Καμιά προσευχή για τους πεθαμένους

Γιάννης Παπαθεοδώρου, dim/art, 03/04/2017

Με αφορμή τις πρόσφατες εκδηλώσεις της Βουλής των Ελλήνων για τον Νίκο Μπελογιάννη, παρακολουθήσαμε έναν ακόμη σύντομο «πόλεμο της μνήμης», ανάμεσα στον μνημονιακό πλέον ΣΥΡΙΖΑ και στο σταθερά αντιμνημονιακό ΚΚΕ. Σε ποιον ανήκει τελικά ο Μπελογιάννης; Και κυρίως τι σημαίνει αλήθεια για εμάς σήμερα ο τραγικός θάνατός του; Τη θυσία ενός ανθρώπου που αγωνίστηκε για τη δημοκρατία ή το προβλεπόμενο τέλος ενός φανατικού οπαδού της δικτατορίας του προλεταριάτου; Το μουσείο αλλά και το πιστόλι του Μπελογιάννη έγιναν τα επίδικα σύμβολα της διεκδίκησης μιας αριστερής μνήμης, που συνέχισε τον δικό της μικρό εμφύλιο στην Αμαλιάδα. Το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο για την Αριστερά. Η διάσπαση του ’68 (ανάμεσα στο «δογματικό» ΚΚΕ και το «ανανεωτικό» ΚΚΕ εσ.) όρισε άλλωστε και τις διαδρομές αυτής της αναδρομικής γενεαλογίας. Όποιος παρακολούθησε πάντως τις σχετικές ειδήσεις του 20ού συνεδρίου του ΚΚΕ, δεν πρέπει να απόρησε για το φετιχισμό του πιστολιού. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, στο συνέδριο «αναδείχθηκε η αποφασιστικότητα και η μαχητικότητα στην προσπάθεια ολόπλευρης ιδεολογικής — πολιτικής — οργανωτικής ισχυροποίησης του ΚΚΕ. Μεταφέρθηκε η σημαντική πείρα από τη δράση του Κόμματος, τα προηγούμενα χρόνια, όπου η στρατηγική του ΚΚΕ αναμετρήθηκε με επιτυχία σε δύσκολες και σύνθετες συνθήκες, διεθνείς και εσωτερικές». «Και τα λοιπά, και τα λοιπά. Λαμπρά ταιριάζουν όλα», όπως θα έλεγε ο Καβάφης.

Αν μεταφερθούμε, πάντως, έστω για λίγο, στην άλλη πλευρά του Γράμμου, ο «ήχος του όπλου» από το ξεχασμένο πιστόλι του Μπελογιάννη τάραξε τη βολική «ιδεολογία της εθνικής συμφιλίωσης». Μέσα στο γενικευμένο θόρυβο μιας κατά βάση αριστερής επετείου, ελάχιστοι πρόσεξαν την βουερή σιωπή ή μάλλον την αμήχανη τοποθέτηση της ΝΔ γύρω από το θέμα. «Η θανατική ποινή είναι μια σκληρότατη πράξη. Αλλά δεν μπορεί εν ονόματι μιας σκληρότατης πράξης, που μπορεί κανείς να την κρίνει, αν ήταν άδικη ή δίκαιη, να θεωρούμε ότι η επιδίωξη επιβολής κομμουνιστικής δικτατορίας συνιστά πράξη υπέρ της Δημοκρατίας» είπε ένας βουλευτής της ΝΔ. Και κάποιος άλλος βουλευτής πρόσθεσε: «Και στην άλλη πλευρά υπάρχουν ήρωες». «Σε μια Δημοκρατία που σέβεται την αρχή της αξιακής ουδετερότητας θα έπρεπε —η Βουλή τουλάχιστον— να έχει αυτή την πρόνοια». Στη συζήτηση για τον Μπελογιάννη, η Δεξιά επέλεξε να ανασύρει τα φαντάσματα της μετεμφυλιακής εθνικοφροσύνης

Η ταραγμένη δεκαετία του ’40-’50, τις τελευταίες δύο δεκαετίες, έχει επανέλθει στο προσκήνιο προκαλώντας ιδιαίτερες συγκρουσιακές συζητήσεις στη δημόσια σφαίρα και στα ακαδημαϊκά περιβάλλοντα. Καλώς ή κακώς, άλλωστε, ένα μέρος της πολιτικής επικαιρότητας αντλεί ακόμα επιχειρήματα από τη διαχείριση, τη χρήση ή την κατάχρηση αυτής της μνήμης, που άλλοτε εκλαμβάνεται ως «ρεβάνς των ηττημένων» και άλλοτε επιβιώνει ως «μουμιοποίηση της ιστορίας». Ο Αλ. Κοτζιάς, από πολύ νωρίς, (Πολιορκία, 1953) είχε αναδείξει άλλωστε το ανθρωπολογικό και ιστορικό βάθος του εμφυλίου πολέμου μέσα στη μεταπολεμική ελληνική κοινωνία: «Στα 1943 άρχισε στην πατρίδα μας ένας πόλεμος. […] Οπωσδήποτε αυτός ήτανε ο δικός μας ο πόλεμος […] Εδώ, γνωριζόμαστε και σφαχτήκαμε», λέει ο συγγραφέας στο ολιγόλογο σημείωμα που προτάσσει στην Πολιορκία. Δεν χρειάζεται να θυμίσω τις γνωστές γιατρειές του τραύματος. Το πώς φτάσαμε δηλαδή από την «αναγνώριση της εθνικής αντίστασης» (ΠΑΣΟΚ, 1982) στο «κάψιμο των φακέλων» («οικουμενική κυβέρνηση» 1989) για να επουλωθούν θεσμικά —αλλά πάντως ευκαιριακά— οι πληγές αυτής της διχασμένης μνήμης.

Σε όλη αυτή τη διαδικασία, η ΝΔ δεν είπε ποτέ καθαρά τη γνώμη της. Στην πραγματικότητα, υιοθέτησε σιωπηρά τα παλαιά «μέτρα λήθης» του Πλαστήρα (1952), διατηρώντας ωστόσο ως κεντρικό κορμό της ιδεολογίας της τον αντικομουνισμό. Για αυτό στην πρόσφατη συζήτηση στη Βουλή, δεν έλειψαν οι δεξιές φωνές που γύρισαν τη «μηχανή του χρόνου» στον καιρό των «κοινωνικών φρονημάτων». Αν δηλαδή, για την Αριστερά, η κοινοβουλευτική συζήτηση κατέληξε σε μια εργαλειακή χρήση της «αριστεράς της θυσίας», για τη Δεξιά εξελίχθηκε σε μια άσκηση γοητείας προς το ακροδεξιό της ακροατήριο. Πώς αλλιώς μπορεί να εκλάβει κανείς την απορία του αγορητή της ΝΔ για το αν ήταν τότε «δίκαιη ή άδικη» η επιβολή της θανατικής ποινής, την ώρα που όλη η δημοκρατική Ευρώπη σήκωσε το φέρετρο του Μπελογιάννη;

Αυτό όμως είναι ίσως και το πιο επικίνδυνο σημείο της πρόσφατης δημόσιας συζήτησης. Το ποιος τελικά θα συντηρεί ως αρχειακό τεκμήριο το πιστόλι του Μπελογιάννη ή το ποιος θα εγκαινιάσει το μουσείο του Μπελογιάννη έχει μικρή σημασία. Αυτό που έχει πραγματική σημασία είναι τα κοινοβουλευτικά αντανακλαστικά της δημοκρατίας μας. Αν η ΝΔ νομίζει πως μπορεί να ξαναγράψει την ιστορία αυτού του τόπου μέσω της επανάληψης στερεοτύπων και ιδεολογημάτων μιας άλλης εποχής, τότε θα συνεχίζει να βουλιάζει κάτω από το βάρος του παρελθόντος. Η συζήτηση για τον Νίκο Μπελογιάννη ήταν μια ήττα για τους δήθεν «γνήσιους» εκφραστές του πολιτικού φιλελευθερισμού στη χώρα μας. Γιατί αν η Αριστερά μοίραζε μπαγιάτικα κόλλυβα από ένα διαφιλονικούμενο μνημόσυνο, η Δεξιά αρνήθηκε να πει, έστω εκ των υστέρων, μια «προσευχή για τους πεθαμένους» της άλλης πλευράς. Κάπως έτσι βρέθηκε να ταυτίζεται με ένα εφιαλτικό παρελθόν που προετοιμάζει ίσως ένα ζοφερό μέλλον.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι