Αριστερά και κινήματα Τ.Α

Στάθης Λουκάς, 01/02/2006

Οι εξελίξεις στον ΣΥΝ, μακράς διαρκείας, φέρνουν στην επιφάνεια προσεγγίσεις που καλύπτονται κάτω από μια απλουστευτική «μονοδιάστατη κινηματική» αντίληψη της δραστηριότητας του ΣΥΝ. Που κάθε άλλο παρά ευνοεί μια προσπάθεια διαμόρφωσης συγκεκριμένου και απτού περιεχομένου της. Σύγχρονα, δε, την αποστερούν από τη διεκδίκηση μιας «πολιτισμικής ηγεμονίας» -στο βαθμό του δυνατού- γύρω από θέματα, που ξεπηδούν από τη σημερινή κοινωνική, οικονομική, παραγωγική, οικολογική και πολιτισμική πραγματικότητα. Κατάσταση που είναι αναγκαία συνθήκη για τη στήριξη μιας "νικηφόρας" πολιτικής πρότασης.

Από τη συλλογιστική που σκιαγραφεί, στην ουσία, το ρόλο και την προοπτική του ΣΥΝ σαν «μιας δύναμης ανταγωνιστικής» μακράς διαρκείας δεν με πείθει ή με «φοβίζει» περισσότερο το υπόβαθρο στήριξής της, που διαφαίνεται ότι ευρίσκει τη δικαίωσή της σε αντιλήψεις, μορφωτικά και αναλυτικά εργαλεία άλλων και παρωχημένων πια εποχών.

Είναι μια αντίληψη που ουσιαστικά τείνει να περιορίζει «την πολιτική υποκειμενικότητα» στην απλή σκληρή και «παλιγγεννησιακή» αντιπροσώπευση της ανταγωνιστικότητας που, τυχόν, υπάρχει στην κοινωνία. Αλλά και όταν βέβαια υπάρχει ή επιδιώκεται και στηρίζεται σε ανθρώπινη σκέψη και γάμπες και όχι σε κενή περιεχομένου μαξιμαλιστική φρασεολογία, χωρίς την επιδίωξη της τελικής λενινιστικής «ολικής ανατροπής», αλλά και με αυτή ακόμα, οδηγούμαστε σε αδιέξοδα.

Αυτή η αντίληψη δείχνει να φοβάται όπως ο «διάβολος το λιβάνι» ότι αυτή η προσπάθεια αντιπροσωπευτικότητας θα μολυνθεί και θα διαβρωθεί από τη στιγμή που θα προσπαθήσει να προβληθεί στο επίπεδο της πολιτικής και της διακυβέρνησης των αντιθέσεων. Έτσι όμως αφαιρείται από την πολιτική εκείνος που είναι κυριολεκτικά ο ρόλος της, δηλαδή:

- α. να εντοπίσει, να διαμεσολαβήσει, να επεξηγήσει και να εκφράσει τα αιτήματα της κοινωνίας και να προβάλει τις ανάγκες που προκύπτουν σ’ ένα συνολικό προοπτικό πολιτικό και θεσμικό πλαίσιο.

- β. να συμβάλει στη δημιουργία εκείνου του συμπλέγματος πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων που θα είναι σε θέση να τις προβάλει και να τις επιβάλει και να τις χρησιμοποιήσει για την προοπτική δημιουργία του νέου πολιτικού και θεσμικού πλαισίου.

Αφαιρεί, δε, από τα κινήματα την δυνατότητα να δημιουργήσουν διαύλους επικοινωνίας με τους χώρους όπου διαμορφώνονται οι αποφάσεις. Ενώ πρέπει «ένα κόμμα να είναι σε θέση να συλλέξει την ώθηση των κινημάτων» και να την προβάλλει στο επίπεδο των πολιτικών και των θεσμικών σχέσεων (Φ.Μπερτινόττι).

Η ονομαστική ταυτοποίηση με τα κινήματα εμποδίζει την ανάπτυξή τους μια και μπαίνει de facto σαν φραγμός, λόγω φόβου συγκεκριμένης πολιτικής εκμετάλλευσης, σε συμβολές που προέρχονται από άλλες πολιτισμικές και θεματικές αφετηρίες. Η δε ταύτιση με τα κινήματα ή η "μυθοποίησή" τους, με την έννοια ότι αυτά εκφράζουν παντού και πάντα δίκαιες και κοινά αποδεκτές ανάγκες, είναι το λιγότερο απλοϊκή.

Σήμερα υπάρχουν και στον ευρωπαϊκό περίγυρό μας κινήματα ρατσιστικά όπως και αντιρατσιστικά, κοινωνικής αλληλεγγύης και ολοκλήρωσης όπως και κοινωνικού αποκλεισμού και διαχωρισμού, κινήματα εθνικιστικά κ.λπ. Το εθνικιστικό κίνημα στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια «έγλειψε» και «αγκάλιασε» σημαντικό μέρος του δημοκρατικού κοινωνικού και πολιτικού χώρου, μέχρι και συγκεκριμένα στελέχη.

Ενώ η «μυθοποίηση» ή το παλιγγεννησιακό αντίκρισμα – στο παρελθόν- του αγροτικού ή και του κινήματος των καθηγητών οδήγησε σε λάθος πολιτικές εκτιμήσεις και παρεμβάσεις. Οι οποίες ξεστράτισαν από την προσέγγιση των κύριων στόχων, γύρω από τους οποίους διαμορφώνεται και διεκδικείται μια ηγεμονία. Προσέγγιση που είναι εκείνη της μεταρρύθμισης, αναδιάρθρωσης της αγροτικής οικονομίας και της μεταρρύθμισης συνολικά του εκπαιδευτικού συστήματος, αναγκαία συνθήκη για την αντιμετώπιση των συνεπειών των διαδικασιών της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, της αλλαγής παραγωγικού προτύπου και της παγκοσμιοποίησης. Πράγματα που έρχονται σήμερα με ένταση στην επιφάνεια μαζί με την εμφανή αδυναμία του συνδικαλιστικού κινήματος και των πολιτικών υποκειμένων να δώσουν απαντήσεις, που να είναι στο ύψος των περιστάσεων.

Σχετικά με το «κίνημα των κινημάτων» έλυσε το δίλημμα μεταξύ μεταρρύθμισης και επανάστασης με την διαμεσολάβηση της ύπαρξής του, καθώς και το αγκυροβόλημα των προτάσεών του, που δύσκολα μπορεί να χαρακτηρισθούν επαναστατικές, σε ένα γενικό οικουμενισμό. Πρόκειται για προτάσεις που μπορεί να συμμεριστούν (Susan George, Piero Sansonetti ). Αυτό, είναι πιο ισχυρό ( βλέπε χώρες Ε.Ε) εκεί που έχει δημιουργήσει διαύλους επικοινωνίας με τις εκφράσεις του εργατικού κινήματος και κατά συνέπεια με τους θεσμούς.

Χωρίς την πολιτική, οι μορφές ανταγωνισμού που εμφανίζονται στην κοινωνία διατρέχουν τον κίνδυνο να παραμείνουν ανέκφραστες ή να ηττηθούν ή να ισοπεδωθούν ή να οδηγήσουν σε παρωχημένες "στρατηγικές προοπτικές" ή και στη γέννηση τερατουργημάτων: όρα τρομοκρατία.

Ένα κόμμα της σύγχρονης ανανεωτικής αριστεράς πρέπει να επιδιώκει να παίξει στην ελληνική κοινωνία ένα ρόλο πρωταγωνιστή και όχι απλού παρατηρητή ή απλής μαρτυρίας. Για ένα τέτοιο κόμμα δεν είναι συμβιβασμός και υποταγή στην υπάρχουσα πραγματικότητα η συνειδητή προσπάθεια να επηρεάσει, μέσω της επιδίωξης - σ’ όλα τα επίπεδα - συγκεκριμένων λύσεων, την εξέλιξη της πραγματικότητας προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση που βέβαια θα έχει το ίδιο κατανοήσει και αποδεχθεί. Και που δεν είναι άλλος από το δημοκρατικό δρόμο προς το σοσιαλισμό, όχι πια σε εθνικό αλλά σε ευρωπαϊκό επίπεδο και πλαίσιο (Ε.Ε) που προϋποθέτει μια φαινομενικά αντιφατική ιστορική διαδικασία, μέσα από τα πράγματα, σκληρών συγκρίσεων και συγκλίσεων.

Είναι στ’ αλήθεια συμβιβασμός και υποταγή στην υπάρχουσα κατάσταση η προσπάθεια σκληρής διασταύρωσης της δικιάς σου αντίληψης, της δικιάς σου σκοπιάς, της δικιάς σου ανάλυσης, της δικιάς σου στρατηγικής μ’ άλλες παρόμοιες δυναμικές που παρουσιάζονται ή μπορεί και λόγω αυτής της πρωτοβουλίας να ευνοηθούν να παρουσιαστούν, στην κοινωνία ή στο πλαίσιο της πολιτικής; Αυτό βέβαια με υπαρκτές κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις και όχι με κατάλοιπα απαρχαιωμένου νεοδογματισμού και μαξιμαλισμού. Το μεγάλο πρόβλημα και λάθος είναι ότι δεν είχε διαμορφωθεί - τη δεκαετία των μεγάλων αλλαγών που αφήσαμε πίσω μας - και ακόμα δεν διαμορφώνεται ένας πολιτικός οργανισμός που να είναι σε θέση να αναμετρηθεί με αυτές τις προκλήσεις.

Είναι στα αλήθεια συμβιβασμός η προσπάθεια να μεταφραστεί και να εμπλουτιστεί η κριτική της υπάρχουσας κατάστασης, με θέσεις και προτάσεις που αποσκοπούν σε μια δυνατή και προοδευτική διακυβέρνηση των αντιθέσεων και των διαδικασιών και που να προκαλούν τη ροή της πραγματικότητας, προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση;

Η εντύπωση είναι ότι η απλοποιημένη φόρμουλα «του ανταγωνιστικού υποκειμένου» εμπεριέχει την αντίληψη της απλής μαρτυρίας και της δυσπιστίας προς μια κοινωνική πραγματικότητα ρευστή, σύνθετη, δύσκολη. Η οποία επιτείνεται από την παγκοσμιοποίηση της αγοράς, την αλλαγή του παραγωγικού προτύπου, την κρίση του κοινωνικού κράτους, τον περιορισμό και αλλαγή περιεχόμενου του Κράτους -Έθνους και από το γεγονός που δεν μπορεί να επεξηγηθούν εύκολα με τα παλιά εργαλεία και πρότυπα.

Κανείς, εξάλλου, δεν μπορεί ν’ αρνηθεί ότι σήμερα υπάρχει μια γενική κρίση πολιτισμικής ταυτότητας. Μια κρίση που έχει μια στερεή βάση σε αίτια κοινωνικά και οικονομικά. Αλλά που χαρακτηρίζονται και από διαδικασίες πιο βαθιές που οφείλονται, ιδίως μετά το ’89, στην αντίληψη για το χάσιμο ενός πρότερου ρόλου και σε μια ανασφάλεια και φόβο για το μέλλον, λόγω περιορισμού ή αλλοίωσης και αλλαγής των ρόλων του Εθνικού Κράτους στα πλαίσια του οποίου διαμορφώθηκαν η ταυτότητά μας, οι υποχρεώσεις μας, τα δικαιώματά μας. Αυτή η ανασφάλεια για το μέλλον, στην οποία υπεισέρχεται η χριστοδουλική εκκλησία και επιτείνεται από την επέμβαση αυτή και που συγκλίνει με την κεντροδεξιά (φαινόμενο ευρωπαϊκό), πυροδότησε και πυροδοτεί το κλίμα του εθνικισμού που μπορεί να επιστρέψει εντονότερα ή το κλίμα του διάχυτου και έρποντος ρατσισμού.

Μπορεί όμως κάτω από ορισμένες συνθήκες (αυτή είναι η πρόκληση) να δώσει διέξοδο, στη σημερινή βέβαια πραγματικότητα, σε συμπεριφορές που έχουν ξαναπαρουσιαστεί, που μπορεί να συμβάλλουν στη διαμόρφωση όχι μόνο πολιτικών παρεμβάσεων αλλά και πολιτικών ταυτοτήτων.

Είναι αλήθεια δυνατόν ότι - πέρα από την επιλογή της "φιλικά ουδετέρας " στάσης απέναντι στην κεντροδεξιά και τριτοδιεθνικιστικής μορφής ( πριν το 7ο συνέδριο της ΙΙΙ Διεθνής) αντιμετώπιση της σοσιαλδημοκρατίας ή τη φρασεολογική και παλιγγεννεσιακή αντιπαράθεση υποταγμένη στη γονατοκλισία απέναντι στον νεοσταλινισμό, που χάνει από τον ορίζοντά της τον καλπάζοντα νεοφιλελευθερισμό (με μπερλουσκονικά οικονομικά χαρακτηριστικά και εξουθενωτικής αντιμετώπισης του συνδικαλιστικού κινήματος) δηλαδή ουσιαστικής αποχής από τις πραγματικές εξελίξεις - "tertium non datur", δηλαδή δεν υπάρχει ένας τρίτος, ένας άλλος δρόμος;

Υπάρχει βέβαια και είναι εκείνος ο δύσκολος και επιφανειακά αντιφατικός της προσπάθειας να "μολυνθούν" και να επηρεαστούν, μέσα από την αυστηρή πολιτική και πολιτισμική αυτονομία, οι πραγματικές εξελίξεις από τις δικές μας μελετημένες και σχεδιασμένες προτάσεις,, που θα προβάλλονται και θα εξελίσσονται και μέσα από τους θεσμούς.

Μόλυνση και επηρεασμός που θα τείνουν να συμβάλουν στη δημιουργία ενός νέου συμπλέγματος πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων του μόνου ικανού ν’ αντιμετωπίσει τα μεγάλα προβλήματα που βάζει αυτή η περίοδος. Και αυτό ξεκινώντας από τους θεσμούς που έχουν πιο άμεση σχέση με τη διακυβέρνηση του χώρου και της «πόλεως», που μπορεί να συμβάλλει στην καλυτέρευση της ποιότητας ζωής,, της προστασίας του περιβάλλοντος κλπ. Που μπορεί να στηρίξει τη «σύγκρουση» στο χώρο της εργασίας, που κινδυνεύει να απωλέσει την κεντρικότητά του, λόγω της ηγεμονίας του μεταφορντικού προτύπου, που απαιτεί από τον εργαζόμενο όχι μόνο την σωματική δύναμη αλλά και την διανοητική επεξεργασία και συμμετοχή, δηλ. την πλήρη υποταγή του στην ηγεμονία του κεφαλαίου , πέρα από τα μακράς διαρκείας λάθη της συνδικαλιστικής νομενκλατούρας. Η τέτοια διακυβέρνηση της «πόλεως» δεν είναι σε σχέση εξίσωσης πρώτου βαθμού με την κεντρική εξουσία, τέτοια είναι μόνο η απλή διαχείρισή της.. Κάτω από αυτή τη σκοπιά η υποψηφιότητα Παπαγιανάκη ήταν μια εμβρυώδης πολιτική πρόταση που μπορούσε να κινήσει την πραγματικότητα «της πόλεως» και των σχέσεων που στα πλαίσιά της διαμορφώνονται και τα ξεπερνούν και γι’ αυτό στραγγαλίστηκε.

Πρόκειται για μια δύσκολη πρόκληση, αλλά χωρίς άλλο αναγκαία αν θέλουμε να ξοδεύσουμε τη ριζοσπαστικότητά μας – γιατί στην κοινωνία ακόμα δεν υπάρχει - και το αμφιλεγόμενο ανανεωτικό πνεύμα για την εξυπηρέτηση της χώρας και των κοινωνικών στρωμάτων, τα οποία κινδυνεύουν , σ’ αντίθετη περίπτωση, να πληρώσουν άγρια την καμπή της ιστορίας.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι