Eποχή αντιμεταρρύθμισης

Γιάννης Βούλγαρης, Τα Νέα, 10/09/2005

Ο δημόσιος λόγος περί μεταρρυθμίσεων είναι ο πλέον ψευδεπίγραφος από όλους που ακούγονται σε μια ψευδεπίγραφη εποχή όπως αυτή. Πλασάρεται στην επικοινωνιακή αγορά σε μια περίοδο κυριολεκτικά αντιμεταρρυθμιστΙκή, κατά την οποία έχουν αδυνατίσει οι ενδογενείς δυνάμεις ανανέωσης, τόσο στο επίπεδο της ηγεσίας όσο και της κοινωνίας, ενώ ταυτόχρονα κανένα ισχυρό πρόταγμα δεν έρχεται από το εξωτερικό, καθόσον η Eυρωπαïκή Ένωση βρίσκεται σε πλήρη κρίση. Aυτά άλλωστε πήγαιναν μαζί συνήθως στην ελληνική ιστορία. Οι εξωτερικές ωθήσεις ενεργοποιούσαν τις ενδογενείς δυνατότητες, τους εσωτερικούς υποδοχείς που αναλάμβαναν το μεταρρυθμιστικό έργο

Ενδιαφέρουσα, αλήθεια, η περιπέτεια της λέξης μεταρρύθμιση. Συμπυκνώνει όλη τη μεταπολεμική πολιτική εξέλιξη. Αρχικά, ανήκε κυρίως στο εννοιολογικό πλαίσιο της Αριστεράς. Διχάζοντάς την. Για την κομμουνιστική Αριστερά οι μεταρρυθμίσεις, ο «ρεφορμισμός», όπως ήταν ο αμετάφραστος απαξιωτικός όρος στο λεξιλόγιό της, ήταν απλώς η εγκατάλειψη της επανάστασης και του τελικού στόχου της «ανατροπής του καπιταλισμού». Για τη σοσιαλδημοκρατική Αριστερά αντίθετα, ο «μεταρρυθμισμός» ήταν η λύση έναντι του ανελεύθερου σοβιετικού κομμουνισμού και του αντικοινωνικού ανεξέλεγκτου καπιταλισμού.

Ήδη όμως από το 1956, με την καταγγελία του σταλινισμού στη Σοβιετική Ένωση, άνοιξε το κεφάλαιο του δυτικού δημοκρατικού κομμουνισμού με πρωτεργάτη το Ιταλικό K.K. του Παλμίρο Τολιάτι. Οι «δομικές μεταρρυθμίσεις» έγιναν η καρδιά της στρατηγικής του δημοκρατικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό. Στη δεκαετία του ’70, με την ενδυνάμωση του ευρωκομμουνισμού, η αντίληψη αυτή γενικεύτηκε, κάνοντας ορατή την υπέρβαση του «σχίσματος του εργατικού κινήματος» μεταξύ κομμουνιστικής και σοσιαλδημοκρατικής Αριστεράς.

Καρπός του ευρωπαϊκού μεταρρυθμισμού υπήρξε το κοινωνικό κράτος. Σήμερα μπορούμε να το κατανοήσουμε σαν έναν προοδευτικό φιλολαϊκό συμβιβασμό καπιταλισμού και δημοκρατίας, οικονομικής ανάπτυξης, δημοκρατικής συμμετοχής και αναδιανεμητικής πολιτικής. Οι διεθνείς, οι πολιτικές, οι δημογραφικές και οι κοινωνικές προϋποθέσεις καθιέρωσής του είναι αρκετά σύνθετες και δεν ενδιαφέρουν εδώ. Μπορούμε απλώς να πούμε ότι ενώ οι δομές και οι πολιτικές που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιό του απαιτούν σήμερα ριζική αναθεώρηση, γιατί ακριβώς έχουν αναιρεθεί οι προϋποθέσεις τους, το «υπόδειγμα» του προοδευτικού, φιλολαϊκού συμβιβασμού δημοκρατίας - καπιταλισμού υπό την ηγεμονία της Αριστεράς, εξακολουθεί να αποτελεί την πεμπτουσία της μεταρρυθμιστικής φιλοσοφίας αυτής της παράταξης.

Στην δεκαετία του ’80, πάντως, η έκπληξη ήρθε από την αντίθετη πολιτική παράταξη. Με την άνοδο του νεοσυντηρητισμού τύπου Θάτσερ και Ρέιγκαν, οι μεταρρυθμίσεις άλλαξαν χρώμα και στρατόπεδο. Εκμεταλλευόμενος ακριβώς τις νέες συνθήκες, ο νεοσυντηρητισμός δεν ήρθε να συντηρήσει τα πράγματα αλλά να τα αλλάξει. Να αλλάξει δηλαδή τους ταξικούς συσχετισμούς υπέρ του κεφαλαίου, με τη συναίνεση μεγάλου τμήματος της μεσαίας τάξης. Στόχος του έγινε η απαλλαγή της καπιταλιστικής συσσώρευσης από τα «βάρη» του κοινωνικού κράτους. Την ίδια περίοδο, η Αριστερά όλων των αποχρώσεων οχυρώθηκε όλο και πιο αμήχανα στην αμυντική υπεράσπιση των «κεκτημένων». H αλλαγή στρατοπέδου της λέξης συνοδεύτηκε, όπως ήταν φυσικό, από την αλλαγή των αξιών στις οποίες κάθε μεταρρυθμιστική φιλοσοφία αναφέρεται.

Στη δεκαετία του ’80, ο νεοσυντηρητισμός προέβαλε ένα κράμα αξιών που αναμείγνυε τον επιθετικό νεοφιλελεύθερο ατομισμό με τις συντηρητικές αξίες του εθνικισμού, της οικογένειας και του αυταρχισμού. Αντίθετα, εξοβελίστηκαν (ή στην καλύτερη περίπτωση υποτάχθηκαν πλήρως στις προηγούμενες) οι αξίες της κοινωνικής δικαιοσύνης και της δημοκρατικής συμμετοχής που ηγεμόνευσαν στην περίοδο του κοινωνικού κράτους. Με την πάροδο του χρόνου, η ιδεολογική επιθετικότητα μετριάστηκε και προσαρμόστηκε στα όρια ενός ήπιου νεοσυντηρητισμού (μέχρις ότου εννοείται οι Neocon του νεώτερου Μπους έδωσαν και πάλι μια απότομη αυταρχική-επιθετική στροφή στην ιδεολογία της Δεξιάς).

Με το τέλος του διπολισμού και την επιτάχυνση της παγκοσμιοποίησης, η νεοφιλελεύθερη οικονομική «φιλοσοφία» αγγλοσαξονικής κοπής, επιβλήθηκε σαν εξωτερικός διεθνής καταναγκασμός, έναντι του οποίου κάθε χώρα ήταν υποχρεωμένη «να προσαρμοστεί», στο όνομα της αποτελεσματικότητας, απογυμνωμένης συνήθως από άλλες αξιακές αναφορές. Σε αυτό το πλαίσιο υποχρεώθηκαν να δράσουν οι δυνάμεις της σοσιαλιστικής Αριστεράς, που στο τέλος της δεκαετίας του ’90 βρέθηκαν να πλειοψηφούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Εξαιρουμένης ίσως της Σκανδιναβίας, δεν κατάφεραν να διαμορφώσουν μια νέα αυτόνομη μεταρρυθμιστική στρατηγική στο ύψος των απαιτήσεων της παγκοσμιοποίησης και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Υπέστησαν έτσι την ηγεμονία του αντιπάλου. Έπαιξαν «εκτός έδρας». Άλλες καλά, άλλες κακά. H Ελλάδα ανήκει αναμφισβήτητα στις πρώτες. Με μικρό σχετικά κοινωνικό κόστος, πέτυχε να αντιστρέψει την πορεία απόκλισης από την E.E. και να ενταχθεί στον ισχυρό πυρήνα της, παίρνοντας παραμάσχαλα και την Κύπρο.

Κράμα νεοφιλελευθερισμού και συντηρητισμού

Όπως συμβαίνει πάντα στη νεοελληνική ιστορία, ίσως και στην ιστορία κάθε χώρας, η επίτευξη ενός μείζονος εθνικού στόχου, ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο προβλημάτων. H N.Δ. κλήθηκε να διευθύνει αυτή τη νέα φάση. Έχει σχέση ο κυβερνητικός λόγος περί μεταρρυθμίσεων με όλα τα προηγούμενα; Και ναι και όχι. Ναι, γιατί η αυθεντική πολιτική κουλτούρα του κυβερνώντος κόμματος και της ηγετικής του ομάδας εντάσσεται στο ευρύτερο ρεύμα και στο αξιακό πλαίσιο του νεοσυντηρητισμού. Πρεσβεύει την αντίστοιχη φιλοσοφία για τις «μεταρρυθμίσεις»: το κράμα οικονομικού νεοφιλελευθερισμού (βλέπε π.χ. την κουλτούρα του οικονομικού επιτελείου) και παραδοσιακού συντηρητισμού. Όχι, γιατί η πολιτική και η κυβερνητική πρακτική της N.Δ. ώς τώρα τουλάχιστον, αποτελεί μια ιδιότυπη αντιμεταρρύθμιση. Με την ουσιαστική έννοια της ανακοπής της μεταρρυθμιστικής πορείας της χώρας και της αποδόμησης των εθνικών κεκτημένων.

Είναι πολύ εύκολο να τεκμηριωθεί αυτή η αντιστροφή. Το πόσο ιδιότυπη, εξάλλου, είναι υποδηλώνεται μεταξύ άλλων από το γνωστό πλέον σχόλιο του νεοσυντηρητικού «Economist», ο οποίος, ξαφνιασμένος, καταλογίζει κατά βάθος εθνική μειοδοσία στους εμπνευστές της περίφημης απογραφής. Ο περί μεταρρυθμίσεων κυβερνητικός λόγος δεν μπορεί να συγκαλύψει την ουσία. Συνήθως πρόκειται για μέτρα τρέχουσας διαχείρισης που σε προηγούμενες περιόδους περνούσαν στα ψιλά, ενώ τώρα προβάλλονται για να γεμίσουν το πολιτικό κενό και να καλύψουν μια τυπική πολιτική μονόπλευρης λιτότητας (A. Καρακούσης στα «NEA» 5.9.2005).

Αντιθέτως, είναι πολύ ισχυρότερες οι τάσεις μιας αντιμεταρρύθμισης. H εθελούσια υπαγωγή της οικονομίας στην ευρωπαϊκή επιτήρηση, επέστρεψε τη χώρα στην προ-ευρώ δημοσιονομική αγωνία, επέβαλε έναν ασφυκτικό «εξωτερικό καταναγκασμό», την ώρα που η Ελλάδα χρειαζόταν ευρύτερα περιθώρια κινήσεων για να αντιμετωπίσει το κεντρικό πρόβλημα τής μετά-ευρώ εποχής: την αναβάθμιση της ανταγωνιστικότητάς της. Στην εξωτερική πολιτική απωλέστηκαν όλα τα κεκτημένα μιας δυναμικής εθνικής στρατηγικής, ενώ αιδήμων σιωπή επικρατεί για τα μείζονα διλήμματα που θέτει η επιδείνωση του ευρωπαϊκού σκηνικού. Στο πολιτικό-θεσμικό επίπεδο, ενισχύονται οι παραδοσιακές αντιθεσμικές νοοτροπίες και η περιορισμένη «αίσθηση του Κράτους», καθώς τροφοδοτούνται από τον γαλάζιο ρεβανσισμό και τη γενικότερη απαξίωση της πολιτικής και την ασημαντότητα του πολιτικού λόγου.

Ροπή στη στασιμότητα

Διατρέχουμε μια σύντομη παρένθεση που θα κλείσει όταν η N.Δ. ξεπεράσει τη φάση της μαθητείας και τις αδράνειες που προκάλεσε η παρατεταμένη αντιπολιτευτική θητεία; Μακάρι. Προσωπικά δεν πιστεύω ότι η σημερινή N.Δ. έχει τις προϋποθέσεις να κινητοποιήσει την κοινωνία σε μια μεταρρυθμιστική προοπτική, έστω του δικού της ιδεολογικού, αξιακού κλίματος. Πολιτικά-πολιτισμικά φαίνεται να ρέπει στη στασιμότητα και τη μείωση των εθνικών προσδοκιών. Αν αυτό επιβεβαιωθεί, θα γίνει ακόμα πιο πιεστική η ανάγκη γρήγορης ανάκαμψης της προοδευτικής παράταξης που ταυτολογικά σημαίνει επεξεργασία μιας νέας μεταρρυθμιστικής κουλτούρας. Ο καμβάς θα διαμορφωθεί ασφαλώς από την απάντηση σε τέσσερα κεντρικά ερωτήματα. Δημοκρατική διακυβέρνηση της παγκοσμιοποίησης. Νέο σχέδιο για την Ευρωπαϊκή Ένωση μετά την κρίση. Εθνική στρατηγική στο πλαίσιό της. Αναβάθμιση της Ελλάδας στον νέο διεθνή καταμερισμό εργασίας που ορίζεται από την καθιέρωση του ενιαίου νομίσματος στην Ευρώπη, την παρατεταμένη περίοδο αύξησης της τιμής του πετρελαίου και την ανάδυση των νέων παγκόσμιων δυνάμεων της Ασίας.

Όσο πιο γρήγορα έλθουν αυτά στο επίκεντρο του πολιτικού διαλόγου των προοδευτικών μεταρρυθμιστικών δυνάμεων τόσο μικρότερο θα είναι το κακό που θα αφήσει η σημερινή εποχή της αντιμεταρρύθμισης.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι