Φταίει που μπήκαμε ή που βγήκαμε από την κυβέρνηση;

Σάκης Παπαθανασίου, www.badiera.gr, 25/07/2014

Το ενιαίο κείμενο, που παρουσιάζουμε, αποτελεί σειρά άρθρων(5) του Σ.Π. Θα ακολουθήσουν και  άλλα, που θα προστίθενται εδώ.

 

1. Φταίει που μπήκαμε ή που βγήκαμε από την κυβέρνηση;

Το εκλογικό αποτέλεσμα οφείλεται σε πολλούς παράγοντες. Μια ορθή ανάλυσή του προϋποθέτει : νηφαλιότητα, εξέταση όλων των πτυχών και σωστή στάθμιση της επίδρασης κάθε παράγοντα. Βασική επιδίωξη πρέπει να είναι η εξαγωγή συμπερασμάτων που δε θα έχουν εκ προοιμίου σκοπό να επιβεβαιώσουν τη μια ή την άλλη άποψη.

Πολλοί θεωρούν ως μια βασική αιτία της ήττας είτε την είσοδο είτε την έξοδο από την κυβέρνηση και εξαντλούν την κριτική τους στα δύο αυτά κομβικά σημεία.

Α. Η κριτική όσων υποστηρίζουν ότι η αιτία της ήττας ήταν η συμμετοχή μας στην κυβέρνηση

Όσοι θεωρούν ότι η εκλογική ήττα προήλθε κυρίως από την είσοδο της ΔΗΜΑΡ στην κυβέρνηση, επικαλούνται ότι το 21-23% των ψηφοφόρων μας του 2012 έφυγε προς τα Αριστερά στις ευρωεκλογές του 2014. Όμως:

• Παραβλέπουν ότι η απώλεια εκλογικής μας επιρροής καταγράφηκε στις δημοσκοπήσεις ουσιαστικά μετά την παρέλευση οκταμήνου από τη συγκρότηση της κυβέρνησης, γεγονός που δείχνει ότι και όσοι είχαν επιφυλάξεις για τη συμμετοχή αυτή, κράτησαν στάση αναμονής.

• Ξεχνούν ότι η σύνθεση των ψηφοφόρων μας του Ιουνίου του 2012είχε αλλάξει κατά 45% σε σχέση με αυτήν του Μαΐου του 2012, αφού το ποσοστό που χάσαμε προς τα αριστερά, το αντικαταστήσαμεμε προερχόμενους, κυρίως, από κόμματα που δεν είχαν πετύχει κοινοβουλευτική εκπροσώπηση (Δράση, Οικολόγοι κ.α) και που ανταποκρίθηκαν στο σύνθημα μας: «Εντολή για λύση» καθώς και στη διαβεβαίωσή μας ότι θα συμβάλλουμε στο να σχηματισθεί κυβέρνηση. Ο κόσμος αυτός δεν θα μπορούσε να παραμείνει στη ΔΗΜΑΡ χωρίς συμμετοχή της στις κυβερνητικές λύσεις.(Είναι βέβαια άλλης τάξης ζήτημα η κριτική ότι αυτή η αλλαγή της γραμμής από τις εκλογές του Μαΐου του 2012 στις εκλογές του Ιουνίου του 2012, έγινε εν πλω και χωρίς ουσιαστική συζήτηση στα όργανα).

• Αποσιωπούν το γεγονός ότι ένα τμήμα των ψηφοφόρων μας ψήφισε κόμματα της κυβέρνησης (6-7% Ν.Δ και 8% ΕΛΙΑ) και ακόμη ένα μεγαλύτερο τμήμα ψήφισε το ΠΟΤΑΜΙ (23-25% ) και τον Χατζημαρκάκη (5%), κόμματα και εκλογικοί συνδυασμοί που κατατάσσονται στα «δεξιά» της ΔΗΜΑΡ με τη συμβατική πολιτική γεωγραφία. Δηλαδή αποσιωπούν ότι χάσαμε όχι μόνο προς τα αριστερά αλλά και προς τα δεξιά μας.

Β. Η κριτική όσων υποστηρίζουν ότι η αιτία της ήττας ήταν η έξοδος μας από την κυβέρνηση

Όσοι υποστηρίζουν ότι όλα ήταν καλώς καμωμένα μέχρι την ημέρα της εξόδου της ΔΗΜΑΡ από την κυβέρνηση, επικαλούνται τη μείωση της εκλογικής επιρροής που καταγράφηκε στις δημοσκοπήσεις αμέσως μετά την αποχώρηση μας από την κυβέρνηση τον Ιούνιο του 2013. Όμως:

• Αποσιωπούν το γεγονός ότιήδη είχε συντελεστεί, σταδιακά, έως το Μάιο του 2013, σημαντική μείωση της εκλογικής μας επιρροής, ενόσω ήμασταν δηλαδή στην κυβέρνηση (ενδεικτικά ο μέσος όρος των περισσότερων από 15 δημοσκοπήσεων μας έδινε 4,5% πριν την έξοδο και 3,5% μετά την έξοδο από την κυβέρνηση)

• Παραβλέπουν ότι στις ευρωεκλογές του 2014 – όπως ήδη έχει αναφερθεί – είχαμε μεγάλη απώλεια ψήφων και προς τα κόμματα της Αριστεράς που αντιτίθενται κάθετα στην κυβερνητική πολιτική.

• Αρνούνται να δουν ότι η απώλεια ψήφων που είχαμε προς το ΠΑΣΟΚ/ΕΛΙΑ (που παρέμεινε στην κυβέρνηση), ήταν ελάχιστη καθ’ όλη τη διάρκεια της σταδιακής μείωσης της επιρροής μας. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει πως μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων μας που δεν ήταν ικανοποιημένο από την αποχώρηση μας από την κυβέρνηση ταυτόχρονα δεν ήταν ικανοποιημένο και από την κυβερνητική πολιτική. Επιπρόσθετα το ίδιο αυτό τμήμα των ψηφοφόρων μας εκτιμούσε αρνητικά τη σύνδεση με το ΠΑΣΟΚ και αρνιόταν να υποστηρίξει το εγχείρημα της ΕΛΙΑΣ παρά τη γιγάντια υπεράσπιση και προβολή του εγχειρήματος αυτού από τα ΜΜΕ.

• Αφήνουν ανερμήνευτη τη μεγάλη απώλεια προς το ΠΟΤΑΜΙ, το οποίο και δεν επαγγέλονταν τη συμμετοχή του στην κυβέρνηση Σαμαρά και προέβαλλε τη δική του τρίτη πρόταση ως υπέρβαση του παλαιού πολιτικού συστήματος. Μάλιστα προς το ΠΟΤΑΜΙ είχαμε όχι μόνο απώλεια ψήφων από τους ψηφοφόρους του 2012 αλλά και απώλεια δυνητικών ψηφοφόρων από άλλα κόμματα που σκέπτονταν να ψηφίσουν ΔΗΜΑΡ και τελικά επέλεξαν το ΠΟΤΑΜΙ.

Γ. Δε φταίει η είσοδος και η έξοδος από την κυβέρνηση αλλά το τι καταφέραμε όταν μετείχαμε αυτής.

Πιστεύω ότι πρέπει να απεγκλωβιστούμε από μία σημαντική μεν, μονοδιάστατη δε, συζήτηση περί της εισόδου και της εξόδου από την κυβέρνηση. Αυτό που έκρινε εν τέλει την τοποθέτηση των πολιτών έναντι της ΔΗΜΑΡ ήταν τα παραχθέντα αποτελέσματα από τη συμμετοχή της στην κυβέρνηση και η εικόνα που διαμόρφωσαν οι πολίτες για αυτά και όχι μια γενική στάση αρχών για συμμετοχή ή μη στην κυβέρνηση μαζί με τη Ν.Δ και το ΠΑΣΟΚ.

Μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων μας του 2012 εκτίμησε ως ανεπιτυχή τη συμμετοχή της ΔΗΜΑΡ στην κυβέρνηση αφού δεν κατορθώσαμε να προωθήσουμε την τροποποίηση των επαχθών όρων του μνημονίου και να αποτρέψουμε τη λήψη δυσβάσταχτων μέτρων. Στη συνέχεια ένα εξίσου σημαντικό τμήμα των ψηφοφόρων μας, εξέλαβε την αποχώρηση μας από την κυβέρνηση ως εγκατάλειψη της προσπάθειας συμμετοχής στο πεδίο των λύσεων και των μεταρρυθμίσεων.

Η συμμετοχή μας στην κυβέρνηση ήταν μια μεγάλη πολιτική πράξη ευθύνης έναντι της χώρας και επέδρασε καθοριστικά στη σταθεροποίηση και την παραμονή της στο ευρώ. Όμως δε συνοδεύτηκε από τις απαραίτητες και αναγκαίες επιλογές και παρεμβάσεις για να στεφθεί με επιτυχία έτσι ώστε να καταστεί αποδοτική σε ό,τι αφορά τα αποτελέσματα που παρήγαγε στη ζωή των πολιτών.

Υπήρχαν βεβαίως αντικειμενικοί περιορισμοί. Ωστόσο δεν πείσαμε ότι η παρέμβασή μας αξιοποίησε όλα τα περιθώρια. Δεν πείσαμε για την ικανότητα μας ως κόμμα εφαρμοσμένης προοδευτικής πολιτικής (φρένο για τα κοινωνικά άδικα μέτρα και γκάζι για τις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις). Αυτή είναι η προσλαμβάνουσα εικόνα που είχαν οι ψηφοφόροι μας για τη συμμετοχή μας στην κυβέρνηση και αυτή η εικόνα δεν δικαιώνει ούτε όσους υποστήριζαν την πάση θυσία συμμετοχή στην κυβέρνηση ούτε όσους υποστήριζαν τη θέση ότι πρέπει η ΔΗΜΑΡ να καθίσει στα έδρανα της αντιπολίτευσης. Μας υποχρεώνει να εμβαθύνουμε στην ανεπιτυχή συμμετοχή της ΔΗΜΑΡ κυβέρνηση, τις σημαντικές υστερήσεις και ολιγωρίες του κόμματος σε κάθε φάση. Αυτό αφορά όλους μας σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό και πρωτίστως όσους βρεθήκαμε στην πλειοψηφία σε οποιαδήποτε φάση της εξέλιξης της σχέσης μας με την κυβέρνηση.

Όσοι πιστεύουν ότι έγιναν όλα σωστά όσο ήμασταν στην κυβέρνηση και πως η συμμετοχή τους στην ηγετική ομάδα του κόμματος την περίοδο αυτή ήταν χωρίς ελλείψεις και λάθη, προφανώς αποφεύγουν να δουν ότι η απώλεια της εκλογικής μας επιρροής ήταν βαθμιαία και σταδιακή και έφτασε στο 50% μέσα σε ένα χρόνο (από τον Ιούνιο του 2012 έως τον Ιούλιο του 2013). Αν θεωρήσουμε ότι σωστά πολιτευτήκαμε και αυτό που φταίει είναι μόνο οι αντικειμενικοί περιορισμοί και οι ενέργειες τρίτων και δε σταθούμε κριτικά και αυτοκριτικά τότε απλώς στρουθοκαμηλίζουμε.

Πολλοί βιάζονται να προχωρήσουν στην επόμενη ημέρα. Χωρίς όμως την ολόπλευρη εξέταση των αιτιών που μας οδήγησαν στην ήττα δεν μπορεί να υπάρξει ορθή επιλογή των αλλαγών και προσαρμογών στην πολιτική και τη λειτουργία της ΔΗΜΑΡ

2. Πετύχαμε στην κυβερνητική μας παρουσία;

Η συμμετοχή μας στην κυβέρνηση στόχο είχε την παραμονή της χώρας στο ευρώ, την τροποποίηση των επαχθών όρων του μνημονίου και την προώθηση δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων και δίκαιων αλλαγών. Η απάντηση για την επιτυχημένη ή μη συμμετοχή μας στην κυβέρνηση κρίνεται από το βαθμό που εκπληρώθηκαν οι γενεσιουργοί λόγοι αυτής της συμμετοχής.

Εκτιμώ πως η κυβερνητική μας παρουσία, εν τοις πράγμασι, δεν έπεισε τους ψηφοφόρους μας αλλά ούτε και την κοινωνία ότι ανταποκριθήκαμε ως κόμμα εφαρμοσμένης προοδευτικής πολιτικής (φρένο για τα κοινωνικά άδικα μέτρα και γκάζι για τις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις). Εφόσον δεν πείσαμε για αυτό, η συμμετοχή της ΔΗΜΑΡ κρίθηκε ως αναποτελεσματική, ελλιπής και τελικά, να μη φοβηθούμε να το πούμε, ανεπιτυχής.

Είμαστε υποχρεωμένοι να εμβαθύνουμε στους λόγους που κατέστησαν ανεπιτυχή τη συμμετοχή μας στην κυβέρνηση. Αυτό θα μας βοηθήσει όχι μόνο να κατανοήσουμε το τι κάναμε αλλά και να ορίσουμε με καλύτερο τρόπο το τι πρέπει να κάνουμε στη συνέχεια.

Τα κύρια προβλήματα που παρουσίασε η κυβερνητική μας παρουσία ήταν κατά τη γνώμη μου τα εξής:

α) Είσοδος με μοντέλο μειωμένου ρόλου

Επιλέξαμε εξαρχής μια μορφή συμμετοχής μειωμένου ρόλου, γεγονός που επέδρασε αρνητικά σε όλη την πορεία. Εκφράσεις αυτής της επιλογής ήταν ότι:

• Αποδεχθήκαμε ως πρωθυπουργό τον αρχηγό του πρώτου κόμματος σε μια χώρα με πρωθυπουργικοκεντρικό μοντέλο άσκησης της εκτελεστικής εξουσίας, χωρίς κατοχύρωση της απρόσκοπτης συμμετοχής μας στη λήψη των αποφάσεων. Στο κέντρο της κυβερνητικής δραστηριότητας εγκαταστάθηκε αποκλειστικά η Νέα Δημοκρατία. Οι συναντήσεις των 3 αρχηγών δεν μπορούσαν να διαδραματίσουν ρόλο συντονισμού της καθημερινής κυβερνητικής λειτουργίας.

• Δε διασφαλίσαμε τις απαραίτητες μόνιμες διαδικασίες συντονισμού των κομμάτων και των Κοινοβουλευτικών Ομάδων που στήριζαν την κυβέρνηση. Έλειπε μια γενική γραμματεία συντονισμού της κυβέρνησης που θα λειτουργούσε ουσιαστικά και θα διασφάλιζε τουλάχιστον την καθημερινή και ισότιμη πληροφόρηση και των τριών κομμάτων για το κυβερνητικό έργο.

• Τοποθετήσαμε μη πολιτικά στελέχη γεγονός που αντικειμενικά δημιούργησε μια σχέση μειωμένης υποχρέωσης συντονισμού μεταξύ αυτών και του κόμματος.

Αυτός ο τρόπος συμμετοχής επιλέχθηκε προφανώς για να μην ταυτιστούμε με το σύνολο του κυβερνητικού έργου. Τούτο αποδείχθηκε τουλάχιστον αυταπάτη. Οι πολίτες μάς αντιμετώπισαν εξαρχής ως κυβερνητικό εταίρο με πλήρεις υποχρεώσεις, είχαν πολύ υψηλές προσδοκίες από τη συμμετοχή μας στην κυβέρνηση και συχνά δεν λάμβαναν υπόψη ούτε αντικειμενικούς περιορισμούς ούτε υποκειμενικές δυσκολίες. Έτσι, ενώ δεχόμασταν ως κόμμα τις επιπτώσεις από το σύνολο του κυβερνητικού έργου, ταυτόχρονα δεν εντασσόμασταν στις συγκρούσεις και τις απαιτήσεις της καθημερινής κυβερνητικής διαχείρισης αλλά ούτε είχαμε και τα μέσα παρακολούθησης και παρέμβασης σε πραγματικό χρόνο.

β) Απουσία διακριτών και ισότιμων σχέσεων με τους κυβερνητικούς εταίρους

Σε μια κυβέρνηση συνεργασίας πρέπει να υπάρχει η δέσμευση επί της προγραμματικής συμφωνίας και ο συντονισμός κυβερνητικού και κοινοβουλευτικού έργου, μεταξύ των κομμάτων που στηρίζουν την κυβέρνηση. Η εφαρμογή των πολιτικών πρέπει να αποτυπώνει τον κοινό πολιτικό τόπο και τις προωθητικές συνθέσεις. Όμως αυτά ΔΕΝ χαρίζονται, αντίθετα κατακτούνται.

Το κείμενο της προγραμματικής συμφωνίας ήταν συμβατό με τις προεκλογικές θέσεις της ΔΗΜΑΡ, αλλά γνωρίζαμε πως τελούσε και υπό την αίρεση της διαπραγμάτευσης με τους δανειστές. Γνωρίζαμε δηλαδή ότι μετά την προγραμματική συμφωνία έπρεπε να ακολουθήσει η διαπραγμάτευση από την κυβέρνηση εν συνόλω με τους δανειστές. Αντίθετα, αυτό που έγινε ήταν η σταδιακή μετατροπή της προγραμματικής συμφωνίας από ένα δεσμευτικό κείμενο, σε κείμενο προθέσεων καθώς πολύ γρήγορα εγκαταλείφτηκε από τη Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ.

Η εγκατάλειψη αυτή, σε συνδυασμό με τη δική μας «απόσταση» από την καθημερινή κυβερνητική διαχείριση και τις διαπραγματεύσεις με την τρόικα, δημιούργησε σταδιακά την επικράτηση της πολιτικής γραμμής : «πρώτα υλοποιώ απαρέγκλιτα τις δεσμεύσεις και μετά διαπραγματεύομαι». Η μη σθεναρή και με δημόσιο τρόπο διατυπωμένη διαφοροποίησή μας έναντι της παραπάνω πολιτικής γραμμής, δε λειτούργησε ως «απόσταση ασφαλείας» για μας αλλά αντίθετα επέφερε συχνά μια παρακολουθηματική σχέση με τις ασκούμενες πολιτικές. Σε αρκετές δε περιπτώσεις υπήρχε είτε απόκρυψη ρυθμίσεων που προετοιμάζονταν είτε ετεροχρονισμένη ενημέρωσή μας, αλλά και ακύρωση προσπαθειών μας προκειμένου να εισαχθούν θέματα με διαφορετικό πολιτικό περιεχόμενο. Όσο γινόμασταν «ενοχλητικοί» τόσο μειωνόταν, και με τη δική μας ανοχή, η συνδιαμόρφωση της πολιτικής.

Η μη διαμόρφωση ενός ορισμένου και σαφούς πλαισίου ισότιμων σχέσεων με τους άλλους δύο εταίρους καθώς και η μη αποσαφήνιση του χαρακτήρα της συμμετοχής μας στην κυβέρνηση (ως συμμετοχής σε κυβέρνηση εθνικής ανάγκης και όχι απόρροια ιδεολογικής επιλογής), μας οδήγησε σε υποχωρήσεις στο όνομα της μέγιστης δυνατής συναίνεσης με τους κυβερνητικούς εταίρους.

Έτσι, παραχωρήσαμε έδαφος στη Νέα Δημοκρατία και επί του κυβερνητικού έργου και επί του ιδεολογικού πεδίου. Χαρακτηριστικό είναι πως αργήσαμε να αντιπαρατεθούμε με τη δεξιά ατζέντα της και δεν απαιτήσαμε την άμεση άρση της θεωρίας των δύο άκρων που προέβαλλε.

Οι πολιτικοί συσχετισμοί εντός μιας κυβέρνησης συνεργασίας είναι κομβικό ζήτημα για την προώθηση πολιτικών. Η σχέση μας με το ΠΑΣΟΚ εντός της κυβέρνησης δεν συνέβαλλε στη ισχυροποίηση τής από κοινού πίεσης προς τη Νέα Δημοκρατία για δίκαιες λύσεις. Την κύρια ευθύνη για αυτό την έχει το ΠΑΣΟΚ αφού υποχωρούσε σε κάθε περίπτωση κατά την οποία η ΔΗΜΑΡ αντιτίθονταν και διαφοροποιούνταν απέναντι σε τρόικα και Νέα Δημοκρατία.

γ) Ασάφεια στόχων στην κυβερνητική μας συμμετοχή / Κόμμα γνώμης και όχι εφαρμοσμένης πολιτικής

Εκτός από την υπογραφή της προγραμματικής συμφωνίας που περιελάμβανε τους βασικούς άξονες που επιθυμούσαμε, στη συνέχεια δεν είχαμε μια σαφή ατζέντα σχετικά με το πώς θα προωθήσουμε τις τροποποιήσεις του μνημονίου. Δεν ορίσαμε επίσης ατζέντα για θέματα που δεν άπτονται της εφαρμογής του μνημονίου όπως οι αλλαγές στο πολιτικό σύστημα και τα δικαιώματα. Συνολικά δεν είχαμε σχέδιο για τις κοινωνικές δυνάμεις που θέλαμε να εκφράσουμε αλλά ούτε και για τα θέματα με τα οποία θέλαμε να συνδέσουμε την παρουσία μας.

Υπήρξε βεβαίως σύνταξη κάποιων βασικών αξόνων που θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια ικανοποιητική βάση παρέμβασης, αλλά μείνανε κυρίως ως εκφώνηση σε πολιτικές ομιλίες και δεν αποτέλεσαν στοιχεία της δράσης του κόμματος εντός της κυβέρνησης και του κοινοβουλίου.

Συμμετείχαμε κυρίως με κατάθεση γνώμης παρά με προτάσεις εφαρμοσμένης πολιτικής οι οποίες θα εντάσσονταν στο πλαίσιο ενός συνεκτικού, ολοκληρωμένου και ρεαλιστικού σχεδίου. Δίναμε την εντύπωση ότι δε διεκδικούσαμε τις δικές μας προτάσεις για δίκαιες λύσεις αλλά πως επιδιώκαμε να αποτρέψουμε ή να αποφύγουμε τη συμμετοχή μας στις λύσεις που προωθούσε η κυβέρνηση.

δ) Χαμηλό επίπεδο στήριξης του διακριτού στίγματος της ΔΗΜΑΡ από τα ίδια τα στελέχη της

Το στίγμα της ΔΗΜΑΡ δε διακρινόταν ευκρινώς επειδή συχνά στο όνομα της κυβερνητικής σταθερότητας δίναμε την εντύπωση ότι στηρίζουμε την κυβερνητική πολιτική χωρίς προαπαιτούμενα και προϋποθέσεις.

Κεντρικά μας στελέχη με τις τοποθετήσεις τους απομείωναν το διακριτό στίγμα της ΔΗΜΑΡ αφού εμφανίζονταν στα ΜΜΕ σαν κυβερνητικοί εκπρόσωποι (!) και όχι ως εκπρόσωποι ενός κόμματος που προσπαθεί μέσα σε δύσκολες συνθήκες να κατευθύνει την κυβερνητική πολιτική προς δίκαιες αλλαγές.

Σε κρίσιμες φάσεις διαφωνιών μεταξύ των κυβερνητικών εταίρων και όταν η ηγεσία του κόμματος προσπαθούσε να διαπραγματευτεί, η συνήθης φράση ορισμένων εκπροσώπων της ΔΗΜΑΡ : «δεν θα ρίξουμε την κυβέρνηση για αυτό το θέμα», ακύρωνε από την αρχή και επί της αρχής κάθε προσπάθεια και διαπραγματευτική προοπτική.

Με αυτή την εικόνα κεντρικών στελεχών που υποβάλλουν καθημερινά στα ΜΜΕ τα διαπιστευτήριά τους υπέρ της κυβερνητικής συνοχής, μπορούσε η ΔΗΜΑΡ να διαπραγματευτεί, να φρενάρει, να αποτρέψει ή και να προωθήσει μέρος της ατζέντας της;

ε) Μη ικανοποιητικά αποτελέσματα για την προώθηση μιας δίκαιης προσαρμογής.

Δώσαμε τη μάχη για ουσιαστικές αλλαγές στο πρόγραμμα προσαρμογής, πετύχαμε τη ρύθμιση για επιστροφή σε δράσεις κοινωνικής στήριξης του 70% της όποιας υπερκάλυψης των δημοσιονομικών στόχων, αντισταθήκαμε στην αποδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων, ξεκινήσαμε ριζικές διαρθρωτικές αλλαγές στη δημόσια διοίκηση αποκρούοντας τις θέσεις της τρόικας για οριζόντιες απολύσεις και προετοιμάσαμε την ψήφιση του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου.

Ωστόσο δεν κατορθώσαμε να καταγραφούμε στη συνείδηση των πολιτών ως η δύναμη που συνέβαλε καθοριστικά στην επίτευξη ικανοποιητικών λύσεων σε σημαντικά προβλήματα. Παρά την πάγια θέση μας για υπέρβαση των μνημονιακών δεσμεύσεων και την αλλαγή των μέτρων που αποδεικνύονταν στην πράξη αναποτελεσματικά ως προς το δημοσιονομικό τους σκέλος και εξαιρετικά επώδυνα στο κοινωνικό επίπεδο, δεν μας πιστώθηκε θετική επίδραση.

Το μεταρρυθμιστικό μας στίγμα δεν ισχυροποιήθηκε και αντίθετα αμβλύνθηκε. Όχι επειδή αντιδράσαμε σε προωθούμενες μεταρρυθμίσεις αλλά γιατί δεν προωθήσαμε καθαρά και αποφασιστικά τη δική μας πρόταση για μεταρρυθμίσεις. Λέγαμε “τι δεν πρέπει να γίνει” (και τις περισσότερες φορές αυτό που λέγαμε ήταν σωστό), αλλά δε λέγαμε “τι πρέπει να γίνει”. Ποιοι δηλαδή πρέπει να θιγούν, ποια συντεχνιακά συμφέροντα πρέπει να καταπολεμηθούν, ποια προνόμια πρέπει να αναιρεθούν.

Έτσι δεν ταυτιστήκαμε με συγκεκριμένες προωθητικές και εξυγιαντικές μεταρρυθμίσεις στο κράτος και την οικονομία. Δεν γίναμε οι πολέμιοι των δαπανών που εξέφραζαν τα εγκατεστημένα συστήματα διαφθοράς, αδιαφάνειας και πελατειακών σχέσεων, παρά μόνο στο επίπεδο των διακηρύξεων. Δε δώσαμε το παράδειγμα αξιοποίησης του καταλληλότερου ανθρώπινου δυναμικού στην κρατική διαχείριση αφού αποδεχθήκαμε τη λογική της ποσόστωσης «4-2-1», γεγονός που μας ενέταξε σε παλαιοκομματικές πρακτικές και έδωσε την εντύπωση συμμετοχής μας σε φαυλοκρατική νομή του κράτους.

στ) Δημιουργία διάχυτης εκτίμησης για ανεπιτυχή συμμετοχή


Όλα τα προαναφερόμενα σε συνδυασμό με την αδυναμία μας να αναδείξουμε τις όποιες επιτυχίες είχαμε, δεν επέτρεψαν να αλλάξουμε την ατζέντα και να αναδείξουμε τον ρόλο της ΔΗΜΑΡ.

Δεν καταφέραμε η προστιθέμενη αξία που δώσαμε στην κυβέρνηση με τη συμμετοχή μας, να αποφέρει διακριτά οφέλη στην κοινωνία και αυτή με τη σειρά της να τα αναγνωρίσει ως αποτέλεσμα της δικής μας δράσης.

Η ανεπαρκής συμμετοχή στο κυβερνητικό έργο οδήγησε στη μείωση της εκλογικής μας επιρροής και στη δημιουργία ερωτημάτων για την αποτελεσματικότητα και την αξία αυτής της συμμετοχής.

Η μεγαλύτερη αρνητική επίπτωση της ανεπιτυχούς κυβερνητικής παρουσίας της ΔΗΜΑΡ σε συνδυασμό με την ακαταλληλότητα του τρόπου αποχώρησης, ήταν η μείωση της αξιοπιστίας της θέσης μας περί της δυνατότητας επίτευξης της δημοσιονομικής προσαρμογής με άλλα μέτρα και άλλου τύπου μεταρρυθμίσεις που θα κρατούσαν την κοινωνία όρθια, χωρίς διακινδύνευση του ευρωπαϊκού δρόμου της χώρας.

Παρέμεινε η ΔΗΜΑΡ δημοφιλής λόγω της αναγνώρισης των καλών της προθέσεων, αλλά μειώθηκε κατακόρυφα η εκτίμηση για την ικανότητα της να υλοποιήσει τις διακηρύξεις της. Έτσι εγκαθιδρύθηκε η πεποίθηση πως η ΔΗΜΑΡ είναι ένα κόμμα συμπαθές πλην πολιτικά αναποτελεσματικό. Αυτή ήταν μία από τις βασικές αιτίες του εκλογικού αποτελέσματος.

 

3. Η ΔΗΜΑΡ στη κυβέρνηση: Συμμετοχή χωρίς βασικές οργανωτικές προϋποθέσεις

 

 

Α) Οι βασικές οργανωτικές αδυναμίες που παρουσιάσαμε ως κόμμα

 

Συγκεντρωτισμός στη διαχείριση της συμμετοχής και μη διάχυση της ευθύνης σε όλα τα επίπεδα του κόμματος. Αυτό επέφερε περιορισμό της παρέμβασης στα ανθρώπινα όρια των συμμετεχόντων και άφησε αναξιοποίητες δυνατότητες μελών, φίλων και γενικά ανθρώπων που ήθελαν και μπορούσαν να βοηθήσουν.

Απουσία κομματικής δομής παρακολούθησης του κυβερνητικού έργου με σκοπό και αντικείμενο την πληροφόρηση, συλλογική προετοιμασία θέσεων και παρέμβαση στις εκτελεστικές πράξεις και τις νομοθετικές ρυθμίσεις. Αυτό επέφερε έλλειψη των απαραίτητων ροών πληροφόρησης και μέσων παρέμβασης για ένα κόμμα – κυβερνητικό εταίρο. Η παρακολούθηση του κυβερνητικού έργου και η ενεργός παρουσία μας στα κεντρικά ζητήματα αλλά και σε κάθε τομέα της κυβερνητικής δράσης ήταν αδύνατη. Σταδιακά μαθαίναμε πολλά θέματα από τα ΜΜΕ ή όταν εισάγονταν στη Βουλή παρά από επίσημη ροή πληροφόρησης στη διάρκεια της διαμόρφωσης των αποφάσεων.

Πολιτικός σχεδιασμός χωρίς γνώση όλων των δεδομένων, ασάφεια στόχων παρέμβασης στο κυβερνητικό έργο, ορισμός φιλόδοξων καθηκόντων χωρίς τα απαιτούμενα μέσα. Αδυναμία παρακολούθησης και παρέμβασης στην υλοποίηση των αποφάσεων κυρίως για τα θέματα που θέταμε σε προτεραιότητα και μη έγκαιρη ανταπόκριση στις απαιτήσεις εξειδικευμένων προτάσεων.

Κακή λειτουργία της Εκτελεστικής Επιτροπής και της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος. Οι συνεδριάσεις πραγματοποιούνταν συχνά χωρίς ατζέντα, σχεδόν πάντα χωρίς γραπτές εισηγήσεις και στοιχειώδη προετοιμασία, ενώ παραπέμπονταν στο μέλλον όποιες προτάσεις ή και προσπάθειες γίνονταν για την καλύτερη οργάνωση τους. Αυτός ο τρόπος λειτουργίας οδηγούσε σε ευκαιριακές συζητήσεις για το κυβερνητικό έργο και επέφερε αποστασιοποίηση από τα διλήμματα και τις ανάγκες της συμμετοχής μας σε αυτό.

Χαλαρή σχέση των βασικών ομάδων ευθύνης του κόμματος που εμπλέκονταν στο κυβερνητικό έργο. Δε δομήθηκαν διαδικασίες σύνδεσης μεταξύ των οργάνων και των τομέων του κόμματος, της κοινοβουλευτικής ομάδας και όσων μας εκπροσωπούσαν στην κυβέρνηση.

Τα κομματικά στελέχη ασκούσαν κυρίως μια επικοινωνιακή διαχείριση της συμμετοχής, η κοινοβουλευτική ομάδα καλούνταν να ψηφίσει δύσκολα μέτρα χωρίς συχνά να έχει ικανοποιητική πληροφόρηση και συμμετοχή και όσοι συμμετείχαν στην κυβέρνηση δρούσαν χωρίς σταθερή διασύνδεση και στήριξη από το κόμμα.

 

Αργά αντανακλαστικά του κόμματος και απουσία ενεργού παρέμβασης στην καθημερινή ροή του κυβερνητικού έργου.

Έλλειψη ενός σχεδίου παρεμβάσεων στο κοινοβούλιο με σαφείς πολιτικές στοχεύσεις μεταρρυθμιστικού χαρακτήρα, με χαρακτηριστικότερη έκφραση τη μη κατάθεση προτάσεων νόμου για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Απουσία μιας επαρκούς δομής επικοινωνίας και επικοινωνιακή ανεπάρκεια με κύρια στοιχεία: Αδυναμία ανάδειξης των αποτελεσμάτων που επιτυγχάναμε, των προτάσεων μας και των διαφωνιών μας. Σποραδική και όχι συστηματική δημόσια διατύπωση αυτοτελούς λόγου του κόμματος και ελλιπής ενημέρωση προς τα στελέχη και τα μέλη. Μη ομογενοποιημένη και ενιαία προβολή των θέσεων του κόμματος, με αποτέλεσμα η κοινωνία να βλέπει τη ΔΗΜΑΡ ως ένα κόμμα που ο καθένας λέει και πράττει ως «πεφωτισμένο άτομο». Μη σταθερή ενημέρωση των μελών μας και ασχεδίαστες επαφές με τις οργανώσεις των πολιτών

Αυτές οι υποκειμενικές αδυναμίες του κόμματος υπήρξαν μέσα σε ένα δύσκολο περιβάλλον δυσμενών αντικειμενικών παραμέτρων για την προώθηση της δικής μας πολιτικής πρότασης μέσα από το κυβερνητικό έργο, όπως: οι αρνητικοί πολιτικοί συσχετισμοί και η δυνατότητα των δύο άλλων εταίρων να έχουν πλειοψηφία χωρίς εμάς, οι περιορισμοί της οικονομικής κρίσης και οι προϋπάρχουσες δεσμεύσεις της χώρας. Αυτός ο συνδυασμός δυσμενών αντικειμενικών παραμέτρων και υποκειμενικών αδυναμιών τροφοδότησε σταδιακά μια αίσθηση υστέρησης και αυτή με τη σειρά της οδήγησε σε αποθάρρυνση και μείωση της παρέμβασης στο κυβερνητικό έργο.

 

Β) Οι αιτίες για την ύπαρξη και διατήρηση των οργανωτικών αδυναμιών

 

α) Οι προϋπάρχουσες της κυβερνητικής συμμετοχής αδυναμίες της κομματικής δομής

 

Στη ΔΗΜΑΡ προϋπήρχαν θεμελιακού χαρακτήρα αδυναμίες στην κομματική δομή και λειτουργία που απέκτησαν μεγαλύτερη βαρύτητα όταν κλήθηκε να αναλάβει καθήκοντα κυβερνητικού εταίρου. Τέτοιες ήταν:

 

Η άγνοια κυβερνητικών διαδικασιών και ειδικότερα διαδικασιών σχεδιασμού και διοίκησης δημόσιων πολιτικών.

Η συγκρότηση της ως κόμμα γνώμης και όχι εφαρμοσμένης πολιτικής, που επειδή βρισκόταν στην αντιπολίτευση αισθανόταν επάρκεια από τη διατύπωση γενικών πολιτικών ιδεών χωρίς πλήρη συναίσθηση της υποχρέωσης διατύπωσης εξειδικευμένων προτάσεων πολιτικής.

Η λειτουργία των οργάνων και των κομματικών οργανώσεων κυρίως με σχολιασμό της πολιτικής και παράθεση αρχικών ιδεών και όχι με στοχεύσεις, δράσεις και παραγωγή αποτελεσμάτων.

Η λειτουργία ως κόμμα χωρίς κατεκτημένη τη συλλογικότητα στους στόχους , τις διαδικασίες και τη δημόσια έκφραση.

β) Ο τρόπος εισόδου στην κυβέρνηση συνεισέφερε στη διατήρηση των αδυναμιών

 

Οι προαναφερόμενες αδυναμίες οδήγησαν σε παντελή έλλειψη ετοιμότητας του κομματικού μηχανισμού για ανταπόκριση στο ρόλο του κυβερνητικού εταίρου. Αν σε αυτές προστεθεί το αρχικό λάθος της εισόδου στην κυβέρνηση με μοντέλο μειωμένου ρόλου (τοποθέτηση μη πολιτικών στελεχών γεγονός που αντικειμενικά δημιούργησε μια σχέση μειωμένης υποχρέωσης συντονισμού μεταξύ αυτών και του κόμματος καθώς και μη διασφάλιση των διαδικασιών συντονισμού μεταξύ των κυβερνητικών κομμάτων) εξηγείται (χωρίς βεβαίως και να δικαιολογείται) η ελλιπής κατανόηση της ανάγκης άμεσα να εμπεδωθούν κομματικές διαδικασίες συντονισμού για την παρέμβαση μας στο κυβερνητικό έργο.

 

γ) Οι λανθασμένες αντιλήψεις περί κυβερνητικής συμμετοχής.

 

Παρά το ότι δεν υπήρξαν οι οργανωτικές προϋποθέσεις στην πρώτη φάση της κυβερνητικής μας συμμετοχής, αυτό δεν επιχειρήθηκε ούτε βεβαίως επιτεύχθηκε και στη συνέχεια. Πιστεύω ότι οι λόγοι ήταν οι εξής:

 

Προσαρμόστηκαν οι διαδικασίες παραγωγής πολιτικής, παρέμβασης και δημόσιας εκπροσώπησης του κόμματος, στους περιορισμούς (σε ικανότητες, εμπειρίες και γνώσεις) που προϋπήρχαν στο κόμμα και τα ηγετικά του στελέχη. Αντίθετα αυτές οι διαδικασίες έπρεπε να ανασυγκροτηθούν με βάση τις πραγματικές απαιτήσεις του νέου μας κυβερνητικού ρόλου, αξιοποιώντας τα μέλη και ανθρώπους της ευρύτερης επιρροής του κόμματος με ειδικές γνώσεις και ρόλο και στην κοινωνία.

Καθιερώθηκε μια λογική λειτουργίας :”βλέποντας και κάνοντας” με στόχο περισσότερο την αποτροπή ρυθμίσεων παρά την ενεργό διεκδίκηση λύσεων που εμείς προκρίναμε.

Κατανοήθηκε η κυβερνητική συμμετοχή κυρίως ως εκφώνηση πολιτικού λόγου και όχι υλοποίηση ενός συνεκτικού προγράμματος παρεμβάσεων με διακριτές πολιτικές στοχεύσεις.Υπερεκτιμήθηκε η παρουσία στα ΜΜΕ – που μάλιστα αφορούσε σχετικά μικρό αριθμό στελεχών μας –       και υιοθετήθηκε μια επικοινωνιακή διαχείριση των θεμάτων συμμετοχής μας στην κυβέρνηση αντί να υπάρξει επικέντρωση στα αποτελέσματα που παράγονταν στη ζωή των πολιτών από αυτήν την συμμετοχή .

Ο πολιτικός μας λόγος συχνά θεωρήθηκε ότι μπορεί να έχει χαρακτήρα γενικής διακήρυξης ιδεών ή δημοσιογραφικής κριτικής.

Αρκετά στελέχη που συμφωνούσαν με τη συμμετοχή μας είτε θεωρούσαν ότι το πολιτικό σχέδιο του μνημονίου ήταν κατάλληλο οπότε δεν χρειαζόταν κάτι επιπλέον από την υποστήριξη του είτε θεωρούσαν ότι έφτανε μια γενική υποστήριξη του κυβερνητικού έργου με ταυτόχρονη αντιπαράθεση στον ΣΥΡΙΖΑ.

 

Άλλα στελέχη που διαφωνούσαν με τη συμμετοχή στην κυβέρνηση έκαναν προτάσεις γενικών αρχών και ιδεολογικού χαρακτήρα.

 

ΚΑΙ στις δύο περιπτώσεις ΔΕΝ προωθούνταν όμως επεξεργασμένες πολιτικές προτάσεις που θα διαμόρφωναν το ζητούμενο διακριτό στίγμα της Δημοκρατικής Αριστεράς.

 

Εμφιλοχώρησε σταδιακά εντός του κόμματος μια αντίληψη απόλυτου κυβερνητισμού. Χαρακτηριστικό είναι ότι ένα τμήμα των δυνάμεων μας μετέτρεψε σε ταυτοτικό στοιχείο της ΔΗΜΑΡ τη συμμετοχή της στην κυβέρνηση με τη Ν.Δ και το ΠΑΣΟΚ.

Υποτιμήθηκε η ανάγκη τα στελέχη και τα μέλη μας να πληροφορούνται και να συμμετέχουν ουσιαστικά στη λήψη των αποφάσεων με αποτέλεσμα να περιορίζονται στο ρόλο του θεατή των τηλεοπτικών παρεμβάσεων των στελεχών μας, ενώ δεν έλειψε και το φαινόμενο της προκαταβολικής δέσμευσης του κόμματος μέσα από τοποθετήσεις στα ΜΜΕ χωρίς να υπάρχει προηγούμενη συζήτηση στα όργανα.

Επικράτησε μια αντίληψη προώθησης αλλαγών αποκλειστικά από τα πάνω χωρίς την ενεργοποίηση των πολιτών.Υποτιμήθηκαν πλήρως οι κοινωνικοί αγώνες και κάθε προσπάθεια για τον επηρεασμό των στόχων και των αιτημάτων τους. Υποτιμήθηκαν ακόμη και οι σχέσεις με ομάδες ενεργών πολιτών που σε διάφορους χώρους επιχειρούσαν νέες προσεγγίσεις και κινηματικές δράσεις που υπερέβαιναν τις παθογένειες της μεταπολίτευσης.

Απουσίασε κάθε διαδικασία εσωτερικής αξιολόγησης και αποκλειστικό κριτήριο της εκτίμησης για ανθρώπους και πράγματα ήταν η συμφωνία στην ιδιαίτερη πολιτική άποψη, γεγονός που επέφερε τη μη ορθή αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού.

Καθιερώθηκε η εικόνα προεδροκεντρικού κόμματος. Η αξιοποίηση της δημοφιλίας του προέδρου βοήθησε στην πρώτη φάση αλλά στη συνέχεια όταν η πολιτική διαπάλη πέρασε από τους μείζονες εθνικούς στόχους σε ζητήματα «θεματικής πολιτικής» στα οποία και απαιτούνταν επεξεργασίες και δημόσιες παρεμβάσεις πολλών προσώπων, η παρουσία του προέδρου χωρίς ισχυρή ομάδα συνεργατών ΔΕΝ επέτρεπε την εκπομπή της εικόνας ενός κόμματος ικανού να παρεμβαίνει σε πολλούς τομείς.

Για όλους αυτούς τους λόγους, δε στάθηκε δυνατή η δημιουργία των απαραίτητων οργανωτικών προϋποθέσεων για την εκπλήρωση του κυβερνητικού μας ρόλου. Αυτό σε αλληλεπίδραση με τις πολιτικές αδυναμίες που παρουσιάσαμε οδήγησαν στο να εκτιμηθεί από τους πολίτες η κυβερνητική παρουσία μας ως ανεπιτυχής.

Είναι προφανές και αυταπόδεικτο ότι όσοι βρεθήκαμε σε θέση ευθύνης στον ένα χρόνο της κυβερνητικής συμμετοχής έχουμε συλλογική και ατομική ευθύνη για τις αδυναμίες που παρουσιάστηκαν.

 

4. Η αποχώρηση της ΔΗΜΑΡ από την κυβέρνηση ήταν μια υποχρεωτική κίνηση;


Η ανάδειξη των αιτιών της εκλογικής ήττας είναι προϋπόθεση για την ανάκαμψή μας. Στο άρθρο «Φταίει πού μπήκαμε ή πού βγήκαμε από την κυβέρνηση;» υποστήριξα ότι αυτό που επέδρασε αρνητικά στο εκλογικό αποτέλεσμα ήταν η ανεπιτυχής κυβερνητική μας παρουσία και όχι αυτές καθαυτές η είσοδος και η έξοδος από την κυβέρνηση. Στη συνέχεια με το άρθρο «Πετύχαμε στην κυβερνητική μας παρουσία;» αναφέρθηκα στις πολιτικές αιτίες και με το άρθρο «Η ΔΗΜΑΡ στην κυβέρνηση: Συμμετοχή χωρίς βασικές οργανωτικές προϋποθέσεις» στις οργανωτικές αιτίες που – κατά τη γνώμη μου – προκάλεσαν την ανεπιτυχή παρουσία.

Πιστεύω ότι αυτή η παρουσία είχε ως αποτέλεσμα να περιέλθουμε στην κατάσταση όπου και οι δύο επιλογές, αυτή της παραμονής και αυτή της αποχώρησης, εμπεριείχαν πολλούς κινδύνους, διλήμματα και διερωτήσεις για το αν η ταυτότητα μας είναι συμβατή με τις πολιτικές μας επιλογές. Η λύση της αποχώρησης από την κυβέρνηση εμπεριείχε τον κίνδυνο απώλειας της κυβερνησιμότητας, όμως βεβαιότατα η απώλεια αυτής θα είχε επί της ουσίας συντελεστεί με την παράταση της ασθενικής και αναποτελεσματικής συμμετοχής μας στην κυβέρνηση.

Υπήρχαν λόγοι για την αποχώρηση μας;

Η διερώτηση σχετικά με τη συμμετοχή μας στην κυβέρνηση τέθηκε αντικειμενικά λόγω των διαφωνιών μας σε κρίσιμα ζητήματα της ασκούμενης κυβερνητικής πολιτικής όπως:

Η υιοθέτηση της λογικής «πρώτα υλοποιούμε όλα τα προβλεπόμενα μέτρα και μετά θέτουμε το αίτημα των τροποποιήσεων του προγράμματος προσαρμογής», ήταν σε ευθεία αντίθεση με τη αντίληψή μας ότι οι συμβατικές δεσμεύσεις της χώρας ΔΕΝ αποκλείουν την τροποποίηση των επαχθών όρων του μνημονίου.
Η συνέχιση πολιτικών που αποδεικνύονταν οικονομικά αναποτελεσματικές και κοινωνικά επαχθείς, με συστηματική μάλιστα απόρριψη των προτάσεων μας και υποβάθμιση των διαδικασιών συναπόφασης.
Η υποτίμηση των κοινοβουλευτικών διαδικασιών και η μονιμοποίηση της πρακτικής της έκδοσης πράξεων νομοθετικού περιεχομένου.
Η εξουδετέρωση της συμμετοχής μας στην κυβέρνηση με την “απενεργοποίηση” των υπουργών μας μέσω της απόρριψης του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου και της αφαίρεσης στην πράξη της αρμοδιότητας για τη διοικητική μεταρρύθμιση.
Η εκδίπλωση της δεξιάς ατζέντας (ορισμός του Τ. Μπαλτάκου σε απόλυτο κριτή των νομοσχεδίων, αντιαριστερή ρητορεία, “θεωρία των δύο άκρων”).
Όπως διαφαίνεται από τα παραπάνω το πρόβλημα ήταν πλέον το έλλειμμα βασικής συναντίληψης και η μετατροπή της τρικομματικής κυβέρνησης σε μονοκομματική. Σε αυτό το πολιτικό πλαίσιο αποφασίστηκε χωρίς τη δική μας συμφωνία η κατάργηση της ΕΡΤ, πράξη που συμπύκνωσε την αυταρχική πολιτική αντίληψη για την προώθηση της διοικητικής μεταρρύθμισης χωρίς εφαρμογή του κράτους δικαίου.

Ποιες επιλογές είχαμε ως κόμμα μετά τη μετατροπή της τρικομματικής κυβέρνησης σε μονοκομματική;

Η πρώτη επιλογή ήταν να αποχωρήσουμε από την κυβέρνηση. Είχε τον κίνδυνο να θεωρηθεί πως απεμπολούμε το χαρακτηριστικό της κυβερνησιμότητας. Ταυτόχρονα όμως μας έδινε τη δυνατότητα, υπό προϋποθέσεις, να αντιστρέψουμε τη διάχυτη εντύπωση πωςείχαμε πολιτικά εξουδετερωθεί και να επανατοποθετηθούμε στο πολιτικό σκηνικό.

Η επιλογή της αποχώρησης μας είχε ως στόχους :

Να επαναπροσδιορίσουμε τους όρους συμμετοχής μας σε κυβερνήσεις, θέτοντας ως προϋποθέσεις την εφαρμογή των προγραμματικών συμφωνιών και την επιδίωξη του κοινού πολιτικού τόπου.
Να διατηρήσουμε την πολιτική μας ταυτότητα ως Δημοκρατική Αριστερά και να δημιουργήσουμε δυνατότητες επανεκκίνησης με προοδευτικό μεταρρυθμιστικό στίγμα.
Να διεκδικήσουμε ένα διαφορετικό τρόπο εξόδου από την κρίση επαναφέροντας το κρίσιμο ζήτημα του περιεχομένου των μεταρρυθμίσεων και πιέζοντας για την ανακοπή της εφαρμογής άδικων μέτρων
Η δεύτερη επιλογή ήταν να παραμείνουμε στην κυβέρνηση. Αυτή η επιλογή θα ισοδυναμούσε με υποχώρηση, θα οδηγούσε τη ΔΗΜΑΡ σε μια άνευ όρων στήριξη των εφαρμοζόμενων πολιτικών και θα την ενσωμάτωνε σ’ ένα μπλοκ δυνάμεων που ταυτίζει την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας με τις συντηρητικές πολιτικές.

Μήπως όμως η παραμονή της ΔΗΜΑΡ στην κυβέρνηση ήταν δυνατόν να συμβαδίσει με την ενδυνάμωση του ρόλου της και την αλλαγή των ασκούμενων πολιτικών; Θεωρώ πως αυτή η εκδοχή δεν είχε πιθανότητες επιτυχίας, γιατί σταδιακά η Ν.Δ και το ΠΑΣΟΚ είχαν πεισθεί ότι η ΔΗΜΑΡ αποτελούσε ανασχετικό παράγοντα για την προώθηση των μεταρρυθμίσεων, όπως αυτοί τις αντιλαμβάνονταν, γιατί η Ν.Δ έδινε προτεραιότητα προς το συντηρητικό ακροατήριο και τέλος γιατί οι δύο τους είχαν κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Σε κάθε περίπτωση, εάν υποτεθεί πως έπρεπε να επιχειρηθεί αυτός ο νέος ρόλος, γιατί αυτό θα σηματοδοτούσε πως εξαντλούμε όλα τα περιθώρια παραμονής μας στην κυβέρνηση και θα μας έδινε τη δυνατότητα να προβάλλουμε τις απόψεις μας στα επίδικα θέματα, αυτό όφειλε να γίνει αντιπαραθετικά με τις πολιτικές επιλογές και τους χειρισμούς της Ν.Δ.

Αντίθετα η θέση πως η αποχώρηση έγινε σε «σε λάθος χρόνο, με λάθος τρόπο και για λάθος αφορμή» διατυπώθηκε ως κριτική στην πράξη αποχώρησης και δεν εμπεριείχε καμιά αναφορά και μνεία στην ανάγκη αλλαγής του τρόπου συμμετοχής της ΔΗΜΑΡ στην κυβέρνηση. Ουσιαστικά η στάση αυτή αποδέχεται ως ήταν την προϋπάρχουσα συμμετοχή μας και «προστάτευε» την ίδια κυβερνητική παρουσία από μέρους μας παραβλέποντας ή αποσιωπώντας όλα τα προβληματικά χαρακτηριστικά της. Για αυτό εξάλλου και όλη η τεκμηρίωση που συνόδευσε αυτή τη θέση – και εκ των υστέρων – δεν αφορούσε επανακαθορισμό της συμμετοχής αλλά νουθεσία για συμβιβασμό στο όνομα της κυβερνητικής σταθερότητας.

Πραγματοποιήθηκε η αποχώρησή μας από την κυβέρνηση με ευκολία και χωρίς επίγνωση των δυσκολιών που θα αντιμετωπίζαμε;

Κάναμε την επιλογή της αποχώρησης από την κυβέρνηση. Ήταν κατά τη γνώμη μου μια κίνηση «force» στην πολιτική σκακιέρα. Επρόκειτο για μια πράξη μεγάλης πολιτικής πυκνότητας και ταυτόχρονα υψηλού πολιτικού ρίσκου. Είχαμε επίγνωση ότι θα υπήρχαν δυσκολίες για την αποδοχή αυτής της επιλογής από σημαντικό μέρος των ψηφοφόρων και των δυνητικών ψηφοφόρων μας, διότι βρισκόταν σε αναντιστοιχία με τις κοινωνικοπολιτικές στάσεις του.

Συγκεκριμένα:

Ένα τμήμα των πολιτών που υποστηρίζει τις μεταρρυθμίσεις, δεν ασχολείται με το περιεχόμενό τους και στο όνομα καταπολέμησης των προνομίων των συντεχνιών θέτει σε δεύτερη μοίρα τα θέματα δημοκρατικής λειτουργίας.
Ένα μεγάλο τμήμα των ψηφοφόρων μας, που κοινωνικά κατατάσσεται στα μεσαία στρώματα, εκτιμούσε ως επιτυχημένη την προσπάθεια σταθεροποίησης της οικονομίας που έκανε η τρικομματική κυβέρνηση και κυρίως προσδοκούσε την είσοδο στη διαδικασία ανάκαμψης, θεωρώντας ως καθοριστική παράμετρο για αυτό την κυβερνητική σταθερότητα.
Πέραν των παραπάνω δυσκολιών που είχε η επιλογή μας, η υλοποίησή της πραγματοποιήθηκε με σημαντικές αδυναμίες. Οι κυριότερες ήταν οι εξής:

Αιφνιδιάσαμε την κοινή γνώμη αφού δεν αναδείξαμε όλο το προηγούμενο διάστημα την υποβάθμιση του ρόλου μας και τις διαφωνίες μας εντός της κυβέρνησης, ενώ στελέχη μας μιλούσαν έως την τελευταία στιγμή σαν κυβερνητικοί εκπρόσωποι. Αποτέλεσμα αυτών ήταν ότι εμφανιστήκαμε στις παρεμβάσεις μας στα ΜΜΕ με ασυνέχεια θέσεων σε σχέση με την περίοδο που ήμασταν εντός της κυβέρνησης.
Επιτρέψαμε να εμφανιστεί ότι προκαλούσαμε κυβερνητική κρίση λόγω της ΕΡΤ και όχι για τη στρέβλωση της διοικητικής μεταρρύθμισηςαλλά και για τα άλλα μεγάλα θέματα που απασχολούσαν εν γένει τον πληθυσμό.
Δεν προτείναμε ένα σαφές και δεσμευτικό πλαίσιο μείωσης του προσωπικού στο δημόσιο τομέα και έτσι διευκολύναμε όσους μας κατηγορούσαν για εγκατάλειψη του μεταρρυθμιστικού προτάγματος.
Δε συνοδεύσαμε την αποχώρησή μας, με κάποιες πρωτοβουλίες που να συνέβαλλαν στην πολιτική σταθερότητα της χώρας , με αποτέλεσμα να τραυματιστεί η εικόνα μας ως υπεύθυνης δύναμης στους πολίτες που θεωρούσαν ότι η σταθερότητα είναι όρος εκ των ων ουκ άνευ για την έξοδο από την κρίση.
Η αποχώρησή μας δεν πραγματοποιήθηκε εν κενώ πολιτικών και οικονομικών διεργασιών. Τα ισχυρά κέντρα οικονομικής ισχύος που ελέγχουν μεγάλο τμήμα της ροής πληροφόρησης και συνειδητά στρεβλώνουν τις δημοκρατικές διαδικασίες μιας ανοικτής κοινωνίας, έδειξαν ότι δεν είναι διατεθειμένα να ανεχθούν ούτε μια μετριοπαθή και λογική φωνή αν αυτή δε συμμορφώνεται με τις υποδείξεις τους. Υπήρχε τεράστια επίθεση -η οποία συνεχίζεται και όποιος κάνει πως δεν την βλέπει απλώς εθελοτυφλεί- με καθοριστικό στοιχείο όχι την πολιτική κριτική αλλά τη χλεύη, τη συκοφάντηση, τη διαστρέβλωση, τη στοχευμένη υπερπροβολή της διαφορετικής άποψης και στην καλύτερη περίπτωση την αποσιώπηση των πολιτικών θέσεων του κόμματος. Δεν προβάλλεται η πολιτική της ΔΗΜΑΡ αλλά προβάλλεται με επιμέλεια και συστηματικότητα η κριτική επ΄αυτής. Η κοινωνία γνωρίζει όχι τι λέει η ΔΗΜΑΡ αλλά τι δεν κάνει σωστά, σύμφωνα με τους επικριτές της. Στόχος και σκοπός είναι η μετάδοση μίας απονευρωμένης, αδύναμης και διαρκώς σφάλλουσας ΔΗΜΑΡ .

Ποια ήταν η εικόνα που εξέπεμπε η ΔΗΜΑΡ μετά την έξοδο;

Η αποχώρησή μας κρίθηκε από τους πολίτες σε συνάρτηση με την αδύναμη κυβερνητική παρουσία μας και προσέδωσε την εικόνα πως αποχωρήσαμε γιατί θέλαμε να αποφύγουμε το βάρος της ευθύνης για τα νέα μέτρα που έρχονταν. Θεωρήθηκε πως φυγομαχήσαμε από τη δύσκολη μάχη για την αποτροπή τους και αφήσαμε τη Ν.Δ και το ΠΑΣΟΚ που διέθεταν την κοινοβουλευτική πλειοψηφία να ψηφίσουν και να υλοποιήσουν τα μέτρα. Εκείνο βεβαίως που διέφευγε της αντίληψής τους ήταν πως η ΔΗΜΑΡ πολύ πριν από την αποχώρησή της δεν αντιμετωπίστηκε ως κυβερνητικός εταίρος του οποίου οι προτάσεις και διαφωνίες εισακούγονταν αλλά ως ένας κυβερνητικός εταίρος που μάλλον «περίσσευε» αφού η κυβερνητική πλειοψηφία υπήρχε και χωρίς αυτόν.

Ωστόσο τα βασικότερα ερωτήματα που ανέκυψαν εξαιτίας της αποχώρησής μας, αφορούσαν στο κατά πόσο είναι ρεαλιστικός ο δρόμος που προβάλλαμε προεκλογικά για τη διεκδίκηση της τροποποίησης του μνημονίου “από τα μέσα” αλλά και στο κατά πόσο είμαστε ως κόμμα ικανό να προωθήσουμε τη τροποποίηση του μνημονίου.

Για όλους τους προαναφερόμενους λόγους δεν καταφέραμε να πείσουμε για την ορθότητα της επιλογής μας ένα σημαντικό μέρος του εκλογικού σώματος και εντός αυτού το 20% των ψηφοφόρων μας του 2012. Ταυτόχρονα η αποχώρηση δεν επέφερε -όπως ήταν φυσικό- την επιστροφή του 30% των ψηφοφόρων μας του 2012 που μας είχαν ήδη εγκαταλείψει πριν την αποχώρηση κρίνοντας ως ανεπιτυχή την κυβερνητική μας παρουσία.

Με τη συμμετοχή, την παρουσία και την αποχώρηση είχαμε τραυματισμένη εικόνα και απώλειες στην πολιτική μας επιρροή και δημοσκοπική καταγραφή περίπου στο 3,3% δηλαδή χαμηλότερα από το 6,3% των εκλογών του Ιουνίου του 2012. Βεβαίως μεγάλο μέρος από αυτό το 6,3% δεν είχε ισχυρούς δεσμούς με τη Δημοκρατική Αριστερά, αφού οι έρευνες τις επόμενες κιόλας ημέρες μετά τις εκλογές του 2012 έδειχναν ότι μόνο το 2,1% αισθανόταν κοντά στη ΔΗΜΑΡ, στο κόμμα δηλαδή που ψήφισε.

Παρά τις δυσκολίες και τις αδυναμίες, η αποχώρηση μας από την κυβέρνηση δημιούργησε νέα δεδομένα. Αυτά ήταν:

Για την ίδια τη χώρα η συρρίκνωση της κοινοβουλευτικής βάσης της κυβέρνησης δημιούργησε εκ των πραγμάτων τη δυνατότητα να τεθεί στο υψηλότερο πολιτικό επίπεδο με τους ευρωπαίους εταίρους το θέμα της άμβλυνσης ή της αναβολής λήψης σκληρότερων μέτρων. Αυτή η δυνατότητα αξιοποιήθηκε από την κυβέρνηση ανεξάρτητα από το ότι δεν την πιστώθηκε η ΔΗΜΑΡ.

Για τη ΔΗΜΑΡ ήρε την πολιτική εξουδετέρωσής της που είχε συντελεστεί και δημιούργησε τη δυνατότητα επανατοποθέτησης της στο πολιτικό σκηνικό αλλά και της διατύπωσης μιας αυτόνομης, προοδευτικής και μεταρρυθμιστικής πρότασης εξόδου από την κρίση, μιας τρίτης λύσης έναντι της συντηρητικής πολιτικής της Ν.Δ και της λαϊκίστικης πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ.

Αποχωρώντας από την κυβέρνηση η ΔΗΜΑΡ βρέθηκε μπροστά στην πρόκληση αλλά και στο καθήκον να δημιουργήσει μια ισχυρή παρουσία σε νέα βάση. Το αν θα τα κατάφερνε εξαρτιόταν από πολλούς παράγοντες μεταξύ αυτών και από τον τρόπο που θα κινούνταν στα νέα πολιτικά δεδομένα.

 

 

5. Κριτική στην κριτική για την αποχώρηση από την κυβέρνηση.


Στα παραπάνω 4 κείμενα υποστήριξα ότι μια από τις κύριες αιτίες της εκλογικής ήττας της ΔΗΜΑΡ ήταν η ανεπιτυχής παρουσία της στην κυβέρνηση και όχι η συμμετοχή της ή η αποχώρησή της αυτές καθαυτές. Στη βάση αυτή, η λύση της αποχώρησης από την κυβέρνηση εμπεριείχε τον κίνδυνο απώλειας της κυβερνησιμότητας, αλλά η παράταση της ανεπιτυχούς συμμετοχής σε αυτήν βεβαιότατα θα οδηγούσε στην πολιτική αυτοκατάργησή της μέσω της ενσωμάτωσής της στο μπλοκ δυνάμεων που ταυτίζουν την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας με τις συντηρητικές πολιτικές.

Επιλέχθηκε -σωστά κατά τη γνώμη μου- η αποχώρηση της ΔΗΜΑΡ από την κυβέρνηση και η προσπάθεια να επανατοποθετηθεί στο πολιτικό σκηνικό, ως φορέας της τρίτης λύσης. Το αν θα τα κατάφερνε εξαρτιόταν από πολλούς παράγοντες. Το ότι τελικά δεν τα κατάφερε δε σημαίνει πως η επιλογή της παραμονής ήταν ορθή και αυτό γιατί το επιχείρημα εξ αντιδιαστολής είναι κανόνας της τυπικής λογικής και όχι εργαλείο ανάλυσης της εκλογικής συμπεριφοράς ή εκτίμησης των επιπτώσεων των πολιτικών επιλογών.

1. Η ΔΗΜΑΡ έχασε τα 2/3 της εκλογικής της επιρροής εξαιτίας της αποχώρησής της από την κυβέρνηση;

Δυνάμεις εντός και εκτός του κόμματος απέδωσαν στην αποχώρηση τη μεγάλη ήττα της ΔΗΜΑΡ στις ευρωεκλογές. Επικαλέστηκαν μείωση της εκλογικής μας επιρροής εξαιτίας της αποχώρησης ίση με τα 2/3 (!).Όμως αποσιώπησαν πως ενόσω ήμασταν στην κυβέρνηση και ΠΡΙΝ την αποχώρηση είχε ΗΔΗ συντελεστεί μείωση της εκλογικής μας επιρροής κατά 1,8%. Δηλαδή ΠΡΙΝ από την αποχώρηση ο μέσος όρος των δημοσκοπήσεων έδινε στη ΔΗΜΑΡ 4,5%. Αμέσως μετά την αποχώρηση αυτό το ποσοστό μειώθηκε περαιτέρω κατά 1% έως 1,3%, δίνοντας στη ΔΗΜΑΡ ποσοστά δημοσκοπικά από 3,2% έως 3,5%. Επιπλέον παρέβλεψαν πως από τους ψηφοφόρους μας του 2012 που δεν μας ψήφισαν στις ευρωεκλογές του 2014, προς τα κόμματα της κυβέρνησης κατευθύνθηκε μικρό ποσοστό (0,5% προς ΠΑΣΟΚ/ΕΛΙΑ και 0,3% προς ΝΔ) ενώ είχαμε μεγάλη απώλεια ψήφων προς τα κόμματα της Αριστεράς και τεράστια απώλεια προς το ΠΟΤΑΜΙ, που ΔΕΝ επαγγέλονταν τη συμμετοχή του στην κυβέρνηση Σαμαρά. Τούτο δεν υποστηρίζει σε καμία περίπτωση την άποψη πως είχαμε μείωση των ποσοστών μας εξαιτίας της αποχώρησης αυτής καθεαυτής.

2. Θα μπορούσαμε να παραμείνουμε στην κυβέρνηση διεκδικώντας αλλαγή των ασκούμενων πολιτικών;

Υποστηρίζεται ότι «αν η ΔΗΜΑΡ παρέμενε στην κυβέρνηση θα μπορούσε να πιέσει τον κ. Σαμαρά και εν τέλει να αλλάξει τις ασκούμενες πολιτικές». Αυτή η δυνατότητα θεωρώ πως δεν υπήρχε αφού οι κεντρικές παράμετροι της κυβερνητικής πολιτικής στη νέα φάση είχαν προκαθοριστεί. Οι δανειστές απαιτούσαν την με κάθε τρόπο προώθηση των «μεταρρυθμίσεων» και την με κάθε κόστος επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων, ενώ η Ν.Δ και το ΠΑΣΟΚ συναινούσαν και δεν έδειχναν διάθεση επαναδιαπραγμάτευσης. Επιπλέον ο κάθε κυβερνητικός εταίρος είχε τα δικά του στενοκομματικά κίνητρα έναντι της ΔΗΜΑΡ, με τη μεν Ν.Δ να θέλει να δίνει προτεραιότητα προς το συντηρητικό ακροατήριο, με το δε ΠΑΣΟΚ να επιδιώκει την αύξηση του μεριδίου του στην κυβέρνηση. Η συμπληρωματική θέση «ότι μαζί με το ΠΑΣΟΚ θα τα καταφέρναμε», δεν ευσταθεί επειδή το ΠΑΣΟΚ είχε ήδη υποχωρήσει σε μείζονα θέματα που η ΔΗΜΑΡ επιχείρησε να μετακινήσει την κυβέρνηση σε προοδευτική κατεύθυνση (εργασιακά, διοικητική μεταρρύθμιση, φορολογικά κ.α ).

Όσοι υποστηρίζουν δε ότι «πηγαίναμε πολύ καλά και ότι θα πηγαίναμε ακόμη καλύτερα αν παραμέναμε στην κυβέρνηση», παραβλέπουν ότι είχαμε μείωση της εκλογικής μας επιρροής ήδη και ενόσω ήμασταν στην κυβέρνηση και αφήνουν ανερμήνευτο το γεγονός της μεγάλης μείωσης της εκλογικής επιρροής που είχε και το ΠΑΣΟΚ το οποίο μάλιστα μετά την αποχώρησή μας από την κυβέρνηση ενδυνάμωσε τον ρόλο του σε αυτήν.

3. Η ΔΗΜΑΡ απεχώρησε με λάθος αφορμή, σε λάθος χρόνο και με λάθος τρόπο;

Η προσπάθεια της ΔΗΜΑΡ εντός της κυβέρνησης, όφειλε να γίνει αντιπαραθετικά με τις πολιτικές επιλογές και τους χειρισμούς της Ν.Δ που συγκροτούσαν τη συντηρητική στροφή. Αντίθετα, η κριτική ότι η αποχώρηση έγινε «με λάθος αφορμή, σε λάθος χρόνο και με λάθος τρόπο» απευθύνθηκε κατ΄ αποκλειστικότητα στη ΔΗΜΑΡ χωρίς να συμπεριλαμβάνει την ουσιαστική κριτική στις ενέργειες και πρακτικές που ήδη είχαν λάβει χώρα δημιουργώντας συνθήκες πολιτικής εξουδετέρωσης της .

Με αναφορά στην «τεχνική της αποχώρησης» επιχειρήθηκε να τεκμηριωθεί ως λανθασμένη η ουσία της επιλογής, υπεκφεύγοντας των ερωτημάτων που αντικειμενικά ετίθεντο σε σχέση με τις ασκούμενες πολιτικές. Χωρίς καμιά μνεία για/στην επανατοποθέτηση της ΔΗΜΑΡ στο πολιτικό σκηνικό και χωρίς μια εναλλακτική κυβερνητική πρόταση, η κριτική στην αποχώρηση αντικειμενικά αποτέλεσε μια διαρκή νουθεσία για συμβιβασμό με την κυβερνητική πολιτική.Για αυτό και τα επιμέρους λάθη που συνέβησαν κατά την αποχώρηση από την κυβέρνηση (και τα οποία δεν αναιρούν τον βασικό πολιτικό συλλογισμό αυτής της πράξης), αντιμετωπίστηκαν από τους φορείς της παραπάνω κριτικής ως τα επίδικα ζητήματα .

Η επιχειρηματολογία που αντιπαρατέθηκε στην αποχώρηση έχει εσφαλμένες κρίσεις. Συγκεκριμένα:

α) η αποχώρηση έγινε με λάθος αφορμή;

Στην πραγματικότητα στην υπόθεση της ΕΡΤ συμφύονταν μια σειρά σημαντικά ζητήματα όπως η σύνδεση της διοικητικής μεταρρύθμισης με οριζόντιες απολύσεις, η αποδοχή ανορθολογικών απαιτήσεων της τρόικας, η εκδίπλωση της δεξιάς ατζέντας, η μετατροπή της κυβέρνησης σε μονοκομματική και η πολιτική «απενεργοποίηση» των υπουργών που είχε προτείνει η ΔΗΜΑΡ αλλά και η συνεχής απόρριψη των προτάσεων της.

Μια άποψη που διεκδικούσε να είναι ειλικρινής αντιπρόταση στην επιλογή της αποχώρησης όφειλε την τοποθέτηση επί όλων αυτών των πραγματικών προβλημάτων που συγκρότησαν τη διερώτηση σχετικά με την παραμονή ή την αποχώρηση. Αντίθετα η παρουσίαση των λόγων της αποχώρησης ως «αφορμή» υποτιμά πλήρως τα θέματα που είχαν ανακύψει και δείχνει ανοχή στην κυβερνητική πολιτική όπως αυτή ασκούνταν. Πολύ περισσότερο όταν δεχόμασταν επίθεση από δυνάμεις εκτός κόμματος που για να αποδομήσουν την πράξη αποχώρησης της ΔΗΜΑΡ, την παρουσίαζαν ως δύναμη υπεράσπισης των ευνοημένων υπαλλήλων της ΕΡΤ, σε αντιδιαστολή με την αδιαφορία για τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα. Βεβαίως ήταν οι ίδιοι που χαρακτήριζαν ως πράξη πολιτικής αποσταθεροποίησης την άρνησή μας να ψηφίσουμε την περαιτέρω απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων.

β) η αποχώρηση έγινε σε λάθος χρόνο;


Η άποψη αυτή υπονοούσε ότι είναι δυνατή μια διακοπή της συνεργασίας με τη Ν.Δ στο μέλλον. Όμως η μη συσχέτιση της παραμονής στην κυβέρνηση με τις ασκούμενες πολιτικές οδηγεί στη μη στοιχειοθέτηση επιχειρηματολογίας υπέρ κάποιας άλλης χρονικής στιγμής, προκρίνοντας στην ουσία την παράταση άνευ όρων της συμμετοχής.

Αργότερα υπονοήθηκε ότι ήταν λάθος ο χρόνος της αποχώρησης και ότι χάριν της σταθερότητας έπρεπε να περιμένουμε την ολοκλήρωση του προγράμματος προσαρμογής και την τελική συμφωνία με τους εταίρους για την απομείωση του χρέους. Αυτή όμως ήταν η στρατηγική της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ, ενώ η δική μας πολιτική ήταν αυτή των τροποποιήσεων και των αλλαγών στο πρόγραμμα προσαρμογής στη φάση της υλοποίησης του και όχι μετά την ολοκλήρωση του, ώστε να αποτραπεί η περαιτέρω επιδείνωση των συνθηκών ζωής της πλειοψηφίας του πληθυσμού.

Ενδεικτικό του ότι ο χρόνος δεν ήταν ακατάλληλος είναι το γεγονός ότι με την αποχώρησή μας η κοινοβουλευτική στήριξη της κυβέρνησης έγινε οριακή και αυτό επέφερε την αναστολή η την επιβράδυνση της λήψης ορισμένων επιβαρυντικών μέτρων.

γ) η αποχώρηση έγινε με λάθος τρόπο;

Είναι αλήθεια πως υπήρξαν επικοινωνιακές αστοχίες πριν και κατά την αποχώρηση από την κυβέρνηση. Δεν προηγήθηκαν ευδιάκριτες για την κοινή γνώμη διαφοροποιήσεις και δεν υπήρξε διατύπωση της κάθετης αντίθεσής μας προς τις οριζόντιες απολύσεις με επισήμανση του ενδεχομένου της αποχώρησής μας από την κυβέρνηση.

Όμως η αποδοχή του προπαγανδιστικού επιχειρήματος πως είχε υπάρξει συμφωνία, συνιστά πρόβλημα. Αντίθετα η συνεχής και επίμονη διαπραγμάτευση του Φώτη Κουβέλη δείχνει ότι η ΔΗΜΑΡ δεν έψαχνε αφορμή για να φύγει αλλά αντίθετα επιζητούσε όρους για την αξιοπρεπή παραμονή της. Για αυτό είχε καταθέσει από κοινού με το ΠΑΣΟΚ πρόταση νόμου για την ακύρωση της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου για την ΕΡΤ.

Όμως η αποχώρηση έλαβε χώρα σε πραγματικές συνθήκες και όχι σε δοκιμαστικό σωλήνα. Δεν μπορεί να παραβλέπεται το γεγονός ότι σημαντικό τμήμα των ΜΜΕ επιχείρησε την πλήρη και με κάθε τρόπο απαξίωση της ΔΗΜΑΡ, επιδεικνύοντας μια καταφανώς τιμωρητική στάση σε όποιον δεν συμμορφώνεται με τις υποδείξεις. Με αυτόν τον τρόπο διαμορφώθηκε μια κυρίαρχη αντίληψη περί λανθασμένης επιλογής, καθώς υπερίσχυσε το δίκαιο του επικοινωνιακά ισχυρού.

Σε κάθε περίπτωση όμως τα θέματα επικοινωνιακής διαχείρισης αφορούν τα επιμέρους και δεν τεκμηριώνουν λάθος στην ίδια την επιλογή της αποχώρησης.

4. Η αποχώρηση ακύρωσε τους ιδρυτικούς στόχους της ΔΗΜΑΡ ;

Ένα άλλο σημείο της κριτικής είναι πως με την επιλογή της αποχώρησης η Δημοκρατική Αριστερά απομακρύνθηκε από τις ιδρυτικές της αρχές, ακύρωσε τη συμβολή της στην εθνική προσπάθεια και κατέφυγε σε ιδεοληπτικές αγκυλώσεις, κρατισμό και αντιμεταρρυθμισμό..

Στην πραγματικότητα ο αξιακός πυρήνας της Δημοκρατικής Αριστεράς ποτέ δεν συμπεριέλαβε τη συμμετοχή σε κυβέρνηση ως αυτοσκοπό και ανεξάρτητα με την πολιτική που θα ασκούνταν. Δεν υποκύψαμε στις σειρήνες του λαϊκισμού και του ανορθολογισμού αλλά ούτε μπορούσαμε να υποκύψουμε στη δεξιά ατζέντα. Αποβάλαμε ιδεοληψίες και αγκυλώσεις της ιστορικής Αριστεράς αλλά συγκροτηθήκαμε ως δύναμη των δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων. Με την αποχώρηση δεν αποσυρθήκαμε από την εθνική προσπάθεια αλλά επιχειρήσαμε μια επανατοποθέτηση στο πολιτικό σκηνικό προτείνοντας στην ελληνική κοινωνία ένα διαφορετικό τρόπο εξόδου που υπερέβαινε το διπολισμό..

Η διαφωνία και η αντιπαράθεση με τον ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να μας οδηγεί στον εγκλωβισμό ή στον εναγκαλισμό με συντηρητικές πολιτικές. Αντίθετα, πολλοί από τους υποστηρικτές της μη αποχώρησης από την κυβέρνηση δεν υποστήριξαν καμιά σημαντική διαφοροποίηση της ΔΗΜΑΡ όσο αυτή ήταν στην κυβέρνηση. Όπως επίσης δεν έβλεπαν αντίφαση στην κοινή εκλογική κάθοδο της κεντροαριστεράς στις ευρωεκλογές , ενόσω η ΔΗΜΑΡ βρισκόταν στην αντιπολίτευση και το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση, προφανώς γιατί η επίλυση αυτής της αντίφασης θα συντελούνταν με την επιστροφή της ΔΗΜΑΡ στην κυβέρνηση…

Συμπέρασμα

Η κριτική όπως αποτυπώθηκε με τη φράση “λάθος αφορμή, λάθος τρόπος, λάθος χρόνος”, έδειχνε προσκόλληση στην περίοδο εκκίνησης της τρικομματικής κυβέρνησης εθνικής ευθύνης και παρέβλεπε τα νέα δεδομένα που είχαν δημιουργηθεί. Στην ουσία ήταν μια μη ομολογημένη αποδοχή ενός ευνουχισμένου ρόλου της ΔΗΜΑΡ εντός της κυβέρνησης και μετατροπή της ευθύνης που ανέλαβε έναντι της χώρας σε αποδοχή των συντηρητικών πολιτικών.

Η θέση αυτή παρέβλεψε όλες τις δυνατότητες που δημιούργησε η στάση μας για αναστολή επιβαρυντικών μέτρων. Όπως επίσης και τις δυνατότητες που έδωσε στη ΔΗΜΑΡ να άρει την πολιτική εξουδετέρωσής της και να επανατοποθετηθεί στο πολιτικό σκηνικό ως φορέας της τρίτης λύσης. Η επίμονη διατύπωση της στη συνέχεια, με κάθε δυνατό και δημόσιο τρόπο έδειξε ότι οι εκφραστές της δεν ήθελαν να συμβάλλουν σε αυτό το νέο ρόλο, προφανώς γιατί δεν τον πίστευαν.

Ο τρόπος που προσεγγίζει κανείς το θέμα της συμμετοχής – παρουσίας – αποχώρησης από την κυβέρνηση, είναι μεγάλης σημασίας και στον παρόντα χρόνο, διότι συναρτάται ευθέως με τις θέσεις που λαμβάνει στο θέμα της διακυβέρνησης της χώρας και των πολιτικών συμμαχιών.

Γι αυτό δεν είναι άνευ σημασίας μια κριτική στην κριτική της αποχώρησης.

Συγκεντρωτισμός στη διαχείριση της συμμετοχής και μη διάχυση της ευθύνης σε όλα τα επίπεδα του κόμματος. Αυτό επέφερε περιορισμό της παρέμβασης στα ανθρώπινα όρια των συμμετεχόντων και άφησε αναξιοποίητες δυνατότητες μελών, φίλων και γενικά ανθρώπων που ήθελαν και μπορούσαν να βοηθήσουν.
Απουσία κομματικής δομής παρακολούθησης του κυβερνητικού έργου με σκοπό και αντικείμενο την πληροφόρηση, συλλογική προετοιμασία θέσεων και παρέμβαση στις εκτελεστικές πράξεις και τις νομοθετικές ρυθμίσεις. Αυτό επέφερε έλλειψη των απαραίτητων ροών πληροφόρησης και μέσων παρέμβασης για ένα κόμμα – κυβερνητικό εταίρο. Η παρακολούθηση του κυβερνητικού έργου και η ενεργός παρουσία μας στα κεντρικά ζητήματα αλλά και σε κάθε τομέα της κυβερνητικής δράσης ήταν αδύνατη. Σταδιακά μαθαίναμε πολλά θέματα από τα ΜΜΕ ή όταν εισάγονταν στη Βουλή παρά από επίσημη ροή πληροφόρησης στη διάρκεια της διαμόρφωσης των αποφάσεων.
Πολιτικός σχεδιασμός χωρίς γνώση όλων των δεδομένων, ασάφεια στόχων παρέμβασης στο κυβερνητικό έργο, ορισμός φιλόδοξων καθηκόντων χωρίς τα απαιτούμενα μέσα. Αδυναμία παρακολούθησης και παρέμβασης στην υλοποίηση των αποφάσεων κυρίως για τα θέματα που θέταμε σε προτεραιότητα και μη έγκαιρη ανταπόκριση στις απαιτήσεις εξειδικευμένων προτάσεων.
Κακή λειτουργία της Εκτελεστικής Επιτροπής και της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος. Οι συνεδριάσεις πραγματοποιούνταν συχνά χωρίς ατζέντα, σχεδόν πάντα χωρίς γραπτές εισηγήσεις και στοιχειώδη προετοιμασία, ενώ παραπέμπονταν στο μέλλον όποιες προτάσεις ή και προσπάθειες γίνονταν για την καλύτερη οργάνωση τους. Αυτός ο τρόπος λειτουργίας οδηγούσε σε ευκαιριακές συζητήσεις για το κυβερνητικό έργο και επέφερε αποστασιοποίηση από τα διλήμματα και τις ανάγκες της συμμετοχής μας σε αυτό.
Χαλαρή σχέση των βασικών ομάδων ευθύνης του κόμματος που εμπλέκονταν στο κυβερνητικό έργο. Δε δομήθηκαν διαδικασίες σύνδεσης μεταξύ των οργάνων και των τομέων του κόμματος, της κοινοβουλευτικής ομάδας και όσων μας εκπροσωπούσαν στην κυβέρνηση.
Τα κομματικά στελέχη ασκούσαν κυρίως μια επικοινωνιακή διαχείριση της συμμετοχής, η κοινοβουλευτική ομάδα καλούνταν να ψηφίσει δύσκολα μέτρα χωρίς συχνά να έχει ικανοποιητική πληροφόρηση και συμμετοχή και όσοι συμμετείχαν στην κυβέρνηση δρούσαν χωρίς σταθερή διασύνδεση και στήριξη από το κόμμα.
Αργά αντανακλαστικά του κόμματος και απουσία ενεργού παρέμβασης στην καθημερινή ροή του κυβερνητικού έργου.
Έλλειψη ενός σχεδίου παρεμβάσεων στο κοινοβούλιο με σαφείς πολιτικές στοχεύσεις μεταρρυθμιστικού χαρακτήρα, με χαρακτηριστικότερη έκφραση τη μη κατάθεση προτάσεων νόμου για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Απουσία μιας επαρκούς δομής επικοινωνίας και επικοινωνιακή ανεπάρκεια με κύρια στοιχεία: Αδυναμία ανάδειξης των αποτελεσμάτων που επιτυγχάναμε, των προτάσεων μας και των διαφωνιών μας. Σποραδική και όχι συστηματική δημόσια διατύπωση αυτοτελούς λόγου του κόμματος και ελλιπής ενημέρωση προς τα στελέχη και τα μέλη. Μη ομογενοποιημένη και ενιαία προβολή των θέσεων του κόμματος, με αποτέλεσμα η κοινωνία να βλέπει τη ΔΗΜΑΡ ως ένα κόμμα που ο καθένας λέει και πράττει ως «πεφωτισμένο άτομο». Μη σταθερή ενημέρωση των μελών μας και ασχεδίαστες επαφές με τις οργανώσεις των πολιτών
Αυτές οι υποκειμενικές αδυναμίες του κόμματος υπήρξαν μέσα σε ένα δύσκολο περιβάλλον δυσμενών αντικειμενικών παραμέτρων για την προώθηση της δικής μας πολιτικής πρότασης μέσα από το κυβερνητικό έργο, όπως: οι αρνητικοί πολιτικοί συσχετισμοί και η δυνατότητα των δύο άλλων εταίρων να έχουν πλειοψηφία χωρίς εμάς, οι περιορισμοί της οικονομικής κρίσης και οι προϋπάρχουσες δεσμεύσεις της χώρας. Αυτός ο συνδυασμός δυσμενών αντικειμενικών παραμέτρων και υποκειμενικών αδυναμιών τροφοδότησε σταδιακά μια αίσθηση υστέρησης και αυτή με τη σειρά της οδήγησε σε αποθάρρυνση και μείωση της παρέμβασης στο κυβερνητικό έργο.
Β) Οι αιτίες για την ύπαρξη και διατήρηση των οργανωτικών αδυναμιών
α) Οι προϋπάρχουσες της κυβερνητικής συμμετοχής αδυναμίες της κομματικής δομής
Στη ΔΗΜΑΡ προϋπήρχαν θεμελιακού χαρακτήρα αδυναμίες στην κομματική δομή και λειτουργία που απέκτησαν μεγαλύτερη βαρύτητα όταν κλήθηκε να αναλάβει καθήκοντα κυβερνητικού εταίρου. Τέτοιες ήταν:
Η άγνοια κυβερνητικών διαδικασιών και ειδικότερα διαδικασιών σχεδιασμού και διοίκησης δημόσιων πολιτικών.
Η συγκρότηση της ως κόμμα γνώμης και όχι εφαρμοσμένης πολιτικής, που επειδή βρισκόταν στην αντιπολίτευση αισθανόταν επάρκεια από τη διατύπωση γενικών πολιτικών ιδεών χωρίς πλήρη συναίσθηση της υποχρέωσης διατύπωσης εξειδικευμένων προτάσεων πολιτικής.
Η λειτουργία των οργάνων και των κομματικών οργανώσεων κυρίως με σχολιασμό της πολιτικής και παράθεση αρχικών ιδεών και όχι με στοχεύσεις, δράσεις και παραγωγή αποτελεσμάτων.
Η λειτουργία ως κόμμα χωρίς κατεκτημένη τη συλλογικότητα στους στόχους , τις διαδικασίες και τη δημόσια έκφραση.
β) Ο τρόπος εισόδου στην κυβέρνηση συνεισέφερε στη διατήρηση των αδυναμιών
Οι προαναφερόμενες αδυναμίες οδήγησαν σε παντελή έλλειψη ετοιμότητας του κομματικού μηχανισμού για ανταπόκριση στο ρόλο του κυβερνητικού εταίρου. Αν σε αυτές προστεθεί το αρχικό λάθος της εισόδου στην κυβέρνηση με μοντέλο μειωμένου ρόλου (τοποθέτηση μη πολιτικών στελεχών γεγονός που αντικειμενικά δημιούργησε μια σχέση μειωμένης υποχρέωσης συντονισμού μεταξύ αυτών και του κόμματος καθώς και μη διασφάλιση των διαδικασιών συντονισμού μεταξύ των κυβερνητικών κομμάτων) εξηγείται (χωρίς βεβαίως και να δικαιολογείται) η ελλιπής κατανόηση της ανάγκης άμεσα να εμπεδωθούν κομματικές διαδικασίες συντονισμού για την παρέμβαση μας στο κυβερνητικό έργο.
γ) Οι λανθασμένες αντιλήψεις περί κυβερνητικής συμμετοχής.
Παρά το ότι δεν υπήρξαν οι οργανωτικές προϋποθέσεις στην πρώτη φάση της κυβερνητικής μας συμμετοχής, αυτό δεν επιχειρήθηκε ούτε βεβαίως επιτεύχθηκε και στη συνέχεια. Πιστεύω ότι οι λόγοι ήταν οι εξής:
Προσαρμόστηκαν οι διαδικασίες παραγωγής πολιτικής, παρέμβασης και δημόσιας εκπροσώπησης του κόμματος, στους περιορισμούς (σε ικανότητες, εμπειρίες και γνώσεις) που προϋπήρχαν στο κόμμα και τα ηγετικά του στελέχη. Αντίθετα αυτές οι διαδικασίες έπρεπε να ανασυγκροτηθούν με βάση τις πραγματικές απαιτήσεις του νέου μας κυβερνητικού ρόλου, αξιοποιώντας τα μέλη και ανθρώπους της ευρύτερης επιρροής του κόμματος με ειδικές γνώσεις και ρόλο και στην κοινωνία.
Καθιερώθηκε μια λογική λειτουργίας :”βλέποντας και κάνοντας” με στόχο περισσότερο την αποτροπή ρυθμίσεων παρά την ενεργό διεκδίκηση λύσεων που εμείς προκρίναμε.
Κατανοήθηκε η κυβερνητική συμμετοχή κυρίως ως εκφώνηση πολιτικού λόγου και όχι υλοποίηση ενός συνεκτικού προγράμματος παρεμβάσεων με διακριτές πολιτικές στοχεύσεις.Υπερεκτιμήθηκε η παρουσία στα ΜΜΕ – που μάλιστα αφορούσε σχετικά μικρό αριθμό στελεχών μας –       και υιοθετήθηκε μια επικοινωνιακή διαχείριση των θεμάτων συμμετοχής μας στην κυβέρνηση αντί να υπάρξει επικέντρωση στα αποτελέσματα που παράγονταν στη ζωή των πολιτών από αυτήν την συμμετοχή .
Ο πολιτικός μας λόγος συχνά θεωρήθηκε ότι μπορεί να έχει χαρακτήρα γενικής διακήρυξης ιδεών ή δημοσιογραφικής κριτικής.
Αρκετά στελέχη που συμφωνούσαν με τη συμμετοχή μας είτε θεωρούσαν ότι το πολιτικό σχέδιο του μνημονίου ήταν κατάλληλο οπότε δεν χρειαζόταν κάτι επιπλέον από την υποστήριξη του είτε θεωρούσαν ότι έφτανε μια γενική υποστήριξη του κυβερνητικού έργου με ταυτόχρονη αντιπαράθεση στον ΣΥΡΙΖΑ.
Άλλα στελέχη που διαφωνούσαν με τη συμμετοχή στην κυβέρνηση έκαναν προτάσεις γενικών αρχών και ιδεολογικού χαρακτήρα.
ΚΑΙ στις δύο περιπτώσεις ΔΕΝ προωθούνταν όμως επεξεργασμένες πολιτικές προτάσεις που θα διαμόρφωναν το ζητούμενο διακριτό στίγμα της Δημοκρατικής Αριστεράς.
Εμφιλοχώρησε σταδιακά εντός του κόμματος μια αντίληψη απόλυτου κυβερνητισμού.Χαρακτηριστικό είναι ότι ένα τμήμα των δυνάμεων μας μετέτρεψε σε ταυτοτικό στοιχείο της ΔΗΜΑΡ τη συμμετοχή της στην κυβέρνηση με τη Ν.Δ και το ΠΑΣΟΚ.
Υποτιμήθηκε η ανάγκη τα στελέχη και τα μέλη μας να πληροφορούνται και να συμμετέχουν ουσιαστικά στη λήψη των αποφάσεων με αποτέλεσμα να περιορίζονται στο ρόλο του θεατή των τηλεοπτικών παρεμβάσεων των στελεχών μας, ενώ δεν έλειψε και το φαινόμενο της προκαταβολικής δέσμευσης του κόμματος μέσα από τοποθετήσεις στα ΜΜΕ χωρίς να υπάρχει προηγούμενη συζήτηση στα όργανα.
Επικράτησε μια αντίληψη προώθησης αλλαγών αποκλειστικά από τα πάνω χωρίς την ενεργοποίηση των πολιτών.Υποτιμήθηκαν πλήρως οι κοινωνικοί αγώνες και κάθε προσπάθεια για τον επηρεασμό των στόχων και των αιτημάτων τους. Υποτιμήθηκαν ακόμη και οι σχέσεις με ομάδες ενεργών πολιτών που σε διάφορους χώρους επιχειρούσαν νέες προσεγγίσεις και κινηματικές δράσεις που υπερέβαιναν τις παθογένειες της μεταπολίτευσης.
Απουσίασε κάθε διαδικασία εσωτερικής αξιολόγησης και αποκλειστικό κριτήριο της εκτίμησης για ανθρώπους και πράγματα ήταν η συμφωνία στην ιδιαίτερη πολιτική άποψη, γεγονός που επέφερε τη μη ορθή αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού.
Καθιερώθηκε η εικόνα προεδροκεντρικού κόμματος. Η αξιοποίηση της δημοφιλίας του προέδρου βοήθησε στην πρώτη φάση αλλά στη συνέχεια όταν η πολιτική διαπάλη πέρασε από τους μείζονες εθνικούς στόχους σε ζητήματα «θεματικής πολιτικής» στα οποία και απαιτούνταν επεξεργασίες και δημόσιες παρεμβάσεις πολλών προσώπων, η παρουσία του προέδρου χωρίς ισχυρή ομάδα συνεργατών ΔΕΝ επέτρεπε την εκπομπή της εικόνας ενός κόμματος ικανού να παρεμβαίνει σε πολλούς τομείς.
Για όλους αυτούς τους λόγους, δε στάθηκε δυνατή η δημιουργία των απαραίτητων οργανωτικών προϋποθέσεων για την εκπλήρωση του κυβερνητικού μας ρόλου. Αυτό σε αλληλεπίδραση με τις πολιτικές αδυναμίες που παρουσιάσαμε οδήγησαν στο να εκτιμηθεί από τους πολίτες η κυβερνητική παρουσία μας ως ανεπιτυχής.
Είναι προφανές και αυταπόδεικτο ότι όσοι βρεθήκαμε σε θέση ευθύνης στον ένα χρόνο της κυβερνητικής συμμετοχής έχουμε συλλογική και ατομική ευθύνη για τις αδυναμίες που παρουσιάστηκαν.

 

Θέμα επικαιρότητας:
Μετά τις ευρωεκλογές 2014

Σύνολο: 10 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι