Οι επιτυχίες της Ισπανίας προκαλούν θαυμασμό αλλά και δυσφορία
Η Ισπανία προσφέρει ένα επιτυχές παράδειγμα φιλελεύθερης κεντροαριστερής διακυβέρνησης, το οποίο θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ανάχωμα στην άνοδο της άκρας δεξιάς.
Mihir Sharma, Bloomberg,σύνοψη Kreport, Δημοσιευμένο: 2026-07-27
Η Ισπανία διανύει μια περίοδο εντυπωσιακών επιδόσεων που την αναδεικνύουν σε μία από τις πιο επιτυχημένες οικονομίες της Ευρώπης. Η ανάπτυξη προβλέπεται να φθάσει 2,6% φέτος, σημαντικά πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ενώ οι προοπτικές παραμένουν ευνοϊκές και για τα επόμενα χρόνια. Η κυβέρνηση του Πέδρο Σάντσεθ έχει καταφέρει να διπλασιάσει την εγκατεστημένη ισχύ από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας από το 2019, να περιορίσει τις επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης, να μειώσει το δημοσιονομικό έλλειμμα παρά την αύξηση των κοινωνικών δαπανών και να αξιοποιήσει τη μετανάστευση ως μοχλό ανάπτυξης.
Ωστόσο, αυτές οι επιτυχίες δεν αντιμετωπίζονται με ενθουσιασμό αλλά προκαλεί αυξανόμενη δυσφορία στους ευρωπαίους εταίρους της Μαδρίτης.
Ένα από τα βασικά σημεία τριβής είναι η μεταναστευτική πολιτική. Η κυβέρνηση Σάντσεθ θεωρεί ότι η νόμιμη ένταξη μεταναστών ενισχύει την οικονομία, καλύπτει ελλείψεις εργατικού δυναμικού στη γεωργία και τη φροντίδα ηλικιωμένων και συμβάλλει στην αντιμετώπιση της δημογραφικής γήρανσης. Από το 2000 ο πληθυσμός της χώρας έχει αυξηθεί περισσότερο από 20%, έναντι μόλις περίπου 2% στη Γερμανία, αύξηση που συνέβαλε σημαντικά στην ανάπτυξη μετά το 2022 και στην ενίσχυση των δημόσιων εσόδων. Η απόφαση της κυβέρνησης να νομιμοποιήσει σχεδόν 1 εκατ. παράτυπους μετανάστες ήταν συνεπής με αυτή τη στρατηγική.
Η επιλογή αυτή, όμως, δημιουργεί πολιτικές δυσκολίες σε κυβερνήσεις άλλων ευρωπαϊκών χωρών, όπου η μετανάστευση αποτελεί ιδιαίτερα ευαίσθητο ζήτημα. Κεντροαριστερές κυβερνήσεις δέχονται πιέσεις ότι οι μετανάστες που αποκτούν νόμιμο καθεστώς στην Ισπανία θα μπορούσαν στη συνέχεια να μετακινηθούν σε βορειότερα κράτη με πιο γενναιόδωρα συστήματα κοινωνικής πρόνοιας. Η Μαδρίτη απορρίπτει αυτή την κριτική, επισημαίνοντας ότι οι άδειες εργασίας ισχύουν μόνο στην Ισπανία και ότι η πλειονότητα των μεταναστών προέρχεται από τη Λατινική Αμερική και έχουν την Ισπανία ως τελικό προορισμό.
Παράλληλα, άλλοι δυσφορούν για τη στάση της Ισπανίας στο θέμα των αμυντικών δαπανών. Τη στιγμή που οι περισσότερες χώρες της Ευρώπης αναζητούν τρόπους να αυξήσουν σημαντικά τις στρατιωτικές τους δαπάνες, η κυβέρνηση Σάντσεθ αρνείται να δεσμευθεί στον στόχο του 5% του ΑΕΠ που έχουν αποδεχθεί οι σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ. Αντίθετα, επιδιώκει να διατηρήσει τις δαπάνες περίπου στο 2,1% του ΑΕΠ, γεγονός που προκαλεί αντιδράσεις μεταξύ των εταίρων της, οι οποίοι θεωρούν ότι η Ισπανία επωφελείται από τις προσπάθειες των υπολοίπων.
Ένα ακόμη πεδίο διαφωνίας αφορά την πρόταση της Μαδρίτης για μεγαλύτερο κοινό ευρωπαϊκό δανεισμό. Η ισπανική κυβέρνηση υποστηρίζει τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού μηχανισμού που θα αναλαμβάνει μέρος του χρέους των κρατών-μελών για τη χρηματοδότηση κοινών επενδύσεων, όπως η άμυνα, η ενέργεια, η κλιματική μετάβαση και η τεχνητή νοημοσύνη. Ωστόσο, η πρόταση αντιμετωπίζεται με επιφυλάξεις, ακόμη και από χώρες όπως η Γαλλία, μήπως η αμοιβαιοποίηση του χρέους μπορεί να ενθαρρύνει δημοσιονομική χαλάρωση χωρίς επαρκείς μηχανισμούς ελέγχου.










