Ο Joker και η άκριτη υιοθέτηση στερεοτύπων

Λίζα Τσαλίκη, Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 24/10/2019

Η κλιμάκωση των αντιδράσεων γύρω από την ταινία Joker σηματοδοτεί κατά τη γνώμη μου δύο πράγματα:

1. Την ευκολία με την οποία ο δημόσιος διάλογος στην Ελλάδα γύρω από τη σχέση ψυχικής υγείας και βίας υιοθετεί χωρίς καμία αμφισβήτηση την προσέγγιση της ταινίας, ότι δηλαδή κάποιος με σοβαρή ψυχική ασθένεια είναι αναγκαστικά και βίαιος. Με τον τρόπο που αναπαριστά η ταινία τους ψυχικά πάσχοντες, ουσιαστικά συνεισφέρει στην περαιτέρω εδραίωση κοινωνικών στερεοτύπων και στίγματος για όσους υποφέρουν από παρόμοια νοσήματα. Στην παρούσα κατάσταση, ο δημόσιος διάλογος στην Ελλάδα φαίνεται να στρέφει το ενδιαφέρον πολύ περισσότερο στο πώς η ανισότητα πλούτου οδηγεί σε κοινωνική κατάρρευση, μετατρέποντας τον Joker σε κάτι που δεν είναι: μια ταινία για πολιτική διαμαρτυρία και κοινωνική αναταραχή. Η ταινία στηρίζεται όμως σε μια πολύ στερεοτυπική –και «εύκολη»– αναπαράσταση ψυχωτικών συμπτωμάτων ως υπεύθυνων για αυτή τη συμπεριφορά.

2. Τον τρόπο με τον οποίο στη χώρα μας –όπως και σε πολλές άλλες χώρες, και ιδιαίτερα στην Αμερική– γίνεται κατανοητή η σχέση μεταξύ της αναπαράστασης της βίας στα μέσα και της ανθρώπινης συμπεριφοράς, ιδιαίτερα δε των ανηλίκων. Πρόκειται για την κλασική σχολή σκέψης των επιδράσεων, μια προσέγγιση που προέρχεται από τον χώρο της ψυχολογίας, σύμφωνα με την οποία συγκεκριμένα περιεχόμενα των ΜΜΕ –πολύ συχνά, όπως και στην περίπτωση του Joker, μιλάμε για βίαιο περιεχόμενο– επιδρούν στους ανθρώπους –ιδιαίτερα σε νεαρά άτομα– με αποτέλεσμα να υπάρχει ο κίνδυνος υιοθέτησης των συγκεκριμένων συμπεριφορών από αυτά. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, άμα βλέπει κανείς βίαιο περιεχόμενο, κινδυνεύει να αντιγράψει και να επαναλάβει όσα βλέπει, πόσο μάλλον νεαρά, «εύκολα εντυπωσιάσιμα» άτομα – οι 15χρονοι της ιστορίας μας. Παρόμοιες αντιλήψεις, που προδικάζουν ότι νεαρά άτομα θα υιοθετήσουν άκριτα ό,τι βλέπουν (ή ακούνε), καθώς η έκθεση στο αμφιλεγόμενο (βίαιο) περιεχόμενο θα έχει αποτέλεσμα την καλλιέργεια (βίαιων) προτύπων, δεν είναι κάτι καινούργιο ή σημερινό, ούτε χαρακτηρίζουν μόνο τη χώρα μας. Μέσα από την επιστημονική προσέγγιση των πολιτισμικών σπουδών, παρατηρείται ήδη από το 1860-1870 και μετά συστηματικά μια κοινωνική ανησυχία για το τι θα συμβεί όταν «ευάλωτα» και «ευκολοεπηρέαστα» άτομα αρχίζουν και καταναλώνουν τη «λάθος» κουλτούρα. Για παράδειγμα, είτε μιλάμε για αναγνώσματα τύπου «Penny Dreadfulls», σύντομες ιστορίες εγκλήματος και καταδίωξης που ήταν ιδιαίτερα δημοφιλείς μεταξύ νεαρών αγοριών εργατικής τάξης στη βικτοριανή Βρετανία και κόστιζαν μια πένα, είτε μιλάμε για ρομαντικά μυθιστορήματα τύπου «Ο εραστής της λαίδης Τσάτερλι», με γυναικείο αναγνωστικό κοινό την ίδια εποχή, είτε για την εξάπλωση της τζαζ μουσικής στα 1920 ή για την ανάγνωση κόμικς από νεαρά άτομα στη Βρετανία του 1950, το άκουσμα ροκ εν ρολ στα 1960 ή heavy metal μουσικής στα 1990, την ενασχόληση με βιντεοπαιχνίδια, αρχικά, και παιχνίδια υπολογιστή και στο διαδίκτυο αργότερα –τα παραδείγματα είναι πραγματικά αναρίθμητα– η συζήτηση παραμένει ουσιαστικά η ίδια διαχρονικά: η δύναμη της τεχνολογίας και των ΜΜΕ είναι τόσο μεγάλη, που τα άτομα «λυγίζουν» και υιοθετούν συγκεκριμένες συμπεριφορές, που τις περισσότερες φορές σχετίζονται είτε με βία είτε με σεξ. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, σύμφωνα με αυτόν τον τρόπο σκέψης, η έκθεση σε και η ενασχόληση με το «λάθος» περιεχόμενο οδηγεί νεαρούς εφήβους (αγόρια) σε παραβατική και βίαιη συμπεριφορά – ή εξωθούσε τις γυναίκες που διάβαζαν ρομαντικά μυθιστορήματα στη βικτοριανή Βρετανία σε εξωσυζυγικές σεξουαλικές σχέσεις, ξυπνώντας τον σαρκικό πόθο, καταλύοντας ακολούθως τον ίδιο τον θεσμό της οικογένειας και υποθηκεύοντας το μέλλον του έθνους. Η συζήτηση παραμένει η ίδια, το μόνο που αλλάζει κάθε φορά είναι ο φορέας της ανησυχίας (το ρομαντικό μυθιστόρημα και οι αστυνομικές ιστορίες στον 19ο αιώνα, τα κόμικς στα 1950, λίγο αργότερα η τηλεόραση, το βίντεο, κατόπιν ο υπολογιστής και το διαδίκτυο κ.ο.κ. καθώς φτάνουμε στο σήμερα). Η επιστήμη της ψυχολογίας, που εδραιώνεται ως η κατ’ εξοχήν επιστημονική «φωνή» που δικαιούται να ασχολείται και να μιλά συστηματικά για την ανθρώπινη συμπεριφορά από το 1920 και μετά, μελετά τη σχέση των ατόμων (στην περίπτωσή μας, ανηλίκων, νεαρών εφήβων) με τα μέσα και διαμορφώνει το πώς σκεφτόμαστε και πώς μιλάμε για τα παιδιά, αλλά και για τα ίδια τα μέσα.

Παρόμοιες όμως αντιλήψεις, σχετικά με τις επιδράσεις των μέσων σε νεαρά άτομα –τι μπορεί να συμβεί αν ανήλικοι δουν τον Joker– πάσχουν από μια σειρά από προβλήματα:

Α. Αγνοούν το πώς έχει κατασκευαστεί κοινωνικά η έννοια του παιδιού (συμπεριλαμβάνονται και οι έφηβοι εδώ) στη δυτική σκέψη από τον 19ο αι. και μετά, ως κάτι ευάλωτο, αθώο και ανυπεράσπιστο, το οποίο χρήζει προφανώς προστασίας από κάθε είδους κινδύνους, ιδιαίτερα ηθικούς. Τα μέσα, και η τεχνολογία ευρύτερα, αντιμετωπίζονται σε αυτή την περίπτωση ως ηθικοί αυτουργοί για μια σειρά από ανάρμοστες συμπεριφορές, σκέψεις και πρακτικές, και γι’ αυτόν τον λόγο δικαιολογείται η ρύθμιση τόσο των ατόμων όσο και των ίδιων των μέσων. Οποιος δεν ακολουθεί αυτή την πρακτική, αντιμετωπίζεται ως προβληματικός και ελαττωματικός (γονέας, φορέας, θεσμός).

Β. Βλέπουν μονοσήμαντα τη σχέση ατόμων-μέσων (άμα δεις κάτι, θα αντιγράψεις τη συμπεριφορά) και ερμηνεύουν μια συσχέτιση (κάποιος που καταναλώνει βίαιο περιεχόμενο, μπορεί να έχει και βίαιη συμπεριφορά) ως σχέση αιτιότητας (επειδή είδες το βίαιο περιεχόμενο, η συμπεριφορά σου έγινε βίαιη και παραβατική). Αποτέλεσμα αυτού του είδους σκέψης είναι ότι μια και έχουμε φτιάξει το πρόβλημα (το περιεχόμενο των μέσων ευθύνεται για τη συμπεριφορά κάποιων ατόμων/κοινωνικών ομάδων), προκαθορίζουμε και τη λύση του [η ρύθμιση της κατανάλωσης των «ευάλωτων» ατόμων και κοινωνικών ομάδων, όπου ιστορικά περιλαμβάνει νεαρά άτομα (παιδιά-εφήβους), γυναίκες και την εργατική τάξη].

Γ. Θεωρούν ότι τα άτομα (οι έφηβοι στην περίπτωσή μας) καταναλώνουν άκριτα και χωρίς κανένα φίλτρο ό,τι δουν (διαβάσουν, ακούσουν), πιστεύουν δηλαδή ότι τα ακροατήρια –ιδιαίτερα τα ανήλικα– είναι παθητικά και χειραγωγήσιμα από τα μέσα και την τεχνολογία και άρα «κινδυνεύουν» από αυτά. Οι διάφορες εμπειρικές έρευνες που αναφέρονται συχνά στη βιβλιογραφία ακολουθούν μια προσέγγιση εργαστηρίου και πάσχουν από σοβαρές μεθοδολογικές και επιστημολογικές ασάφειες και περιορισμούς. Η άλλη προσέγγιση, που προέρχεται από τον χώρο των πολιτισμικών σπουδών και της νέας κοινωνιολογίας της παιδικής ηλικίας, αντιμάχεται αυτή την αφήγηση «κινδύνου και βλάβης» υποστηρίζοντας –και αποδεικνύοντας δουλεύοντας με τα ίδια τα νεαρά ακροατήρια– ότι τα παιδιά κάθε άλλο παρά παθητικά και χωρίς κρίση και άποψη είναι. Αντίθετα, έχουν πολλαπλούς τρόπους να νοηματοδοτούν και να φιλτράρουν, να εξηγούν και να αποδομούν ό,τι βλέπουν, διαχωρίζοντας μεταξύ της τηλεοπτικής/κινηματογραφικής αφήγησης και της πραγματικότητας, και φέρνοντας στην ερμηνεία τους ένα πολυσύνθετο αξιακό και ηθικό σύστημα.

Σχόλια: 0

Πρόσθεσε σχόλιο

Παρακαλώ συμπλήρωσε όλα τα πεδία που σημειώνονται με αστερίσκο. Η ηλεκτρονική σου διεύθυνση (Email) δεν εμφανίζεται στην ιστοσελίδα. Απόφυγε την χρήση κεφαλαίων γραμμάτων - εκτός βέβαια από το πρώτο γράμμα ονόματος ή πρότασης.

* * * *

Γράψε μόνο καθαρό κείμενο (ελληνικό ή λατινικό αλφάβητο και αριθμούς, όχι σύμβολα ή κωδικούς του HTML). Αν εισάγεις σύμβολα, η αποστολή ακυρώνεται. Άφησε μια κενή σειρά μεταξύ των παραγράφων.

Για λόγους ασφαλείας, αντίγραψε τους αριθμούς της εικόνας στο αντίστοιχο πεδίο. Αν οι αριθμοί είναι δυσανάγνωστοι ή αν πέρασαν 20 λεπτά από τότε που άνοιξες την σελίδα, «κάνε κλικ εδώ για να τους αλλάξεις».

Το σχόλιό σου θα εμφανιστεί αφού πρώτα ελεγχθεί από την διαχείριση της ιστοσελίδας.

Θέμα επικαιρότητας:
Ανθρώπινα δικαιώματα

Σύνολο: 69 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι