδοσιακά δίνει την φυσιογνωμία και το πρεστίζ της άρχουσας τάξης κάθε χώρας για να αναζητήσει πρόσκαιρες ανέσεις στα προάστια. Η ανάλυση που κάνω παρακάτω δεν θέλει να παίξει ένα ρόλο καταγγελίας , αλλά να τεκμηριώσει την θέση ότι η σωτηρία του κέντρου της Αθήνας απαιτεί μια σειρά πολιτικών οικονομικού, κοινωνικού, αρχιτεκτονικού και πολεοδομικού χαρακτήρα, που κρίνονται απαραίτητες για την αναζωογόνηση και την σωτηρία του κέντρου. Δίχως μια τέτοια ευρύτερη αντίληψη, τα σκέτα μέτρα αστυνόμευσης, που με σωστή δόση είναι απαραίτητα για την ασφάλεια των πολιτών, θα πέσουν στο κενό ή μπορεί ακόμη να φέρουν και μεγαλύτερη όξυνση της κατάστασης ανασφάλειας. Η ανάπτυξη της Αθήνας για να μπορέσει να σταθεί ως πρωτεύουσα της χώρας, είναι άμεσα δεμένη με την συγκρότηση ενός οικονομικού, αλλά και κοινωνικού και πολεοδομικού σχεδιασμού, όπου και η αρχιτεκτονική και πολιτιστική αναβάθμιση της πόλης έχουν να παίξουν ενεργό ρόλο. Η Αθήνα είναι πρωτεύουσα και ιστορική πόλη, αυτά τα δύο πάνε αντάμα και κανένα πρόβλημα δεν πρόκειται να λυθεί αν δεν λαμβάνονται υπόψη πρώτα από όλα αυτά τα χαρακτηριστικά της.

(Στις παρακάτω σκέψεις δεν εντάσσω θέματα σχετικά με την ασφάλεια και αστυνόμευση, την μεταναστευτική πολιτική και την πολιτική για τους εξαρτημένους από ναρκωτικές ουσίες, εκτιμώντας ότι θα υπάρξουν άλλων τοποθετήσεις και ειδικές επεξεργασίες για αυτά τα θέματα.)

-Η κατάσταση που προέκυψε στην Ελλάδα μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο και κυρίως μετά τον Εμφύλιο οδήγησε στην μεγάλη αστυφιλία, στην σταδιακή μείωση του πληθυσμού της υπαίθρου και στον υδροκεφαλισμό της χώρας, που έφερε η τεράστια συγκέντρωση πληθυσμού στην περιοχή Αθήνας – Πειραιά.

Μετά την 7ετία της Χούντας στην περίοδο της Μεταπολίτευσης κυριάρχησε το σύνθημα της αποκέντρωσης, όπου όμως οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν δεν ανέτρεψαν τον υδροκεφαλισμό. Αντίθετα, η έλλειψη πολιτικών που να επεμβαίνουν δραστικά στα μεγάλα προβλήματα του κυκλοφοριακού, του νέφους και της μόλυνσης και κυρίως η μόνιμη διέξοδος της ελληνικής οικονομίας με την υπερβολική ενίσχυση του οικοδομικού τομέα, έφερε την τάση εγκατάλειψης του κέντρου της Αθήνας από την κατοικία προς αναζήτηση νέας κατοικίας στα προάστια Δηλαδή , ο υδροκεφαλισμός σε βάρος της υπαίθρου εντάθηκε, όμως τώρα με συνέπεια την εντεινόμενη αποδυνάμωση του κέντρου και την ολοένα μεγαλύτερη εξάπλωση του αστικού ιστού σε όλη την Αττική. Σε αυτό συνέτεινε και η συνεχής αναβολή λήψης μέτρων συντήρησης, επέκτασης, εκσυγχρονισμού των υποδομών του κέντρου της πόλης. ( χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις της τρομερής καθυστέρησης του μετρό, του τραμ, της ματαίωσης έργων για την υπογειοποίηση των γραμμών του τραίνου με αποτέλεσμα τα τριτοκοσμικά ατυχήματα στις ισόπεδες διαβάσεις αλλά και την μόνιμη αποκοπή των δυτικών συνοικιών από το κέντρο ,οι καθυστερήσεις σε έργα αποχέτευσης για ολόκληρες συνοικίες όπως Μαρκόνι – Βοτανικός , αλλά και ακόμη και για την πιο πλούσια Αθήνα του κέντρου που πάσχει από την έλλειψη συντήρησης του διχτύου εδώ και δεκαετίες κ.α. ).

Η υποβάθμιση της ποιότητας ζωής στο κέντρο αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα για την δραστική μείωση της κατοικίας σε αυτό. Η συνεχής παραμέληση των υπαρχόντων χώρων πρασίνου, η υποβάθμιση του δημόσιου χώρου , οδήγησαν στην αποξένωση τους κατοίκους του κέντρου. Κυρίως όμως η μεγάλη αύξηση των συντελεστών δόμησης μαζί με την συνεχή επέκταση της πόλης πάνω στους γύρω ορεινούς όγκους οδήγησε στο να γίνεται σχεδόν αφόρητη η διαβίωση στην Αθήνα ιδίως στη διάρκεια των ζεστών μηνών του χρόνου.

Άρα τα ζητήματα των υποδομών καθώς και η βελτίωση της ποιότητας ζωής όσον αφορά το πράσινο , τους ελεύθερους και δημόσιους χώρους και τα μεγάλα πάρκα όπως το πάρκο Γουδή και χώροι πρασίνου στον Ελαιώνα, είναι απαραίτητοι παράγοντες για να φέρουν πίσω την κατοικία στο κέντρο της Αθήνας. Σε συνδυασμό με αυτά πρέπει να ενισχυθεί μια κοινωνική πολιτική που να εξυπηρετεί παιδιά και νέες μητέρες(με επί τέλους ολοκλήρωση σχολείων, παιδικών σταθμών, παιδικών βιβλιοθηκών),ηλικιωμένους και νέους ανθρώπους που έχουν ανάγκη από πολιτισμό, άθληση, αναψυχή. Χρειάζεται κυρίως ένα σχέδιο της πόλης που να ρυθμίζει την αναβάθμισή της μέσα στον υπάρχοντα ιστό, βάζοντας τέλος στην παραπέρα επέκταση και διάχυσή της προς τους γύρω ορεινούς όγκους και την θάλασσα. Μια τέτοια πολιτική πρότεινε σε γενικές γραμμές το ρυθμιστικό σχέδιο που εκπόνησε πρόσφατα και πρότεινε ο ΟΡΣΑ . Η τελευταία όμως απόφαση της κυβέρνησης να αναστείλει την ψήφιση του νέου ρυθμιστικού σχεδίου ανοίγει διάπλατα την πόρτα για να προωθηθούν ξανά τα παλιά απαράδεκτα σχέδια που αναπτύχθηκαν επί υπουργίας Σουφλιά , οδηγώντας το υδροκέφαλο μοντέλο της χώρας σε νέα διόγκωση, στην πεπατημένη και χρεοκοπημένη πολιτική οικοπεδοποίησης της Αττικής και σε νέα αδιέξοδα.

-Η σταδιακή καταστροφή της βιοτεχνίας στην Μεταπολίτευση καθώς και η εγκατάλειψη της χειροτεχνίας οδήγησαν σε μαρασμό παραδοσιακές γειτονιές του Κέντρου, όπως Ψυρή , Κεραμικός, Πλ. Κουμουνδούρου , όπου έφυγε η κατοικία αλλά έκλεισαν και οι βιοτεχνίες και τα μικρομάγαζα με τα παραδοσιακά επαγγέλματα. Ταυτοχρόνως, η μεταφορά εκτός Ελλάδας μεγάλου τμήματος της μεσαίας και μεγάλης βιομηχανίας μεταποίησης καθώς και το κλείσιμο του μεγαλύτερου μέρους των ελληνικών εγκαταστάσεων ελαφριάς βιομηχανίας που είχανε ακμάσει γύρω από τις μεγάλες οδικές αρτηρίες που συνδέουν τις κεντρικές συνοικίες της Αθήνας με το λιμάνι του Πειραιά, τον Ρέντη κ. α., οδήγησε τις αρτηρίες αυτές να παραμένουν σήμερα με άπειρα άδεια κτήρια – κουφάρια και με τεράστιες επιπτώσεις για τις συνοικίες που γειτνιάζουν εκατέρωθεν στις αρτηρίες αυτές.

Σημαντικό ρόλο στην ερήμωση του κέντρου έχει παίξει επίσης η εγκατάλειψη κτηρίων υπουργείων και μεγάλων οργανισμών., όπου για να αποφευχθεί προφανώς η εύκολη πρόσβαση σε αυτά πορειών κλπ, βρέθηκε η « λύση» της μετακόμισης στην απομόνωση, όπως συνέβη με το υπουργείο Παιδείας, πρόσφατα με το υπουργείο Οικονομικών, επιχειρήθηκε χωρίς επιτυχία με το ΥΠΠΟ κ.α.

Άρα, δίχως ένα σχέδιο παραγωγικής ανάπτυξης της πόλης δεν είναι δυνατόν να υπάρξει αναζωογόνηση και σωτηρία του κέντρου.

- Η έλλειψη αποφασιστικών πολιτικών για την καλλιέργεια και φροντίδα του πολιτισμού στην πρωτεύουσα καθώς και για την συντήρηση της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς των κτηρίων του κέντρου και για την επανένταξή τους στη ζωή της πόλης, έχει συμβάλει καθοριστικά στην υποβάθμιση της Αθήνας ως πρωτεύουσας της χώρας και στην εγκατάλειψη του κέντρου της. Εκτός από τα κτήρια τραπεζών και μεγάλων οργανισμών που αναπαλαιώθηκαν, μετά από την καταγραφή και κήρυξη ως διατηρητέων, που έγινε επί Μελίνας από το ΥΠΠΟ, δεν δόθηκαν κονδύλια ούτε υπήρξαν πολιτικές στη συνέχεια για την σωτηρία της φυσιογνωμίας του κέντρου μέσα από συντήρηση και επανάχρηση των κηρυγμένων ως διατηρητέων κτηρίων . Σήμερα είναι κενά κατά εκατοντάδες ή στεγάζουν με ανύπαρκτους όρους υγιεινής μετανάστες είτε ναρκομανείς.

Στην κατεύθυνση της υποβάθμισης της φυσιογνωμίας της πρωτεύουσας συνέτεινε και μια συνολική πολιτική για τον τουρισμό που έριχνε βάρος στην εύκολη διέξοδο προς «θάλασσα- ήλιος», αδιαφορώντας στο να εκπονηθούν πολιτικές τέτοιες που να οδηγούν στην παράταση της διαμονής των τουριστών στην Αθήνα με την προβολή της πολυδιάστατης ιστορίας, της πόλης , του φυσικού πλούτου και της σύγχρονης ζωής, της πολιτιστικής παραγωγής της πόλης, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Οι τουρίστες μένουν μόνο λίγες ώρεςστην Αθήνα και μετά διοχετεύονται αμέσως στα νησιά. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτή τη στιγμή η επίσημη τουριστική πολιτική ωθεί αποκλειστικά προς το Μουσείο της Ακρόπολης, ενώ το Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας, το σπουδαιότερο αρχαιολογικό μουσείο στον κόσμο μαζί με αυτό του Καϊρου, βρίσκεται σε υποτίμηση από τα τουριστικά γραφεία και τους ξένους πράκτορες, που λοιδορούν την έλλειψη φυλάκων, την υποβαθμισμένη και εγκαταλελειμμένη γύρω περιοχή και τελικά υποτιμούν και το ίδιο το περιεχόμενο του μοναδικού αυτού μουσείου. Αλλά και παραπέρα, η τραγική καθυστέρηση πάνω από δέκα χρόνια , στην απόδοση κονδυλίων για την ανέγερση του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης της Αθήνας σε μια εποχή μάλιστα που γινόταν κατασπατάληση κονδυλίων όπως στην εποχή των Ολυμπιακών Αγώνων, έχει φέρει την Αθήνα σε δυσμενή θέση σε σύγκριση με άλλες μεγαλουπόλεις όσον αφορά ένα αξιοσέβαστο ποιοτικά και ποσοτικά ντόπιο και ξένο κοινό που έχει απαιτήσεις σε αυτόν τον τομέα. Ευτυχώς το Βυζαντινό Μουσείο και το Μουσείο Μπενάκη πέτυχαν εξαιρετικά επιτεύγματα για την αναβάθμιση και την προβολή τους, ενώ επίσης θα είναι σημαντικό βήμα η προγραμματισμένη επέκταση της Εθνικής Πινακοθήκης.

Σημαντικός παράγοντας που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι η κάμψη της δραστηριότητας της Εταιρείας Ενοποίησης Αρχαιολογικών Χώρων Αθήνας (ΕΑΧΑ). Μετά το σπουδαίο έργο της ανάδειξης της Διονυσίου Αρεοπαγίτου, η ΕΑΧΑ ουσιαστικά ύστερα από τους Ολυμπιακούς Αγώνες δεν έχει προχωρήσει σε σημαντικά έργα που προγραμματίζονταν. Η αναστολή επί δεκαετία των έργων για την ανάδειξη της Ακαδημίας Πλάτωνος και την ανέγερση εκεί του Μουσείου της Αθήνας, στερεί τις δυτικές συνοικίες της Αθήνας από ένα σημαντικό μοχλό ανάπτυξης πολιτιστικού και τουριστικού χαρακτήρα, ενώ ταυτοχρόνως καθυστερεί και αναγκαία έργα γύρω από τον άξονα σύνδεσης του Κεραμικού με την Ακαδημία.

Η υποτίμηση της φυσιογνωμίας της πόλης και της αρχιτεκτονικής της κληρονομιάς δεν αφορά μόνον τα κτήρια του 19 ου αιώνα στο ιστορικό κέντρο . Αφορά και σειρά κτηρίων των αρχών του 20 ου αιώνα αλλά και τον μεγάλο πλούτο αρχιτεκτονικής του μεσοπολέμου και της εποχής του Μπαουχάους. Τα λαμπρά κτήρια με κατοικίες αυτής της περιόδου σε ολόκληρες συνοικίες όπως Εξάρχεια, Κολωνάκι, Κυψέλη, Πατήσια κ.α. έχουν ελάχιστα εκτιμηθεί και προβληθεί από την πολιτεία μας σε διεθνές επίπεδο. Η προβολή και διάσωση των κτηρίων αυτών σε συνεργασία με τους ιδιοκτήτες τους πρέπει να γίνει σοβαρό μέλημα της πολιτείας. Είναι πάμπολλα τα παραδείγματα αξιόλογων κτηρίων στα τελευταία χρόνια που κατεδαφίστηκαν σε μια νύκτα χωρίς να έχει διασφαλιστεί η απαραίτητη από το νόμο προστασία τους.

Τα πρόσφατα φαινόμενα βανδαλισμών δικαίως καταδικάστηκαν με σφοδρότητα και πόνο από τους Αθηναίους και την κοινή γνώμη. Τα καμένα κτήρια πρέπει να αποκατασταθούν άμεσα και να ξαναβρούν τις χρήσεις τους. Παράλληλα όμως χρειάζεται επί τέλους να εκπονηθεί μια πολιτική γενικότερη που θα προστατέψει αποτελεσματικά την αρχιτεκτονική κληρονομιά και την φυσιογνωμία της Αθήνας.

Τίποτα δεν θα διορθωθεί ουσιαστικά αν δεν ξαναγυρίσει η κατοικία , το εμπόριο, η βιοτεχνία και ο πολιτισμός στην Αθήνα και αν δεν ξεπεραστούν τα αίτια της εγκατάλειψης. Τα σχέδια για ενισχύσεις με ευρωπαϊκά προγράμματα νέων ζευγαριών και φοιτητών που είχαν διακηρυχθεί πριν δύο χρόνια, μέχρι τώρα παραμένουν ανεκπλήρωτα. Αντίθετα τα σχέδια που υπήρχαν παλιότερα επί Σουφλιά σε βάρος του χαρακτήρα και της κατοικίας στην Πλάκα, τώρα επεκτείνονται και σε συνοικίες όπως τα Εξάρχεια Για να θωρακιστεί η Αθήνα πρέπει να αναγνωριστεί η αξία και ο χαρακτήρας της με συνειδητή προσπάθεια και με έργα πνοής από την Πολιτεία, τον Δήμο, την κοινωνία των πολιτών της.

Άννα Φιλίνη, Αθήνα , 16/03/12

Θέμα επικαιρότητας:
Οικονομική κρίση

Σύνολο: 955 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι