Σπασμένοι κουμπαράδες

Γιάννης Παπαθεοδώρου, dim/art, 20/10/2014

Μία από τις παράπλευρες απώλειες της κρίσης ήταν και η κρίση του «πολιτικού πολιτισμού». Σε μια εποχή που η εθνική ανασυγκρότηση απαιτούσε μια κουλτούρα συνεργασιών και συναίνεσης, το πολιτικό σύστημα απέδειξε ότι δεν διαθέτει τις απαραίτητες δυνάμεις για μια δημιουργική επανεκκίνηση. Τις τελευταίες ημέρες παρακολουθούμε με περισσή ανησυχία και δικαιολογημένη αποστροφή το παιχνίδι του «μικρού δικομματισμού» να ανεβάζει την πολιτική θερμοκρασία της πόλωσης. Ο ΣΥΡΙΖΑ επινοεί «θεωρίες συνωμοσίας» και καταγγέλλει μεγαλοεπιχειρηματίες, εκδότες, συμφέροντα και αργυρώνητους βουλευτές, που γεμίζουν τους «κουμπαράδες» τους με κίνητρο την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας. Η ΝΔ ανταπαντά με μια φοβική δαιμονοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ, παρουσιάζοντας την αξιωματική αντιπολίτευση ως ένα επικίνδυνο κόμμα που ποντάρει αποκλειστικά στην πολιτική ανωμαλία και «απειλεί το μέλλον των παιδιών μας».

Καθώς απουσιάζει η προγραμματική αντιπαράθεση για την έξοδο από την κρίση, τα «τοξικά απόβλητα» της πόλωσης αναλαμβάνουν να καλύψουν το κενό της πολιτικής. Είναι σαφές πως αν αυτό το σκηνικό συνεχιστεί, τότε σύντομα το πολιτικό σύστημα μπορεί να βρεθεί σε μια παρακμή που ενισχύει, εντέλει, τους εχθρούς της δημοκρατίας. Αφήνοντας ελεύθερο το πεδίο στα άκρα, ο «μικρός δικομματισμός» καθιστά ακόμη πιο ευάλωτη δημόσια σφαίρα. Με πρόσχημα τις δημοσκοπήσεις, τις φήμες και το φάντασμα του «Τσιριμώκου», εκδηλώνεται σήμερα μια κατευθυνόμενη υπονόμευση του ανώτατου πολιτειακού θεσμού : του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο ΣΥΡΙΖΑ, το ΚΚΕ, οι ΑΝΕΛ – και προσφάτως, δυστυχώς, και η ΔΗΜΑΡ – επέλεξαν την παλαιοκομματική «προκαταβολική άρνηση» της συναίνεσης γύρω από το πρόσωπο του Προέδρου της Δημοκρατίας, μετατρέποντας, έτσι, συνειδητά την «προεδρολογία» σε «εκλογολογία». Κι όμως∙ κάπως αλλιώς τα είχε σκεφτεί τα πράγματα ο νομοθέτης προσδιορίζοντας συνταγματικά το αρχικό άθροισμα της εκλογής του ΠτΔ. Γιατί αυτό το άθροισμα δεν είναι απλώς το κόλπο της επιβίωσης μιας κυβερνητικής πλειοψηφίας ούτε το όχημα για ένα βιαστικό «ρεσάλτο» της αντιπολίτευσης στην εξουσία αλλά η αποκρυστάλλωση μιας συναινετικής διαδικασίας που διευκολύνει την εθνική συνεννόηση με ένα συμβολικό τρόπο.

Και βέβαια, ο ίδιος νομοθέτης προέβλεψε ιεραρχικά όλες εκείνες τις διαδικασίες που θα οδηγούσαν και σε μια δεύτερη εκδοχή αυτής της διαδικασίας : στον «επόμενο» Πρόεδρο από μια «επόμενη» Βουλή. Στη συγκεκριμένη φάση που διανύει η χώρα, αυτό θα σήμαινε βέβαια μια αιφνίδια περιπέτεια με πρόωρες και ενδεχομένως επαναληπτικές εκλογές. Ο Πρόεδρος της «επόμενης βουλής» – αν και όποτε θα συγκέντρωνε αυτή τη δεύτερη μερική πλειοψηφία – θα ήταν πιθανώς το σύμβολο ενός νέου «εθνικού διχασμού», με μειωμένο εθνικό ακροατήριο. Τέτοιο Πρόεδρο θέλουμε, άραγε ;

Προφανώς η εκλογή Προέδρου από αυτή τη Βουλή δεν θα λάβει χώρα μέσα σε «πολιτικό κενό». Η παρούσα κυβέρνηση έχει κάνει πράγματι ό,τι μπορεί για στερήσει από τους πολίτες την προοπτική για μια δίκαιη κατανομή των βαρών της κρίσης. Η χώρα, ωστόσο, βρίσκεται ήδη σε μια αρκετά κρίσιμη καμπή που δεν επιτρέπει ούτε λαϊκιστικές υποτροπές ούτε εκβιαστικά διλήμματα. Η μεταμνημονιακή εποχή οφείλει να ξεκινήσει με ένα νέο συναινετικό συμβόλαιο ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις του δημοκρατικού τόξου. Και βέβαια, η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας καλό θα ήταν να σηματοδοτήσει ταυτόχρονα την ύπαρξη ενός νέου σχεδίου ανασυγκρότησης της χώρας, τις αλλαγές στο πολιτικό σύστημα, την επαναδιαπραγμάτευση του χρέους και τους νέους μεταρρυθμιστικούς στόχους.

Ακριβώς για αυτό το λόγο, η συνετή χρήση του θεσμού επιβάλλει την εκλογή Πρόεδρου της Δημοκρατίας από τον ευρύτερο προοδευτικό χώρο. Είναι η μόνη επιλογή που εξασφαλίζει την πολιτική σταθερότητα, διαμορφώνει έναν «ιδεολογικό δυϊσμό» ανάμεσα στον Πρόεδρο και στον νυν Πρωθυπουργό, ενώ παράλληλα θα μπορούσε να επιταχύνει τις πολιτικές διαδικασίες για μια ισχυρή κεντροαριστερά με στόχο την προοδευτική διακυβέρνηση. Καμία προοδευτική διακυβέρνηση, ωστόσο, δεν μπορεί φτιαχτεί με τη λάσπη της άθλιας προπαγάνδας και την έκθεση της οικονομίας σε νέους κινδύνους. Η σχέση της πολιτικής με τον πολιτισμό είναι οργανική. Και αν τελικά, η πολιτική σχετίζεται και με τη διαχείριση των συμβόλων, καλό είναι να θυμόμαστε πως το ανώτατο σύμβολο μιας δημοκρατίας δεν πρέπει να το βάλουμε στα ζάρια των δημοσκοπήσεων.

Όσοι σήμερα τρέχουν να μαζέψουν τα κέρματα από τους «σπασμένους κουμπαράδες», γρήγορα θα αντιληφθούν ότι οι θεσμοί δεν προσφέρονται για ευκαιριακά κομματικά ταμεία. Γιατί οι θεσμοί εκδικούνται όσους παίζουν με τους θεσμούς και τα φαντάσματα εκδικούνται όσους παίζουν με τα φαντάσματα. Την τελευταία εβδομάδα, πάντως, πίστεψα πως το φάντασμα του «Αυριανισμού» είναι εδώ.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι