Μερικές σκέψεις για την ήττα, εν όψει του συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ: Δεν έλειψε το Plan B, το Plan A έλειψε...

Αλέξης Οικονομίδης, Αυγή, 08/10/2016

Παρ’ ότι επί ενάμιση χρόνο ζούμε καταστάσεις απολύτως πρωτότυπες, πολλά από αυτά που έχουν συμβεί ήταν προβλέψιμα, αν όχι ως βέβαιες εξελίξεις, τουλάχιστον ως πιθανές εκδοχές του μέλλοντος

Πρώτον: Είναι διάχυτη η άποψη ότι η επώδυνη κατάληξη της πρώτης αριστερής διακυβέρνησης οφείλεται στο γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε εγκαίρως επεξεργασθεί ένα εναλλακτικό σχέδιο, ένα Plan B. Θα μου επιτρέψετε να διαφωνήσω: Αυτό που κατά τη γνώμη μου έλειψε, δεν ήταν το Plan B, αλλά κυρίως το Plan A.

Τι ακριβώς επιδίωκε η νέα κυβέρνηση στη διαπραγμάτευση με τους θεσμούς; Τι ήθελε οπωσδήποτε να διασφαλίσει και τι ήταν διατεθειμένη να δώσει; Προσωπικά, αδυνατώ να απαντήσω. Ανατρέχοντας και πάλι στους πρώτους μήνες του 2015, βρίσκουμε μια θάλασσα αντιφατικών πληροφοριών που τα ίδια πρόσωπα ανακοίνωναν ή διοχέτευαν στον Τύπο, με διαφορετικά αιτήματα για το είδος της συμφωνίας που κάθε φορά επιδίωκαν («μεγάλη», «μικρή», «γέφυρα», «ανάσα»...), με «κόκκινες γραμμές» που συνεχώς μετακινούνταν, με χρηματοδότηση που άλλοτε θέλαμε και άλλοτε όχι... Προφανώς, η προεκλογική θέση για άμεση κατάργηση των Μνημονίων και επαναδιαπραγμάτευση της δανειακής σύμβασης προσέκρουε στην πραγματικότητα και η κυβέρνηση αναζητούσε εκ των ενόντων, σπασμωδικά, έναν άλλο δρόμο.

Ποια θα ήταν η κατάληξη, αν η ελληνική πλευρά είχε εμφανιστεί στις διαπραγματεύσεις με ένα δικό της πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων -στη Διοίκηση και τη λειτουργία του κράτους, στο φορολογικό σύστημα, στις δημόσιες δαπάνες; Δεν θα το μάθουμε ποτέ, το ερώτημα εμπίπτει στον χώρο του What if- είναι πάντως οδυνηρό να διαπιστώνεις ότι το πάγιο αίτημα της Αριστεράς για μείωση των στρατιωτικών δαπανών το έθεσε στις διαπραγματεύσεις η πλευρά των δανειστών, ενώ η ελληνική προσπαθούσε να το ματαιώσει. Το ίδιο και με τον ΕΝΦΙΑ : Ενώ παρέμενε, εξίσου άδικος για τους πολλούς, παρέμενε και η εξαίρεση των εκκλησιαστικών ακινήτων που υπάγονται σε εμπορική εκμετάλλευση.

Δεύτερον: Το έλλειμμα προετοιμασίας δεν αφορούσε μόνο τη διαπραγμάτευση, αφορούσε το σύνολο των δημόσιων πολιτικών. Ο ΣΥΡΙΖΑ έφτασε στις εκλογές του Ιανουαρίου με μόνο το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, το οποίο, πέραν των άλλων προβλημάτων του, αφορούσε μόνο τα επείγοντα οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα. Ήμουν από καιρό πεπεισμένος ότι μια νέα συμφωνία με τους δανειστές ήταν αναπόφευκτη, θα ήταν πιθανόν σκληρή, γι’ αυτό και είχε μεγάλη σημασία η πολιτική στα άλλα πεδία να δημιουργεί αντίβαρα, να πείθει τους ανθρώπους ότι κάτι άλλαξε, και ότι αυτό που άλλαξε, αξίζει να το υπερασπίσουν. Συνέβη το αντίθετο. Πέραν της διαπραγμάτευσης, όλα τα άλλα πεδία πολιτικής παραδόθηκαν στις πολιτικές άλλων: Η άμυνα, με την ευρεία μάλιστα έννοια που της προσδίδει ο Π. Καμμένος, στον εθνολαϊκισμό των ΑΝ.ΕΛΛ. Η εξωτερική πολιτική, στο «πατριωτικό ΠΑΣΟΚ». Η ενέργεια, στις πιο αναχρονιστικές απόψεις υπέρ των ορυκτών καυσίμων. Τις προγραμματικές επεξεργασίες που ήδη υπήρχαν, ουδείς ενδιαφέρθηκε να λάβει υπ’ όψιν -και το χειρότερο, ούτε καν να συζητήσει. Η περίπτωση της ΕΡΤ είναι ενδεικτική. Το ίδιο και αυτή της πρόσφατης παρέμβασης στον χώρο της τηλεόρασης.

Τρίτον: Παρ’ ότι επί ενάμιση χρόνο ζούμε καταστάσεις απολύτως πρωτότυπες, πολλά από αυτά που έχουν συμβεί ήταν προβλέψιμα, αν όχι ως βέβαιες εξελίξεις, τουλάχιστον ως πιθανές εκδοχές του μέλλοντος. Ο χώρος δεν επιτρέπει την αναλυτική παράθεση επεξεργασιών, παρεμβάσεων, ομιλιών, δημόσιων εκδηλώσεων που υπήρξαν τα προηγούμενα χρόνια, για τους συσχετισμούς που διαμορφώνονταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, για τον χαρακτήρα της κρίσης και την εξέλιξη του Μνημονίου σε νέο καθεστώς, για την επαναδιεκδίκηση της έννοιας και της πρακτικής των μεταρρυθμίσεων από την Αριστερά, για την ανάγκη ενός ολιστικού προγράμματος αλλαγών. Πόσο ελήφθησαν υπ’ όψιν όλα αυτά;

Τέταρτον: Είναι απολύτως αναγκαίο να καταλάβουμε τι ακριβώς συνέβη και γιατί συνέβη. Ποια ήταν τα λάθη και γιατί έγιναν. Η γνώμη μου: Η ηγετική ομάδα έκανε τις επιλογές της. Μεταξύ διαφορετικών απόψεων, κάποιες υιοθέτησε και κάποιες απέκλεισε. Αποδέχθηκε μια εθνοκεντρική ανάγνωση της κρίσης και των Μνημονίων, αποδέχθηκε τη διαμόρφωση του ΣΥΡΙΖΑ σε ένα περίπου αμιγώς «αντιμνημονιακό» κόμμα, αποδέχθηκε ως συμμάχους δυνάμεις και πρόσωπα που λογικά θα έπρεπε να θεωρούνται ιδεολογικοί και πολιτικοί αντίπαλοι, αποδέχθηκε ως συνοδοιπόρους πυλώνες της ελληνικής συντήρησης. Χάριν της «αντιμνημονιακής ενότητας του λαού», αποσύρθηκε από το πεδίο των ιδεών και παραιτήθηκε από τη διαπάλη τους, δεν ζήτησε από τους πολίτες παρά μόνο μια ψήφο, υποσχέθηκε πολλά σε πολλούς. Εν τέλει, ο ΣΥΡΙΖΑ παραδόθηκε στην -υποτίθεται- ριζοσπαστική ρητορική της Αριστερής Πλατφόρμας, που, αν και μειοψηφία, εκείνη έδινε τον τόνο, αφού η πλειοψηφία ζούσε με τον φόβο μήπως χαρακτηριστεί δεξιά. Μια ρητορική καταγγελτική, προγραμματικά κενή, που καλλιεργούσε απλώς την προσδοκία ότι η κυβέρνηση της Αριστεράς, εύκολα και γρήγορα, θα αποκαθιστούσε οικονομικά τα θύματα της κρίσης. Η ματαίωση ήταν, νομίζω, αναπόφευκτη.

Πέμπτον: Η αφήγηση αυτή του «αριστερού ριζοσπαστισμού» κατέρρευσε όταν η νέα κυβέρνηση αναγκάστηκε να υπογράψει το δικό της Μνημόνιο. Ο ΣΥΡΙΖΑ, όπως είχε διαμορφωθεί έως τότε, ακυρώθηκε πολιτικά, ταυτοτικά, υπαρξιακά. Μπορούσε να γίνει διαφορετικά; Τον Ιούλιο του 2015, πιθανότατα όχι. Τον Ιούλιο του 2014, πιθανότατα ναι. Θα περίμενε λοιπόν κανείς, έπειτα από μια εξέλιξη τόσο δραματική όσο αυτή, η ηγετική ομάδα να προσέλθει με ταπεινότητα, με συντριβή θα έλεγα, σε διάλογο με τους ανθρώπους της Αριστεράς για να επιχειρήσουν μαζί τον αναγκαίο αναπροσανατολισμό. Να ανασυντάξουν δυνάμεις, να διαμορφώσουν έστω και τότε πρόγραμμα αλλαγής, να το παλέψουν. Δεν συνέβη αυτό. Με βιασύνη έκλεισε η όποια συζήτηση, το συνέδριο αναβλήθηκε, οι ερμηνείες για την υποχώρηση διαδέχονταν η μία την άλλη -«πραξικόπημα», «αναγκαίος συμβιβασμός», «κάναμε ό,τι καλύτερο μπορούσαμε»...- χωρίς καμία να εμπεριέχει το στοιχείο της ευθύνης.

Έκτον: Τον Ιούλιο του 2015 ο ΣΥΡΙΖΑ έπαψε αιφνίδια να είναι αυτό που ήταν, δεν μπόρεσε να γίνει κάτι άλλο, και η κυβέρνηση έκτοτε παραδέρνει στα κύματα των καιρών, όπου και θετικά μέτρα, ασύντακτα και αποσπασματικά πάντως, κινδυνεύουν κι αυτά να χαθούν. Θα μπορέσει να θεραπεύσει το αίσθημα της διάψευσης που κυριαρχεί στην κοινή γνώμη; Θα μπορέσει να αντιμετωπίσει την προϊούσα απαξίωση της πολιτικής και την επέλαση του κυνισμού; Θα μπορέσει, εν τέλει, να δώσει νόημα στην ίδια την ύπαρξή της και να αποτρέψει τη διαγραφόμενη στρατηγική και σε βάθος δεκαετιών ήττα της Αριστεράς; Σίγουρα όχι κατασκευάζοντας νέα success stories. Όχι εξωραΐζοντας μια ζοφερή πραγματικότητα. Όχι δημαγωγώντας. Η ειλικρίνεια δεν είναι μόνο ηθική επιταγή, είναι και πολιτικό όπλο. Χρειάζεται ειλικρινής απεύθυνση στους ανθρώπους, ανάληψη της ευθύνης για μεγάλες μεταρρυθμίσεις, προγράμματα που να συνθέτουν ένα νέο υπόδειγμα, πρακτικά αποτελέσματα. Μπορούμε να ελπίζουμε ότι αυτά θα συμβούν; Φοβάμαι, δύσκολα. Μπορούμε να αισιοδοξούμε; Φοβάμαι, όχι.

Θέμα επικαιρότητας:
Συνέδριο ΣΥΡΙΖΑ 2016

Σύνολο: 13 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι