Οι διερευνητικές επαφές Ελλάδας - Τουρκίας το 2002-2004

Τάσος Γιαννίτσης, Η Καθημερινή, 30/08/2020

Την άνοιξη του 2002 ξεκίνησαν διερευνητικές επαφές μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, που μετά το 2004 ατόνησαν. Συχνά, και ιδίως σε περιόδους έντασης των ελληνοτουρκικών σχέσεων, όπως σήμερα, διατυπώνονται ερωτήματα για το πού οδήγησε η διαδικασία εκείνη, αν πέτυχε, αν δημιούργησε προβλήματα, αν είχαν τεθεί «κόκκινες γραμμές», αν είχαν επέλθει συμβιβασμοί σε κάποια ζητήματα, ποιες διαφορές συζητήθηκαν, ποιες περιοχές αφορούσαν οι συζητήσεις και, γενικώς, ερωτήματα που καλύπτουν όλο το φάσμα των γνωστών θεματικών και προβληματισμών.

Είναι σκόπιμο να επισημανθούν τα εξής σημεία γύρω από τη διαδικασία εκείνη:

1. Σκοπός ήταν η επίλυση της νομικής διαφοράς για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο και η διερεύνηση για το αν υπάρχουν σημεία σύγκλισης ως προς τις διαδικασίες επίλυσης της διαφοράς αυτής.

2. Σε αντίθεση με προηγούμενες ή άλλες διαδικασίες, οι διερευνητικές επαφές δεν αποτελούσαν διαδικασία επίσημης ή ανεπίσημης διαπραγμάτευσης. Ολη η προσέγγιση ήταν άτυπη, χωρίς δεσμευτικότητα για καμία πλευρά. Δεν ετίθετο θέμα αποδοχής ή νομιμοποίησης ή δεσμευτικότητας οποιουδήποτε σημείου της διαδικασίας. Οτιδήποτε και αν συζητούνταν, ακόμα και αν διαπιστωνόταν σύγκλιση απόψεων, δεν είχε κανένα χαρακτήρα συμφωνίας. Οτιδήποτε έφτανε σε σημείο ωρίμανσης θα έπρεπε να υπαχθεί στη διαδικασία ad referendum, δηλαδή να εγκριθεί από την πολιτική ηγεσία, οπότε και θα έπαιρνε έναν πιο τυπικό χαρακτήρα. Οχι βεβαίως μεμονωμένα, αλλά ως σύνολο. Κάτι τέτοιο δεν έφτασε ποτέ να γίνει.

3. Οι συζητήσεις ήσαν προφορικές, με ελάχιστα άτυπα σημειώματα σε περίπτωση που κάθε πλευρά έκρινε σκόπιμο να δώσει κάποια πρόσθετη πληροφόρηση.

4. Το περιεχόμενο των συζητήσεων ήταν η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και ένας περιορισμένος αριθμός θεμάτων που ήσαν αλληλένδετα με το θέμα αυτό και τα οποία περιοδικά έρχονται ξανά και ξανά στην επιφάνεια.

5. Τα χωρικά ύδατα αποτελούν προκριματικό ζήτημα για την οριο-

θέτηση της υφαλοκρηπίδας, ανεξάρτητα με τη σειρά που θα συζητηθούν. Ωστόσο, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, ο προσδιορισμός του εύρους των χωρικών υδάτων προσδιορίζεται με μονομερή ενέργεια κάθε χώρας και δεν ήταν δυνατό να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

6. Σε μια σειρά από ζητήματα καταγράφηκαν διαφορετικές απόψεις και οι τρόποι τους οποίους κάθε πλευρά αντιλαμβανόταν ότι θα μπορούσαν να ακολουθηθούν για την επίλυσή τους.

7. Υπήρξαν θέματα που δεν έγιναν δεκτά ως αντικείμενο συζήτησης.

8. Συζητήθηκε το ζήτημα της προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης σε περίπτωση μη σύγκλισης απόψεων για τη διαδικασία επίλυσης θεμάτων που δεν θα είχαν λυθεί, που, όμως, προϋπέθετε όχι απλώς διερευνητικές επαφές, αλλά τυπική διαπραγμάτευση τόσο για τα θέματα που θα ετίθεντο όσο και για μια σειρά προκαταρκτικά ζητήματα που θα συνδέονταν με το συνυποσχετικό που θα έπρεπε να συνταχθεί. Κάθε τέτοιο σημείο θα έπρεπε να συμφωνηθεί.

Υπενθυμίζεται, πάντως, ότι το θέμα της προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης ήταν σημείο της Δήλωσης του Συμβουλίου Κορυφής του Ελσίνκι (Δεκέμβριος 1999).

9. Ο,τι και αν ελέχθη δεν σημαίνει ότι ισχύει σήμερα, δεκαπέντε χρόνια αργότερα. Αν αρχίσει νέος γύρος, είναι αδιάφορο σε ποιο σημείο έφτασε ο παλιός, αφού αυτός δεν δεσμεύει κανένα, εκτός αν οι δύο πλευρές συμφωνήσουν να ξεκινήσουν από σημεία που είχαν συζητηθεί. Δεν αναφέρω τη λέξη «συμφωνηθεί», καθώς δεν αποτελούσε μια διαδικασία όπου θα μπορούσε να συμφωνηθεί κάτι. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί αν έφτανε στο τέλος της και είχε την πολιτική αποδοχή των δύο πλευρών.

10. Ο,τι λέγεται ότι ελέχθη είναι ανεξέλεγκτο, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν συμφωνημένα πρακτικά. Γράφονται και λέγονται απίστευτες ανακρίβειες γύρω από τη διαδικασία εκείνη για λόγους που δεν έχει νόημα ο εντοπισμός τους.

11. Σχέδιο κοινού ανακοινωθέντος για τα θέματα που συζητήθηκαν και τις απόψεις που ανταλλάχθηκαν δεν έφτασε ποτέ σε τελικό στάδιο.

12. Είναι προφανές ότι η ολοκλήρωση της διαδικασίας των διερευνητικών επαφών θα έφερνε σε ανώτατο πολιτικό επίπεδο τα θέματα για τα οποία θα έπρεπε να ληφθούν αποφάσεις. Προφανώς η διαδικασία δεν έφτασε εκεί.

Η διαδικασία των διερευνητικών επαφών επέτρεψε στις δύο πλευρές να κατανοήσουν καλύτερα τις θέσεις και τα επιχειρήματα της άλλης πλευράς. Η διαδικασία ήταν αποφορτισμένη από υπερβολές, ρητορικές κορώνες, καταγγελτικές λογικές. Αποτέλεσε κανάλι ανοικτής γραμμής και επικοινωνίας μεταξύ των δύο χωρών. Σε μια σειρά από ζητήματα έδειξε ότι οι διαφορές θα μπορούσαν να περιοριστούν ή και να ξεπεραστούν και σε κάποιο βαθμό είχαν καταγραφεί και διαδικασίες που θα μπορούσαν να συμβάλουν στην κατεύθυνση αυτή. Σε διάφορα δημοσιεύματα μετά το 2004 έχουν επισημανθεί ορισμένες ειδικότερες πτυχές των ζητημάτων που συζητήθηκαν τότε. Συνολικά, η προσέγγιση εκείνη συνέβαλε ώστε οι δύο πλευρές να έχουν βρεθεί σε ένα σημείο που, αν συνεχιζόταν, ίσως επέτρεπε την υπέρβαση των ελληνοτουρκικών διαφορών. Αυτό όμως είναι μια υπόθεση.

Ούτε η Ελλάδα ούτε η Τουρκία κέρδισε ή έχασε οτιδήποτε. Ισως μια μορφή κέρδους είναι ότι και οι δύο μπόρεσαν να πάρουν μια εικόνα για τι θα μπορούσαν να ωφεληθούν αν κατάφερναν ποτέ να λύσουν τα ζητήματα που τις απασχολούν με διαδικασίες από τις οποίες θα έβγαιναν και οι δύο κερδισμένες. Τέτοιο κεκτημένο ακόμα δεν υπάρχει. Η συνέχεια μένει να φανεί στο μέλλον.

Κάθε τέτοια διαδικασία πρέπει να σταθμίζεται με βάση και το πολιτικό και συνολικότερο πλαίσιο με το οποίο συνδέεται χρονικά. Οι διερευνητικές επαφές ακολούθησαν τότε τις αποφάσεις του Ελσίνκι, ξεκίνησαν σε μια φάση στην οποία δινόταν σκληρή μάχη για την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ενωση (με ή χωρίς επίλυση του Κυπριακού), διεξάγονταν σε ένα κλίμα στο οποίο Ε.Ε. και Τουρκία είχαν δείξει ότι ενδιαφέρονταν να ξεκινήσει η διαδικασία ένταξης της δεύτερης και, γενικότερα, σε χρόνο που οι σχέσεις Τουρκίας με τη Δύση βρίσκονταν σε εξαιρετικά καλό επίπεδο, αλλά και η θέση και το βάρος της Ελλάδας στην Ε.Ε. ήταν υψηλά.

Ολοκληρώνοντας, απαντήσεις σε ερωτήματα του τύπου που αναφέρθηκαν στην αρχή δεν μπορούν να δοθούν για έναν βασικό λόγο:

Γιατί τέτοια ερωτήματα (και οι απαντήσεις τους) προϋποθέτουν διαπραγματεύσεις ή, πάντως, διαδικασίες που έχουν κάποια δεσμευτικότητα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ούτε δεσμευτικότητα ούτε διαπραγμάτευση υπήρξε. Είναι χαρακτηριστικό ότι καμία πλευρά δεν επικαλέστηκε ποτέ σημεία που συζητήθηκαν στις διερευνητικές επαφές, γιατί ακριβώς γνωρίζει ότι δεν έχει τίποτα να ωφεληθεί από αυτό. Συνεπώς, τέτοια ερωτήματα θα αφορούν άλλες διαδικασίες.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι