Αριθμοί που γεννούν ερωτήματα

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή, 25/07/2006

Τα στοιχεία για τους κατώτατους μισθούς στην Ευρώπη που παρουσίασε προχθές η "Αυγή" ίσως να εξέπληξαν αρκετούς αναγνώστες. Εμένα πάντως, που επεξεργάσθηκα τους πίνακες και τα διαγράμματα της Eurostat, μου έκαναν εντύπωση: όχι μόνο για το ότι ως προς το ύψος του κατώτατου μισθού η Ελλάδα κατατάσσεται 7η μεταξύ των χωρών μελών της Ε.Ε. που έχουν το θεσμό, σαφώς πάνω από την Ισπανία και την Πορτογαλία (αυτό έχει επισημανθεί και παλαιότερα), αλλά και επειδή η αναλογία του κατώτατου προς το μέσο μισθό στον ιδιωτικό τομέα 43,4% υπαινίσσεται σε μας μικρότερη ανισότητα μεταξύ των μισθωτών από πολλές άλλες χώρες.

Σ’ αυτά έρχεται να προστεθεί η τελευταία έκθεση του υπουργείου Οικονομίας που υπολογίζει για το 2005 τον ακαθάριστο μισθό ανά απασχολούμενο στην Ελλάδα: στο 75,7% του μέσου όρου στην Ευρωζώνη σε ευρώ, και στο 92,9% σε "μονάδες σταθερής αγοραστικής δύναμης ΜΣΑΔ", που ενσωματώνουν τις διαφορές στα επίπεδα των τιμών μεταξύ των χωρών. Το ακαθάριστο διαθέσιμο (μετά την αφαίρεση των φόρων) εισόδημα ανά κάτοικο βρίσκεται στο 70% της Ευρωζώνης σε ευρώ, στο 85,9% σε ΜΣΑΔ.

Η έκθεση παρουσιάζει επίσης μιαν ενδιαφέρουσα σύγκριση ως προς την κατανομή του εισοδήματος: Στη χώρα μας μισθωτοί είναι το 59,2% του συνόλου των απασχολουμένων, οι οποίοι λαμβάνουν ως μισθούς το 38,3% της συνολικής ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας που παράγεται. Το υπόλοιπο 61,7%, που περιλαμβάνει τα επιχειρηματικά κέρδη, τα εισοδήματα από περιουσία (ενοίκια), αλλά και τα εισοδήματα των αγροτών και των αυταπασχολουμένων ("ακαθάριστο λειτουργικό πλεόνασμα" το αποκαλεί η έκθεση, χωρίς, δυστυχώς, να το αναλύει κατά κατηγορίες), το καρπώνεται το 40,8% των απασχολουμένων. Στην Ευρωζώνη η μισθωτή εργασία είναι πολύ πιο εκτεταμένη. Μισθωτοί είναι το 84,4% των απασχολουμένων, οι οποίοι λαμβάνουν το 53,8% της παραγόμενης προστιθέμενης αξίας. Το υπόλοιπο 46,2% (κέρδη κ.λπ.) το καρπώνεται το 15,6%. Αξίζει να σημειωθεί ο λόγος του μεριδίου των μισθών προς το ποσοστό των μισθωτών επί των απασχολουμένων που στην Ελλάδα είναι 64,7% και στην Ευρωζώνη 63,7%. Διότι δείχνει ότι η κατανομή του εισοδήματος στη χώρα μας, όσον αφορά τους μισθούς, δεν είναι δυσμενέστερη σε σύγκριση με την Ευρωζώνη.

Τέλος, οι πραγματικές αυξήσεις που καταγράφει η έκθεση (3% το χρόνο την τελευταία πενταετία κατά μέσο όρο) αντιπαραβάλλονται στη στασιμότητα των μισθών στην Ευρώπη, όπως τη διαπιστώνει πρόσφατο ενημερωτικό δελτίο της Συνομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Συνδικάτων (ΣΕΣ, 7/6/2006). Διακρίνοντας κάποια στροφή προς αυξήσεις φέτος, η μεγαλύτερη που καταγράφει το δελτίο της ΣΕΣ είναι το 11% για τη διετία της δικής μας εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας.

Αν όλα τα παραπάνω υποδηλώνουν ότι ως προς τους μισθούς των εργαζομένων στην Ευρώπη η Ελλάδα δεν υστερεί, εντελώς διαφορετική εικόνα παρουσιάζουν κάποιοι άλλοι κρίσιμοι κοινωνικοί δείκτες: Ενδεικτικά, έχουμε επίσημο ποσοστό ανεργίας 9,8%, το υψηλότερο στην Ευρωζώνη, το τρίτο υψηλότερο στην Ε.Ε. των 25 μετά την Πολωνία και την Τσεχοσλοβακία. Το ποσοστό του ΑΕΠ που διαθέτουμε από τις δημόσιες δαπάνες για την παιδεία είναι 3,5%, το χαμηλότερο μεταξύ των 25. Και οι εισοδηματικές ανισότητες, όπως μετρούνται με το λόγο του εισοδήματος του φτωχότερου 20% του πληθυσμού προς το πλουσιότερο 20%, 1:6 στην Ελλάδα, είναι, μαζί με την Πορτογαλία, οι χειρότερες στην Ε.Ε. των 25.

Για να διορθωθούν αυτά χρειάζονται δημόσιες πολιτικές και περισσότεροι δημόσιοι πόροι: προγράμματα απασχόλησης σε τομείς κοινωνικών υπηρεσιών, όπου οι ανάγκες είναι μεγάλες, μεγαλύτερα κονδύλια για την παιδεία, καθιέρωση του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος για το μισό εκατομμύριο των ακραία φτωχών κ.ο.κ. Και για να χρηματοδοτηθούν τέτοιες πολιτικές χρειάζονται, βέβαια, δημόσια έσοδα, δηλαδή φόροι. Αντέχουμε ως κοινωνία να πληρώσουμε περισσότερους φόρους;

Ακούμε συχνά ότι "τα φορολογικά υποζύγια" στη χώρα μας είναι οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι, οι οποίοι πληρώνουν το μεγαλύτερο μέρος του φόρου εισοδήματος των φυσικών προσώπων. Πρέπει όμως να εξετάσουμε ποιοι πληρώνουν πραγματικά πόσο φόρο. Σύμφωνα με τα αναλυτικά στοιχεία του υπουργείου, από τα 5,5 εκατομμύρια δηλώσεις που εκκαθαρίσθηκαν πέρυσι, 509 χιλιάδες φορολογούμενοι, το 9,2% του συνόλου, είχαν δηλώσει εισόδημα πάνω από το ανώτατο κλιμάκιο των 23.400 ευρώ, το 31% του εισοδήματος που δηλώθηκε συνολικά, 36.950 ευρώ κατά μέσο όρο ο καθένας. Και πλήρωσαν το 73% του συνολικού φόρου που καταβλήθηκε, 3.990 εκατομμύρια ευρώ, 7.840 ευρώ ο καθένας κατά μέσο όρο ο καθένας, ήτοι το 21% του εισοδήματος που είχαν δηλώσει, χάρη στις εκτεταμένες απαλλαγές που ισχύουν. Από αυτούς η συντριπτική πλειονότητα, 430.000, το 84,5%, ήσαν "μισθωτοί", δηλαδή φορολογούμενοι που δήλωσαν το μισθό τους ως κύρια πηγή του εισοδήματός τους ανάμεσα σε άλλες, αποτελούσαν το 8% του συνόλου των μισθωτών που υπέβαλαν δήλωση, και πλήρωσαν το 64% του φόρου εισοδήματος όλων των μισθωτών, ενώ το 92% των μισθωτών πλήρωσαν το 36% του φόρου.

Είναι μια φορολογία που μόλις ξεπερνάει το 20% του δηλούμενου εισοδήματος τόσο δυσβάσταχτη για το ευπορότερο 10% (σύμφωνα με τις δηλώσεις) του πληθυσμού; Ή μήπως χρειαζόμαστε μια φορολογική μεταρρύθμιση στην αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν που ακολουθείται;

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι