Το «1821» και η ελληνική νεωτερικότητα

Γιάννης Βούλγαρης, 23/03/2019

Συχνά η αναδρομή στο παρελθόν συνιστά κριτική στο παρόν και προσπάθεια ανίχνευσης του μέλλοντος. Η επικείμενη επέτειος της 25η Μαρτίου μέσα σε μια περίοδο εθνικής παρακμής κάνει εύκολους τους συνειρμούς. Η Επανάσταση που άνοιξε την πόρτα της νεοτερικότητας για την Ελλάδα, το αγωνιώδες παρόν, και το άδηλο μέλλον σε μια αλληλουχία σκέψεων και συναισθημάτων. Κανένα άλλο μεγάλο εθνικό γεγονός δεν έχει συσκοτιστεί τόσο από τον εθνικιστικό λόγο, την κρατική φανφάρα, αλλά και την «ταξική ανάλυση» της παραδοσιακής αριστεράς. Γι αυτό η ανάμνηση είναι πράξη με επικαιρικό πολιτικό χαρακτήρα.

Μια εθνική επανάσταση, νεωτερική στο μέτρο που εκδηλώθηκε με βάση συντεταγμένο πολιτικό σχέδιο σε αντίθεση με τις κατά καιρούς προνεωτερικές εξεγέρσεις. Φιλελεύθερη, ενταγμένη στο διεθνές κύμα των φιλελεύθερων επαναστάσεων της μεταναπολεόντιας εποχής (όπως στην Ισπανία και στη Νάπολη το 1820 και στη Λατινική Αμερική το 1822). Μια επανάσταση που κινητοποίησε το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, άντεξε επί επτά χρόνια παρά τις αλλεπάλληλες εμφύλιες συγκρούσεις. Μια επανάσταση που κατά τη διάρκειά της επεξεργάστηκε μοντέρνες κρατικές και συνταγματικές αρχές. Μια επανάσταση που ηττήθηκε στρατιωτικά, αλλά πέτυχε πολιτικά. Χάρη στην αντοχή της, χάρη στον γενικότερο γεωπολιτικό συσχετισμό στην περιοχή, χάρη στην πολιτισμική πρόσοδο που η Ελλάδα εισέπραττε έκτοτε με σχετική σταθερότητα. Χάρη δηλαδή τη διεθνή αλληλεγγύη που βρήκε από τον «πολιτισμένη Ευρώπη»και τις ΗΠΑ λόγω του αρχαιοελληνικού κλέους και λόγω του ότι ο Οθωμανός εξουσιαστής ήταν αλλόθρησκος. Μια επανάσταση που κατέληξε σε ανεξάρτητο Κράτος υπό καθεστώς «προστασίας» και με την εγκατάσταση ενός ξένου βασιλικού οίκου εγγυητή της «προστασίας» αλλά και ειρηνοποιού, καθώς στο εσωτερικό της χώρας ο ένας εμφύλιος διαδεχόταν τον άλλον. Μια επανάσταση που δεν παρήγαγε μεν συγκεντρωτική ηγεσία, ούτε χαρισματικό ηγέτη, ανέδειξε όμως ηγετικές προσωπικότητες με ευρύ κύρος στη μετεπαναστατική περίοδο, όπως επίσης και τοπικές ηγετικές ομάδες. Η απόλυτη Μοναρχία του Όθωνα 1833-1843 ήταν μια πρόσκαιρη και ασταθής όπως αποδείχτηκε φάση της διαλεκτικής που ξεκίνησε το 1821. Έγερνε υπερβολικά υπέρ της ξένης «προστασίας» και του συγκεντρωτισμού, σε βάρος της αντιπροσώπευσης και της συμμετοχής των εσωτερικών κοινωνικών δυνάμεων στην δημόσια ζωή. Το κίνημα του 1843 και το Σύνταγμα του 1844 αποκατέστησαν μια πιο ισόρροπη σχέση στο πνεύμα που είχε δρομολογήσει η Επανάσταση. Ο συνταγματολόγος Ν.Ν. Σαρίπολος συνόψιζε αυτήν την αλληλουχία με επιγραμματικό τρόπο λίγα χρόνια αργότερα: «ο κοινός και πάνδημος κατά των Τούρκων πόλεμος και η πραγματική ισότης εις ήν ευρέθημεν οι Έλληνες μετά την απόσεισιν του δεσποτικού ζυγού επέβαλον, τρόπον τινά, την κήρυξιν της δημοκρατικής ισότητος». Πράγματι, το 1843/44 αποκρυσταλλώθηκαν οι συγκρουσιακές δυναμικές που εκλύθηκαν από την επανάσταση του 1821, με κύρια κατάκτηση την καθιέρωση της (σχεδόν) καθολικής ψήφου των ανδρών που ελάχιστες ευρωπαϊκές χώρες θεσμοθέτησαν την εποχή εκείνη (Δανία 1849, Γαλλία 1848,ομοσπανδιακή Ελβετία 1848). Έτσι η Ελλάδα έγινε χώρα «πρώιμου» εκδημοκρατισμού (όπως μεταφράζουμε τον όρο early democratization μη έχοντας βρει καλύτερη απόδοση). Με μια ακόμα πρωτοτυπία: ο κοινοβουλευτισμός επικράτησε και εξελίχθηκε σχεδόν παράλληλα με την οικοδόμηση ενός νεωτερικού Κράτους που σχηματιζόταν σχεδόν «εκ του μηδενός». Κατά τούτο η «ελληνική περίπτωση» δεν έχει βρει τη θέση που της αναλογεί στη συγκριτική πολιτική επιστήμη. Και όχι μόνο εκεί. Πιστεύω, και δεν είμαι ο μόνος, ότι ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά της εθνικής πολιτικής ζωής διαμορφώθηκαν ήδη από τις απαρχές του νεωτερικού Κράτους και διατηρήθηκαν με αξιοσημείωτη συνέχεια. Αυτό το γεγονός έχει συσκοτιστεί καθώς έχει επικρατήσει η άποψη ότι μήτρα της σημερινής πολιτικής ζωής είναι ο 20ος αιώνας, οπότε σχηματίστηκαν οι τρεις ιστορικές παρατάξεις της δεξιάς, τους κέντρου και της αριστεράς που οργανώνουν ως σήμερα τις μαζικές αντιλήψεις για τον κομματικό ανταγωνισμό. Πράγμα αληθές, αλλά που δεν πρέπει να υποτιμά τη σημασία της πολιτικής του 19ου αιώνα παραπέμποντάς την στον χώρο της απώτερης ιστορίας. Γιατί τότε γεννήθηκαν κάποια δομικά χαρακτηριστικά και ορισμένες ιστορικές τροχιές (path dependences) που διαμορφώνουν ακόμα την πολιτική μας ζωή.

Έτσι, η Ελλάδα δημιούργησε μια κοινοβουλευτική παράδοση που απαιτούσε τη νομιμοποίηση του Κράτους και της εκάστοτε εξουσίας μέσω της δημοκρατικής αρχής σε πείσμα τού «παραδοσιακού» χαρακτήρα της κοινωνίας. Το «Σύνταγμα» άσκησε ισχυρή φαντασιακή και πραγματική επιρροή τόσο στο επίπεδο των μαζών όσο και των ηγεσιών. Αρκετές φορές το θεσμικό πλαίσιο δοκιμάστηκε μέχρι τα όριά του καθώς ο κομματικός ανταγωνισμός λάμβανε οξύτατες διαστάσεις. Λίγες όμως φορές το πλαίσιο έσπασε οπότε επικράτησαν ανοιχτά δικτατορικά καθεστώτα. Η αντοχή του κοινοβουλευτισμού συνδυάστηκε και παρήγαγε μια πολιτική κουλτούρα εξισωτισμού και δικαιωμάτων που βάση τους είχαν όχι τόσο τον νεωτερικό ατομισμό όσο την απαίτηση και την πρακτική της συμμετοχής στην πολιτική κοινότητα. Η μαζική συμμετοχή του ανδρικού πληθυσμού και ο εντυπωσιακός αριθμός εκλογικών αναμετρήσεων, από τους υψηλότερους αν όχι ο υψηλότερος στην Ευρώπη, συνέτειναν αυτοτελώς στην εθνική ομογενοποίηση. Οι ιδιαίτερες ιστορικές συγκυρίες και η μικροϊδιοκτησιακή κοινωνική δομή ώθησαν σε μια αυξημένη αυτονομία της Πολιτικής, γεγονός που άλλοτε της επέτρεψε να καθοδηγεί τον εκσυγχρονισμό της χώρας, και άλλοτε να αιχμαλωτίζεται από τα ιδιαίτερα κοινωνικά συμφέροντα χωρίς να μπορεί να προτάξει το δημόσιο συμφέρον. Ο δημόσιος λόγος σήμερα βλέπει και «καταγγέλλει» μόνο τη δεύτερη αυτή εκδοχή, έχει άλλωστε τροφοδοτηθεί από μια επιστημονική παράδοση που στιγματίζει όλη την εθνική πολιτική-θεσμική εξέλιξη με τη στάμπα «πελατειακό σύστημα». Έτσι όμως χάνουμε αυτή την παράδοξη νεωτερικότητα της «ελληνικής περίπτωσης» που αποτελεί και έναν από τους βασικούς, αν όχι τον βασικό δρόμο συμμετοχής της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό-δυτικό πολιτισμό που επεκτεινόταν στη νοτιοανατολική περιφέρεια. Χάνουμε ίσως και ένα κρίσιμο συμπέρασμα: η καθοριστική επίδραση ή το πρωτείο των πολιτικών και γεωπολιτικών παραγόντων, καθιστούσε αυτό το έθνος πιο ανοιχτό στις μεταπτώσεις της ιστορικής συγκυρίας παρά στις αδράνειες και τις συνέχειες της παράδοσης.

Αυτό όμως ηχεί στις μέρες μας όχι ως πίστη στο μέλλον, αλλά ως προειδοποίηση. Η σημερινή εθνική κατάθλιψη λόγω κρίσης, δεν χρειάζεται να μας κάνει να υποτιμήσουμε την ικανότητα και την ετοιμότητα που έδειξε η Ελλάδα να συμμετάσχει στους νεωτερικούς μετασχηματισμούς – συγκρινόμενη βεβαίως με τις χώρες της ευρύτερης περιοχής. Αλλά όπως λένε στις διαφημίσεις «οι αποδόσεις του παρελθόντος δεν εξασφαλίζουν τις μελλοντικές». Σε μια εποχή αβεβαιότητας, αν τα πράγματα εξελιχθούν αρνητικά για την Ευρώπη και τον Κόσμο, τότε η Ελλάδα θα δοκιμαστεί σκληρά αλλά παρέα με πολλούς άλλους. Το ζήτημα είναι ότι και στο αισιόδοξο σενάριο όπου το διεθνές περιβάλλον θα βελτιώνεται και η Ευρώπη θα ανακάμπτει, η Ελλάδα μπορεί να κατρακυλήσει σε χαμηλότερες συγκριτικά θέσεις. Οι ενδείξεις και οι αρνητικές προβλέψεις είναι πολλές και συγκλίνουσες. Κοντολογίς, σήμερα δεν φτάνουν οι εξωτερικές ωθήσεις για να πάει η Ελλάδα μπροστά. Μάλλον κρατά τις τύχες της στα χέρια της περισσότερο από όσο στο πρόσφατο παρελθόν. Και αυτό δεν είναι a priori ενθαρρυντικό. Εξαρτάται αν θα καλοτυχίσουμε στην ποιότητα της εθνικής Πολιτικής και στο επίπεδο των Ηγεσιών που θα έχουμε. Είμαστε μια κοινωνία αντιμέτωπη με τον εαυτό της.

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι