Ανεργία 10%: Απάντηση το σχολείο

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή, 17/03/2006

Παρά κάποια υποχώρηση, της τάξης της μισής ποσοστιαίας μονάδας, που καταγράφηκε στατιστικά πέρυσι, η ανεργία στην Ελλάδα διατηρεί από τα υψηλότερα ποσοστά της Ευρώπης, γύρω στο 10%, πλήττοντας μισό εκατομμύριο ανθρώπους περίπου. Για την ακρίβεια ήταν κατά μέσο όρο 9,9% το 2005, και 14,9% στις γυναίκες, σύμφωνα με την τελευταία ανακοίνωση της ΕΣΥΕ. Στους νέους μέχρι 24 ετών έφθανε το 19,1% το τελευταίο τρίμηνο του έτους, στις νέες γυναίκες το 26,6%.

Την υψηλή ανεργία και την απειλή διόγκωσής της, καθώς μεγάλος αριθμός επιχειρήσεων κινδυνεύει από υστέρηση ανταγωνιστικότητας, επικαλούνται οι εργοδότες μέσω του ΣΕΒ για να επιβάλουν φέτος πάγωμα των μισθών, ή πάντως ονομαστικές αυξήσεις χαμηλότερες από τον προβλεπόμενο πληθωρισμό. Σε συγκυρίες εθνικής κρίσης θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό ένα "πάγωμα", μια απώλεια αγοραστικής δύναμης των μισθών για ένα χρονικό διάστημα, με τη δεσμευτική προϋπόθεση ότι λαμβάνονται τα αναγκαία μέτρα ώστε η κρίση να ξεπεραστεί. Ένα ακραίο παράδειγμα ήταν η αναστολή της τιμαριθμικής αναπροσαρμογής για δύο χρόνια, που είχε συμφωνήσει με τους εργοδότες η Παγκύπρια Εργατική Ομοσπονδία το 1974, μετά την τουρκική εισβολή στο νησί, αλλά πέρα από τον πόλεμο νοούνται και άλλες περιπτώσεις, όπως μια κρίση στο ισοζύγιο πληρωμών ή μια απότομη επιδείνωση στους όρους εμπορίου μιας χώρας, αδυναμία εξυπηρέτησης του χρέους κ.ο.κ.

Τέτοια κρίση στην Ελλάδα δεν υφίσταται, μάλιστα η κυβέρνηση επαίρεται για το σχετικά υψηλό ρυθμό μεγέθυνσης που διατηρεί, και ειδικότερα για τη συμβολή του εξωτερικού τομέα στη μεγέθυνση. Η ανεργία άλλωστε είναι διαρθρωτική, αφού παραμένει στα επίπεδα του 10% μια δεκαετία τώρα και συνδέεται, μεταξύ άλλων, με τη μαζική έξοδο από την αγροτική απασχόληση. Είναι προφανές ότι αποκλείεται να μειωθεί σημαντικά με τη συμπίεση των εργατικών αμοιβών, εφόσον ούτε στον ΣΕΒ δεν διανοούνται να εισηγηθούν μισθούς Βουλγαρίας, Τουρκίας, ή Βιετνάμ... Χρειάζονται επομένως διαρθρωτικές πολιτικές και επενδύσεις που θα αυξήσουν συνολικά την παραγωγική ικανότητα της οικονομίας και του εργατικού δυναμικού της χώρας. Στην εποχή μας, όπου η διάχυση της γνώσης και της καινοτομίας έχει γίνει ο καθοριστικός παράγων για την ανάπτυξη, προτεραιότητα θα έπρεπε να δοθεί στην παιδεία. Αλλά εδώ έχουμε τις χαμηλότερες δημόσιες δαπάνες μεταξύ των 25 χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μόλις 3,5% του ΑΕΠ, ενώ συντηρούμε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που βασίζεται στην αποστήθιση και καταπνίγει όσο μπορεί τη δημιουργικότητα διδασκόντων και διδασκομένων.

Στην ανάγκη πρόσθετων επενδύσεων συνολικά στην Ευρώπη, ιδίως στα πρώτα χρόνια του σχολείου, επιμένει σε πρόσφατο άρθρο του ο ειδικός του ΟΟΣΑ σε εκπαιδευτικά θέματα (διευθυντής του προγράμματος διεθνούς αξιολόγησης σπουδαστών PISA) Αντρέας Σλάιχερ. Παραθέτει συγκρίσεις που δείχνουν ότι η μέση δαπάνη ανά σπουδαστή στις ΗΠΑ υπερέχει σημαντικά της ευρωπαϊκής όχι μόνο στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα (όπου είναι υπερδιπλάσια σε μονάδες αγοραστικής δύναμης), πράγμα γενικά γνωστό, αλλά σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, αρχίζοντας από τα νηπιαγωγεία. Αλλά ο Σλάιχερ διαπιστώνει επίσης ότι τα χρήματα δεν αποτελούν εγγύηση για καλά αποτελέσματα. Τα επιτυχέστερα εκπαιδευτικά συστήματα ανά τον κόσμο, τονίζει, είναι εκείνα που μετατόπισαν την πολιτική από τον έλεγχο των πόρων και του περιεχομένου της εκπαίδευσης εστιάζοντας στην παραγωγή καλύτερων αποτελεσμάτων, έφυγαν από την υποχρεωτική ομοιομορφία υιοθετώντας την ποικιλία και την εξατομικευμένη μάθηση, τον "πλούτο γνώσεων", με έμφαση στην επιλογή. Όπου δάσκαλοι και διευθυντές δρουν ως εταίροι με αυτονομία, έχοντας την απαιτούμενη πληροφόρηση αλλά και πρόσβαση σε αποτελεσματική ενίσχυση.

Στην ένσταση ότι η χορήγηση μεγαλύτερης ελευθερίας στα σχολεία θα οδηγήσει σε διαφορές μεταξύ των σχολείων και επομένως σε μεγαλύτερες μορφωτικές ανισότητες, ο Σλάιχερ απαντά ότι ο κίνδυνος είναι υπαρκτός, αλλά μπορεί να αποκρουσθεί: Στη Φινλανδία οι αναλυτικές προδιαγραφές των περιεχομένων που υποχρεώνονταν να διδάξουν οι δάσκαλοι αντικαταστάσθηκαν με μια σειρά εκπαιδευτικών στόχων που προσδιόριζαν τι θα έπρεπε να είναι ικανοί να κάνουν οι μαθητές, αφήνοντας τα σχολεία να διαμορφώσουν το μαθησιακό περιβάλλον και το εκπαιδευτικό περιεχόμενο που θα εξυπηρετούσαν καλύτερα τους μαθητές να επιτύχουν αυτούς τους στόχους. Η προκατάληψη ότι όταν αποτυγχάνουν οι μαθητές φταίνε οι ίδιοι, αφού οι δάσκαλοι τους δίδαξαν τα σωστά, ξεπεράστηκε έτσι. Τα όποια προβλήματα έπρεπε να λύνονται μέσα στο σχολείο αντί να παραπέμπονται αλλού, σχολεία και δάσκαλοι συνεργάζονταν μεταξύ τους αναπτύσσοντας τις εκπαιδευτικές τους στρατηγικές, με την ενίσχυση των εκπαιδευτικών αρχών και της κοινότητας. Στους δασκάλους καλλιεργήθηκε ένα επαγγελματικό ήθος που δέχεται ότι κάθε παιδί έρχεται στην τάξη με διαφορετική βάση γνώσεων και δεξιοτήτων, αλλά και με διαφορετικές επιθυμίες ή φιλοδοξίες, οπότε πρέπει να εκτιμώνται οι ανάγκες κάθε μαθητή και τα ταλέντα τους να αναπτύσσονται με διαφορετικές διδακτικές στρατηγικές. Το αποτέλεσμα είναι οι διαφορές στις μαθητικές επιδόσεις μεταξύ των σχολείων της Φινλανδίας να μην ξεπερνούν το 5%.

Για να χρηματοδοτήσει μια τέτοια επανάσταση και τους δασκάλους φορείς της, η Φινλανδία διαθέτει βέβαια το 6% του ΑΕΠ της στις δημόσιες δαπάνες για την παιδεία. Εμείς που, χωρίς Nokia και με πολλές άλλες διαφορές, δεν θα μπορούσαμε να την αντιγράψουμε, σωστά οπωσδήποτε διεκδικούμε ουσιαστική αύξηση των πόρων για την παιδεία. Πρέπει όμως να κάνουμε και κάποια άλλα πράγματα. Το έξοχο άρθρο του Γιώργου Κ. Μπουγελέκα για τα γλωσσικά εμπόδια που φέρνει το σχολείο στο Σήφη και στο Ρασήμ (Αυγή 5/3/06) ήρθε να μας τονώσει το ηθικό ότι έχουμε εκπαιδευτικούς να ανοίξουν το δρόμο.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι