Πρόχειρη του Καραμανλή, ανούσια του Βενιζέλου

Γιώργος Σωτηρέλης, Συνέντευξη στον Χρήστο Ζέρβα, 23/01/2006

Απογοητευτική, πρόχειρη, αποσπασματική, χωρίς πολιτική έμπνευση χαρακτηρίζει την κυβερνητική πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος, ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, Γ. Σωτηρέλης.

Γ. Σωτηρέλης: «Πρόχειρη πρόταση που δεν προσφέρει απολύτως τίποτα στο πολιτικό μας σύστημα»

Σε συνέντευξή του στην «Ε», αποδίδει «εσκεμμένη αοριστία» στις κυβερνητικές θέσεις με σκοπό την «εξυπηρέτηση πελατειακών και στυγνών ιδιωτικών συμφερόντων». Εγκαλεί μάλιστα τον πρωθυπουργό ότι στο κρίσιμο θέμα των σχέσων Κράτους-Εκκλησίας απέφυγε τη ρήξη με ένα από τα πιο σκληρά κοινωνικά και πολιτικά κατεστημένα, προσχωρώντας στη... φιλελεύθερη θέση: «Ο,τι πει η Εκκλησία, δηλαδή ο κ. Χριστόδουλος»!

Θεωρεί προβληματικές ή και επικίνδυνες τις προτάσεις για το καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων (η αοριστία αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο για μελλοντική άρση της μονιμότητας), την ίδρυση ιδιωτικών ΑΕΙ, τον αποχαρακτηρισμό των δασικών εκτάσεων και τη λειτουργία Συνταγματικού Δικαστηρίου.

Κάλεσμα στο ΠΑΣΟΚ

Ο κ. Σωτηρέλης αφού χαρακτηρίζει άνευρη, άτολμη, ανούσια και πολιτικά αποκαρδιωτική και την προηγούμενη αναθεώρηση Βενιζέλου, καλεί το ΠΑΣΟΚ να πάρει τολμηρές πρωτοβουλίες. Ο ίδιος προτείνει: αποεκκλησιαστικοποίηση του Κράτους (και αποκρατικοποίηση της Εκκλησίας), ενίσχυση των συμμετοχικών θεσμών και της άμεσης δημοκρατίας (δημοψηφίσματα, νέοι θεσμοί ΟΤΑ) και συνταγματική κατοχύρωση του ελάχιστου ορίου αξιοπρεπούς διαβίωσης, ως απάντηση στις ανεξέλεγκτες πολιτικές της αγοράς και της «παγκοσμιοποίησης».

Η δημόσια συζήτηση για την επικείμενη αναθεώρηση μόλις έχει ανοίξει και η συμβολή των υπεύθυνων επιστημόνων σε αυτήν αποδεικνύεται χρήσιμη και αποκαλυπτική.

Αναλυτικά η συνέντευξη του κ. Σωτηρέλη, έχει ως εξής:

**Πώς κρίνετε την πρόταση της κυβέρνησης;

* «Εν πρώτοις θέλω να διευκρινίσω ότι η αξιολόγηση μιας πρότασης για την αναθεώρηση του Συντάγματος δεν είναι ένα ζήτημα τεχνοκρατικό αλλά βαθύτατα πολιτικό. Η συνταγματική πολιτική των κομμάτων αποτελεί ένα πεδίο στο οποίο δοκιμάζεται έντονα όχι μόνον η αξιοπιστία των θέσεών τους αλλά και η πολιτική τους σοβαρότητα, καθώς οι συνεχείς μεταβολές του Συντάγματος, ιδίως αν γίνονται άκριτα και βεβιασμένα, τραυματίζουν το κύρος του και ευτελίζουν τη λειτουργία του. Αξιολογώντας λοιπόν υπό αυτό το πρίσμα την πρόταση του πρωθυπουργού, το αποτέλεσμα είναι άκρως απογοητευτικό, τόσο σε σχέση με τις προεκλογικές μεγαλοστομίες περί "επανίδρυσης του κράτους" όσο και σε σχέση με προσδοκίες που καλλιεργήθηκαν. Είναι μια πρόταση πρόχειρη και αποσπασματική, χωρίς πολιτική έμπνευση και αξιακή φόρτιση, που δεν έχει να προσφέρει απολύτως τίποτε στο πολιτικό μας σύστημα. Παράλληλα όμως η εσκεμμένη αοριστία της φαίνεται να εγκυμονεί και σοβαρούς κινδύνους για συντηρητική οπισθοδρόμηση, με κίνητρο την εξυπηρέτηση είτε πελατειακών και μικροκομματικών αναγκών είτε ιδιωτικών συμφερόντων. Ως εκ τούτου απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή ως προς το ποιες διατάξεις θα κριθούν αναθεωρητέες, διότι κανείς δεν γνωρίζει τι θα αποφασίσει τελικά, μετά τις εκλογές, η αναθεωρητική Βουλή (όπως π.χ. συνέβη, στην προηγούμενη, με την αιφνιδιαστική ψήφιση του επαγγελματικού ασυμβιβάστου...)».

**Ποια σημεία σας προβληματίζουν περισσότερο;

* «Σχεδόν όλα, θα μπορούσα να πω. Εν πρώτοις θέλω να επισημάνω, ως στοιχείο αναξιοπιστίας των θεσμών μας, το ότι οι προτάσεις για το επαγγελματικό ασυμβίβαστο των βουλευτών και για τον βασικό μέτοχο, αποτελούν απλώς διόρθωση λαθών της προηγούμενης αναθεώρησης. Κατά τα άλλα, τα περισσότερα ερωτηματικά προκαλούν, ιδίως:

Α. Η πρόταση για το καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων, η οποία δεν φαίνεται μεν εκ πρώτης όψεως να συνιστά απειλή για τη μονιμότητα αλλά η περιρρέουσα ατμόσφαιρα προκαλεί εύλογο προβληματισμό: αφού δεν προσθέτει απολύτως τίποτε στην ισχύουσα διάταξη, γιατί προτείνεται; Μήπως για να κριθεί αναθεωρητέα η σχετική διάταξη του άρθρου 103Σ και στη συνέχεια να μείνει ανοικτός ο δρόμος για την άρση της μονιμότητας, όπως άλλωστε υπονοούν -προφανώς όχι με δική τους πρωτοβουλία-οι προσκείμενες στην κυβέρνηση εφημερίδες; Θα μπορούσε βέβαια να αναρωτηθεί κανείς: γιατί να μην υπάρξει σχετική συζήτηση; Η απάντηση είναι απλή: πρώτον διότι δεν πρόκειται για μείζον πρόβλημα του διοικητικού μας συστήματος και δεύτερον διότι με δεδομένη τη νοοτροπία που εξακολουθεί να επικρατεί στη χώρα μας, είναι βέβαιο ότι η εν λόγω άρση θα αποτελέσει το επιστέγασμα όχι μιας μεταρρυθμιστικής πολιτικής -όπως κόπτεται η Ν.Δ.- αλλά του κομματισμού και της μικροπολιτικής...

Β. Ανάλογος είναι και ο προβληματισμός για την πρόταση που αφορά την τροποποίηση του σχετικού με την προστασία του περιβάλλοντος άρθρου 24Σ. Αμφιβάλλει κανείς ότι πίσω από την πρόταση βρίσκεται η προσπάθεια εξυπηρέτησης στυγνών οικονομικών συμφερόντων που έχασαν εν πολλοίς την μάχη στην προηγούμενη αναθεώρηση -παρότι πολλοί έτειναν και τότε ευήκοον ους...- και επανέρχονται δριμύτερα;

Γ. Ποιο είναι το νόημα της τροποποίησης του άρθρου 16Σ για την ανώτατη εκπαίδευση; Υπήρξε έως τώρα καμία πρόταση από σοβαρό μη κερδοσκοπικό πανεπιστήμιο του εξωτερικού που παρεμποδίσθηκε από το ισχύον καθεστώς; Ή χρειάζεται αναθεώρηση για να ιδρύσει πανεπιστήμιο η Τοπική Αυτοδιοίκηση ή η ΓΣΣΕ ή ο ΣΕΒ; Είναι άλλο το ζήτημα της προσαρμογής στα ευρωπαϊκά δεδομένα, που πρέπει να γίνει με το μικρότερο δυνατό θεσμικό κόστος, και άλλο το να επιζητείται η άρση των συνταγματικών φραγμών για να μετατραπούν τα λειτουργούντα -είτε αυτοτελώς είτε ως παραρτήματα- ιδιωτικά ΙΕΚ σε ψευδεπίγραφα πανεπιστήμια...

Δ. Πού αποσκοπεί η πρόταση για την καθιέρωση, για πρώτη φορά στη χώρα μας, Συνταγματικού Δικαστηρίου; Αν πρόκειται για μια απλή μετεξέλιξη του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, με κάποια διεύρυνση των αρμοδιοτήτων του, θα μπορούσε να το συζητήσει κανείς. Αν όμως, όπως φαίνεται, η στόχευση είναι να παρακαμφθούν έντεχνα τα ανώτατα δικαστήρια στη χώρα μας (και ιδίως το Συμβούλιο της Επικρατείας) και να καταργηθεί το -πλέον δημοκρατικό- σύστημα του παρεμπίπτοντος και διάχυτου ελέγχου της συνταγματικότητας, που ισχύει παραδοσιακά στη χώρα μας, τότε η αντιμετώπιση πρέπει να είναι εξ ορισμού αρνητική...».

**Ποια είναι η γνώμη σας για την προηγούμενη αναθεώρηση;

* «Τα κύρια χαρακτηριστικά της προηγούμενης αναθεώρησης, όπως είχα την ευκαιρία να αναλύσω σε σχετική μελέτη μου («Σύνταγμα και Δημοκρατία στην εποχή της "παγκοσμιοποίησης"», Αντ. Σάκκουλας, 2000), ήταν το άχρωμο και άτολμο του όλου εγχειρήματος, με κύρια ευθύνη του ΠΑΣΟΚ. Πράγματι, ενώ υπήρχε η αναγκαία πλειοψηφία για την προώθηση ριζοσπαστικών αλλαγών, επιλέχθηκε η τακτική της σύγκλισης προεχόντως με τις -άτολμες και τότε- προτάσεις της Ν.Δ. Το αποτέλεσμα ήταν πολιτικά αποκαρδιωτικό. Δέσμιος ποικίλων πελατειακών και κοντόφθαλμων επιλογών, ο αναθεωρητικός νομοθέτης αποδείχθηκε κατώτερος των περιστάσεων, επιλέγοντας την αδράνεια και την φυγομαχία.

Και ξεχείλωμα διατάξεων

Ετσι η αναθεώρηση, παρά την μεγάλη έκτασή της -που οδήγησε μάλιστα συχνά σε ένα επικίνδυνο ξεχείλωμα των σχετικών διατάξεων- κινήθηκε σε μια απλώς διαχειριστική λογική, με ορθές κατά βάση αλλά ήσσονος σημασίας διευθετήσεις. Επισημαίνουμε βέβαια ότι μια συνταγματική αναθεώρηση δεν αποτελεί από μόνη της απάντηση στα υπαρξιακά προβλήματα του πολιτικού μας συστήματος. Ωστόσο, θα είχε μεγάλη σημασία, ουσιαστικά και συμβολικά, να φανεί ότι ο χώρος της πολιτικής αποτολμά τομές και ρήξεις με κατεστημένες νοοτροπίες και πρακτικές, ενεργοποιώντας τα κουρασμένα αντανακλαστικά της και οργανώνοντας τις αναγκαίες άμυνες και αντιστάσεις της δημοκρατίας απέναντι στους κινδύνους της "παγκοσμιοποίησης" και της "νέας τάξης".

Με βάση τα όσα λέχθηκαν, το ΠΑΣΟΚ έχει σήμερα μια σημαντική ευκαιρία να επανορθώσει, ξεφεύγοντας από τον στείρο "απολογητισμό", στον οποίο επιχειρεί να το σύρει ο κ. Βενιζέλος -υπεραμυνόμενος ευλόγως της "δικής του" άνευρης και ανούσιας αναθεώρησης...- και αναλαμβάνοντας τολμηρές πρωτοβουλίες, που θα δίνουν συγκεκριμένο νόημα και περιεχόμενο σε μια σύγχρονη μεν αλλά και πραγματικά προοδευτική πολιτική...».

**Ποιες θα μπορούσαν να είναι αυτές οι πρωτοβουλίες;

* «Αφού επαναλάβω ότι το Σύνταγμα δεν είναι πανάκεια διά "πάσαν νόσον" του πολιτικού μας συστήματος, θα επιχειρήσω να συνοψίσω τις σπουδαιότερες από τις προτάσεις που θεωρώ ότι αποτελούν, κατά την προαναφερθείσα μελέτη μου, την ατζέντα μιας πράγματι μεταρρυθμιστικής συνταγματικής πολιτικής:

Η πρώτη, βέβαια, είναι ο χωρισμός Κράτους-Εκκλησίας, τον οποίο ο πρωθυπουργός απέφυγε και πάλι να αγγίξει, επιμένοντας, και σε αυτήν την αναθεώρηση, στην -πράγματι φιλελεύθερη...- θέση: ό,τι πει η επίσημη Εκκλησία (δηλ. ο κ. Χριστόδουλος)...

Πρέπει να σας πω ότι είμαι πολύ απογοητευμένος από αυτήν την απόφαση του πρωθυπουργού. Ηθελα να πιστεύω ότι παρά την επιεικώς ατυχή στάση του στο θέμα των ταυτοτήτων θα είχε το θάρρος να επιχειρήσει ρήξη με ένα από τα σκληρότερα κοινωνικά και πολιτικά κατεστημένα στη χώρα μας, που έχει επιβάλει την ερμηνεία του άρθρου 3, περί "επικρατούσας θρησκείας", υπό το πρίσμα των δικών του θεοκρατικών αντιλήψεων, καθιστώντας το τροχοπέδη της θρησκευτικής ελευθερίας και φόβητρο της πολιτικής μας ζωής.

Δυστυχώς βέβαια ούτε το ΠΑΣΟΚ έχει καθαρές θέσεις, καθώς είχε εγκλωβισθεί, για μεγάλο διάστημα, στα προσχήματα και τις υπεκφυγές που κυριάρχησαν στην προηγούμενη αναθεώρηση (οπότε χάθηκε χρυσή ευκαιρία να ξεπερασθεί ο μόνος σοβαρός αναχρονισμός που παρέμεινε στο Σύνταγμα του 1975).

Ελπίζω ότι η σημερινή του ηγεσία θα επιμείνει στην ανάδειξη του θέματος, διατυπώνοντας μια ολοκληρωμένη πρόταση που θα αποβλέπει, με όρους τιμής και σεβασμού στην θρησκευτική μας παράδοση, τόσο στην αποεκκλησιαστικοποίηση του Κράτους όσο και στην αποκρατικοποίηση της Εκκλησίας...».

**Και οι άλλες δύο κατηγορίες αλλαγών;

* «Το δεύτερο πεδίο στο οποίο θα έπρεπε να κινηθεί μια τολμηρή αναθεωρητική πρόταση είναι η ενίσχυση της λαϊκής κυριαρχίας και των συμμετοχικών μας θεσμών, ως αντίβαρο στην σοβούσα κρίση αντιπροσώπευσης του πολιτικού μας συστήματος.

Η πρώτη επιβαλλόμενη μεταρρύθμιση είναι ο εμβολιασμός της πολιτικής μας ζωής με θεσμούς άμεσης δημοκρατίας. Το προβλεπόμενο σήμερα δημοψήφισμα είναι γράμμα νεκρό. Χρειάζεται μια ουσιαστική κατοχύρωση του θεσμού, ώστε η σχετική πρωτοβουλία να ανήκει, πέρα από την κυβέρνηση, τόσο στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, όπως ίσχυε πριν από την αναθεώρηση του 1986, όσο και στον ίδιο τον λαό, με συγκέντρωση συγκεκριμένου αριθμού υπογραφών (αλλά και με ορισμένες εγγυήσεις, ιδίως ως προς την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων).

Ιδιαίτερη έμφαση, μάλιστα, πρέπει να δοθεί στα δημοψηφίσματα για σοβαρούς περιορισμούς της εθνικής κυριαρχίας, περιλαμβανομένων και αυτών που ανακύπτουν στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ενοποίησης, η οποία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν υπόθεση των ειδημόνων και των τεχνικών της εξουσίας -όπως ουσιαστικά έκανε ο πρωθυπουργός μιλώντας για το σχετικό άρθρο 28Σ- αλλά ως γνήσια έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας...

Η δεύτερη πτυχή της ενίσχυσης των συμμετοχικών μας θεσμών συνδέεται με την αναβάθμιση και την τόνωση της αξιοπιστίας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, η οποία πρέπει να καταστεί σαφές ότι αποτελεί αναπόσπαστο μέρος -και όχι "πτωχό συγγενή"- του πολιτικού και διοικητικού μας συστήματος. Στην τελευταία αναθεώρηση έγιναν βήματα, τα οποία όμως παρέμειναν αναξιοποίητα.

Το ζητούμενο λοιπόν είναι πλέον να γίνουν τροποποιήσεις που θα επιβάλουν δεσμευτικά τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις, με επίκεντρο τη διασφάλιση της οικονομικής αυτοδυναμίας των ΟΤΑ, την πρόβλεψη αποτελεσματικών θεσμών διαφάνειας και ελέγχου και την αναδιοργάνωση του δεύτερου βαθμού (περιφερειακή και μητροπολιτική αυτοδιοίκηση).

Επ’ αυτών το Επιστημονικό Συμβούλιο του Ινστιτούτου Τοπικής Αυτοδιοίκησης, του οποίου έχω την τιμή να είμαι μέλος, θα υποβάλει συγκεκριμένες προτάσεις.

Τελευταίο αλλά όχι λιγότερο σημαντικό ζήτημα είναι αυτό της συνταγματικής θωράκισης της κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης, που υφίστανται πλέον μια συνεχή υπονόμευση από τις δυνάμεις της αγοράς.

Στην τελευταία αναθεώρηση έγινε ένα σημαντικό βήμα, με τη ρητή καθιέρωση του κοινωνικού κράτους, η οποία όμως έπρεπε να συμπληρωθεί με την κατοχύρωση ενός ελαχίστου ορίου αξιοπρεπούς διαβίωσης. Ο όρος είναι κατά πολύ ευρύτερος του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, που συζητείται κατά καιρούς, διότι μπορεί να συμπεριλαμβάνει κάθε είδους παροχές και μέτρα κοινωνικής προστασίας.

Ως εκ τούτου μια τέτοια τροποποίηση μπορεί να αποτελέσει το υπόβαθρο όλων των επί μέρους κοινωνικών δικαιωμάτων, ενισχύοντας τον δεσμευτικό χαρακτήρα τους, καθιστώντας έτσι περισσότερο απτή και διεκδικήσιμη -πολιτικά και δικαστικά- την κοινωνική δικαιοσύνη».

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι