Επιδότηση της εργασίας αντί της ανεργίας

Ελίζα Παπαδάκη, Κυριακάτικη Αυγή, 14/05/2006

Η σύγχυση που επικράτησε στη Βουλή την περασμένη εβδομάδα με αφορμή τους απολυμένους κλωστοϋφαντουργούς της Νάουσας, η συνεχής τροποποίηση της αρχικής κυβερνητικής πρότασης για την πρόωρη συνταξιοδότησή τους, ανέδειξε την ανυπαρξία πολιτικής για την απασχόληση. Εκεί που δήλωνε ικανοποιημένη με την αύξηση του ΑΕΠ, την άνοδο της απασχόλησης και κάποια υποχώρηση της ανεργίας (μικρότερη από 1% σε ετήσια βάση) που έδειχναν οι στατιστικές, η κυβέρνηση φάνηκε ξαφνικά να τρομάζει με τη δυσφορία που προκαλεί η εκρηκτική ανεργία στην Ημαθεία. Πήγε να την καταπραϋνει με μερικές συντάξεις - αντιφάσκοντας με την ταυτόχρονη ρητορεία της για το ασφαλιστικό. Μπροστά στις επικρίσεις που δέχθηκε, μετονόμασε τις συντάξεις σε επιδόματα και κατόπιν μίλησε για επέκτασή τους μέσω ενός "Ταμείου Αλληλεγγύης" και σε άλλους νομούς με υψηλή ανεργία. Πέρα από τη συνηθισμένη ασάφεια ως προς τη χρηματοδότηση, την προχειρότητα αυτών των διαδοχικών τοποθετήσεων υπογράμμισε η απουσία κάθε αναφοράς στο 20% των νέων κάτω των 30 ετών που καταγράφονται στατιστικά ως άνεργοι.

Επίκαιρη για τη συζήτηση που θα ήταν αναγκαίο να κάνουμε οργανωμένα, έρχεται η παρέμβαση του καθηγητή πολιτικής οικονομίας στο πανεπιστήμιο Κολούμπια Έντμουντ Φελπς. Αναπτύσσοντας την κεϋνσιανή προβληματική στις σύγχρονες συνθήκες από φιλελεύθερη (όχι νεο-φιλελεύθερη) σκοπιά, ο Αμερικανός οικονομολόγος έχει διακριθεί για την έρευνά του πάνω στην απασχόληση και την ανεργία, με ενεργό παρουσία και στην Ευρώπη, τελευταία και στην Κίνα. Με το παράδειγμα των ΗΠΑ καταρρίπτει την άποψη ότι ο μαζικός αποκλεισμός από την εργασία, όπως αναπτύχθηκε στις προηγμένες οικονομίες μετά τη δεκαετία του 1970, είναι δυνατό να ξεπερασθεί από τις αγορές, με απελευθέρωση των απολύσεων ή συμπίεση των κατώτατων μισθών, πράγμα που διατείνονται οι νεοφιλελεύθεροι, στη χώρα μας ο ΣΕΒ. Για την καταπολέμησή του υποστηρίζει την επιδότηση των προσλήψεων σε χαμηλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας.

Μακροπρόθεσμα οπωσδήποτε θα πρέπει να επιδιώξουμε τη δημιουργία πολλών θέσεων εργασίας υψηλής ειδίκευσης και αμοιβής σε νέους προηγμένους κλάδους. Αλλά μια τέτοια αλλαγή παραγωγικού (και εκπαιδευτικού) προτύπου δεν έχει αρχίσει καν να σχεδιάζεται και απαιτεί χρόνο. Στο μεταξύ, η πρόταση Φελπς, όχι περιστασιακά όπως μέχρι τώρα, απλώς για να ξοδευθούν κάποια κοινοτικά κονδύλια, αλλά ως άξονας κατά του αποκλεισμού από την εργασία, αξίζει να εξετασθεί σοβαρά. Η υιοθέτησή της θα σήμαινε, βέβαια, αλλαγή της δημοσιονομικής πολιτικής: αναπροσανατολισμό δαπανών και εγκατάλειψη φορολογικών κινήτρων.

Ελίζα ΠΑΠΑΔΑΚΗ

Πώς θα εντάξουμε τους αποκλεισμένους από την εργασία

του Έντμουντ Φελπς

Δεν έγινε ίσως αντιληπτό αμέσως, αλλά το πρόσφατο κύμα διαμαρτυρίας στη Γαλλία κατά της Σύμβασης Πρώτης Πρόσληψης (που θα έδινε μεγαλύτερη ελευθερία στους εργοδότες να απολύουν τους νέους εργαζόμενους) είχε μιαν ευτυχή συνέπεια. Για να εκτονώσει την κρίση ο πρόεδρος Σιράκ έκανε πίσω, προτείνοντας αυτή η σύμβαση να αντικατασταθεί με επιδότηση των προσλήψεων για να μειωθεί η ανεργία των νέων. Ένα παρόμοιο μέτρο σχεδιάζει να πάρει η Γερμανία.

Για τους οπαδούς μεγαλύτερης ευελιξίας στην αγορά εργασίας, το να επιδοτούμε τις επιχειρήσεις για να προσλαμβάνουν νέους είναι σφάλμα. Νομίζουν ότι αν οι εργοδότες μπορούν να απολύουν ευκολότερα, ευκολότερα και θα προσλαμβάνουν. Η άποψη αυτή αγνοεί ότι μια απορρυθμισμένη αγορά εργασίας δεν θα εξαλείψει την ανεργία, ούτε θα μετατρέψει ανειδίκευτους εργάτες χαμηλής απόδοσης σε εξόχως παραγωγικούς και καλοπληρωμένους μισθωτούς. Αν οι προτάσεις επιδότησης των προσλήψεων στη Γαλλία και τη Γερμανία έχουν κάποιο μειονέκτημα, αυτό είναι ότι δεν πάνε αρκετά μακριά.

Στις ανεπτυγμένες οικονομίες του δυτικού κόσμου, πολλοί άνθρωποι όλων των ηλικιών δεν έχουν πραγματική απασχόληση. Στις ΗΠΑ ο μισθός των λιγότερο καταρτισμένων εργατών είναι τόσο χαμηλός, ώστε ακόμα και αν δεν ωθούνται στην εξαθλίωση, ψυχολογικά δυσκολεύονται να κρατήσουν μια δουλειά για καιρό. Κάποτε είναι τόσο απογοητευμένοι ή πνιγμένοι στις δυσκολίες τους, ώστε να μην μπορούν να προσληφθούν. Σε μερικές χώρες οι ανειδίκευτοι εργάτες δεν βρίσκουν δουλειά γιατί ο κατώτατος μισθός τους κάνει πολύ ακριβούς για εργοδότες που θέλουν να είναι νόμιμοι. Στην Ευρώπη η προστασία που προσφέρουν στους εργαζόμενους οι συλλογικές συμβάσεις και ο κατώτατος μισθός καταλήγουν να αποκλείουν τους λιγότερο καταρτισμένους από την απασχόληση.

Αυτός ο αποκλεισμός από τον κόσμο της εργασίας έχει υψηλό κοινωνικό κόστος: δημιουργεί εκατομμύρια εξαρτημένους από προνοιακά επιδόματα, ευνοεί την εγκληματικότητα και τη βία. Τέτοιες κοινωνικές παθολογίες εκμεταλλεύονται οι λαϊκιστές για να υποσκάψουν την ελεύθερη επιχείρηση, η οποία είναι αυτό ακριβώς που χρειάζονται οι δυτικές χώρες για να διασφαλίσουν τον οικονομικό δυναμισμό, άρα και την ευημερία τους. Οι ενταγμένοι, όσοι ευνοούνται από το σύστημα, ήδη φέρουν το κοινωνικό κόστος του αποκλεισμού: γι’ αυτό όλοι θα έπρεπε να συμφωνήσουν να χρηματοδοτήσουν μέτρα για να τερματισθεί αυτή η κατάσταση.

Πριμ προσλήψεων

Η καλύτερη λύση είναι να επιδοτηθούν οι χαμηλής ειδίκευσης και κακοπληρωμένες θέσεις εργασίας με ένα πριμ στους εργοδότες για κάθε πρόσληψη πλήρους απασχόλησης. Το πριμ θα διαφοροποιείται σε σχέση με το μισθό: μεγάλο στα χαμηλά, θα μειώνεται βαθμιαία μέχρι να μηδενισθεί από ένα επίπεδο αμοιβής και πάνω. Θα αποτελέσει κίνητρο για τους εργοδότες να προσλαμβάνουν, και η μείωση της ανεργίας που θα προκύψει θα επιτρέψει τη χρηματοδότηση του μέτρου κατά το μεγαλύτερο μέρος. Οι άνεργοι θα μπορούν να επωφεληθούν από την επιδότηση αυτή μόνο προσφέροντας ένα ελάχιστο παραγωγικής εργασίας, όση κρίνουν επαρκή οι εργοδότες για να δικαιολογεί το μισθό. Θεωρητικά οι επιδοτήσεις θα έπρεπε να δίνονται χωρίς ηλικιακό κριτήριο. Αλλά είναι κατανοητό ότι τα σχέδια που μελετώνται σήμερα στοχεύουν κατά προτεραιότητα στους νέους και στους πιο ηλικιωμένους εργαζόμενους.

Μερικοί δεν βλέπουν σε τι διαφέρουν οι επιδοτήσεις της απασχόλησης από άλλα κοινωνικά βοηθήματα. Η διαφορά είναι όμως μεγάλη. Τα κοινωνικά ελάχιστα και τα επιδόματα ανεργίας ουδέποτε εμπόδισαν την περιθωριοποίηση των φτωχών εργατών. Αντίθετα, δημιουργούν κουλτούρα εξάρτησης. Αποκλεισμένοι από την εμπορευματική οικονομία, οι άνθρωποι αποθαρρύνονται. Ο αριθμός των οικονομικά ενεργών μειώνεται, οι λιγότερο παραγωγικοί παύουν να είναι απασχολήσιμοι, η ηθική της εργασίας χάνεται. Αυτό που χρειάζεται είναι να αυξηθεί η απασχόληση και να βελτιωθούν οι μισθοί, και είναι εφικτό μόνον αυξάνοντας τη ζήτηση για εργαζόμενους χαμηλής κατάρτισης.

Είναι λάθος να περιμένουμε ότι οι δυνάμεις της αγοράς από μόνες τους θα τερματίσουν το μαζικό αποκλεισμό από τον κόσμο της εργασίας που αναπτύχθηκε από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 ως τις αρχές του 1990. Η πολύ διαδεδομένη άποψη ότι κάποτε θα επανέλθουμε στην κανονική κατάσταση όπου ο καθένας θα έχει δουλειά, διότι πάντα υπάρχει τέλος στην κρίση, δεν πατά σε κανένα γερό υπόβαθρο.

Το όφελος από τη συνεργασία

Πολλοί ειδικοί αντιτίθενται σε οποιεσδήποτε επιδοτήσεις, ενμέρει διότι είναι πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να τερματισθούν, ακόμα και όταν δεν είναι πια αναγκαίες. Κατ’ αυτούς δεν πρέπει να πληρώνεται ένας συντελεστής της παραγωγής (εδώ, ο εργαζόμενος) πέρα από την οριακή του παραγωγικότητα (αυτό που προσθέτει στην παραγωγή της επιχείρησης). Επομένως, μόνος θεμιτός τρόπος να ενισχυθεί η απασχόληση είναι τα φορολογικά κίνητρα.

Όπως όμως έδειξαν οι θεωρητικοί των αρχών του 20ού αιώνα, η παραγωγικότητα καθενός σε ένα έθνος αυξάνεται από τη συνεργασία και τις ανταλλαγές μεταξύ των διαφόρων εργαζομένων. Υπάρχει ένα αμοιβαίο όφελος από την ίδια την οικονομική συνεργασία, το οποίο προστίθεται σ’ αυτό που κάθε ατομικό τελέντο επιτρέπει να παραχθεί. Η ιδέα αυτή έχει αναπτυχθεί περαιτέρω από τον φιλόσοφο Τζον Ρωλς.

Η κοινωνία μπορεί είτε να αφήσει την αγορά να κατανείμει αυτό το πρόσθετο προϊόν, είτε να παρέμβει για να ωφεληθούν οι λιγότερο προνομιούχοι, έτσι ώστε ορισμένοι να λαμβάνουν περισσότερα από την οριακή τους παραγωγή, και άλλοι λιγότερα. Καθώς οι λιγότερο καταρτισμένοι εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν ψυχολογικές δυσκολίες που τείνουν να μειώνουν το μισθό και την απασχολησιμότητά τους, είναι λογικό να τους παρέχουμε αυτό το επιπλέον με τη μορφή επιδοτήσεων που θα τους επιτρέψουν να κερδίζουν τη ζωή τους δουλεύοντας. Και σε αντίθεση με τα φορολογικά κίνητρα, οι επιδοτήσεις μπορούν να στοχεύσουν αποκλειστικά στην απασχόληση των λιγότερο καταρτισμένων.

Τόσο η Ευρώπη, όσο και οι ΗΠΑ οφείλουν να κάνουν περισσότερα για την ενσωμάτωση των λιγότερο καταρτισμένων εργαζομένων. Μια υγιής οικονομική πολιτική δεν επιδιώκει μόνο διατηρήσιμη μεγέθυνση και αύξηση του ΑΕΠ. Πρέπει να φροντίζει ώστε όλα τα μέλη της κοινωνίας, όσο γίνεται, να είναι αυτόνομα και να πραγματοποιούν τις δυνατότητές τους. Η κατάλληλη επιδότηση της απασχόλησης χαμηλής κατάρτισης είναι ένα δίκαιο και αποτελεσματικό μέσο για να το επιτύχει.

* Le Monde 13.5.2006, μετάφραση Ε.Π.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι