Νικητές και ηττημένοι στα πεδία του Λιβάνου

Μπάμπης Γεωργούλας, Εποχή, 03/09/2006

Πρακτικά, ένας πόλεμος τελειώνει είτε με την αδιαμφισβήτητη επικράτηση του ενός αντιπάλου επί του άλλου, είτε με μια συμφωνία κατάπαυσης του πυρός. Στη δεύτερη επιλογή ο ουσιαστικά επιτιθέμενος οδηγείται, όταν αντιλαμβάνεται ότι δεν είναι δυνατόν να πετύχει τους στόχους του με ένα τίμημα που είναι διατεθειμένος να καταβάλει (στρατιωτικό ή πολιτικό), αλλά κατά πολύ μεγαλύτερο, ή όταν αποδεικνύεται ότι δεν μπορεί καθόλου να τους πετύχει (τουλάχιστον στο χρονικό διάστημα που είχε προδιαγράψει).

Στην πρώτη περίπτωση είναι σαφές ποιος είναι ο νικητής και ποιος ο ηττημένος. Τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα. Στη δεύτερη, δεν «κέρδισε» μεν κανένας τον πόλεμο, αλλά είναι σαφές ότι οι στόχοι του επιτιθέμενου δεν έχουν επιτευχθεί.

Ο τρόπος με τον οποίο έληξε ο πόλεμος στον Λίβανο, έχει πιο πολλά χαρακτηριστικά της δεύτερης περίπτωσης. Αυτός ο τρόπος λήξης δεν είναι ασυνήθιστος. Για τη νοοτροπία, όμως, της πολιτικής ηγεσίας του Ισραήλ, στη μεγάλη πλειοψηφία της τουλάχιστον, λίγο απέχει από το να θεωρείται ήττα. Είναι η πρώτη φορά από την έναρξη εφαρμογής μιας επιθετικής πολιτικής του Τελ Αβίβ με πρόσχημα τη νόμιμη άμυνά του, που το Ισραήλ αναγκάζεται να προχωρήσει στη λήξη των πολεμικών ενεργειών, χωρίς να έχει πετύχει τους βασικούς διακηρυγμένους πολεμικούς στόχους του.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το Ισραήλ ξαφνικά βρέθηκε στη θέση του αδύναμου κράτους, που είναι στο έλεος των αντιπάλων του. Σημαίνει, όμως, ότι αρχίζει να χάνει τα ερείσματά της μια πολιτική πολεμικής κατίσχυσης έναντι των Παλαιστινίων και των γειτονικών αραβικών κρατών, η οποία ακολουθήθηκε, με ελάχιστες εξαιρέσεις, από το σύνολο της πολιτικής ηγεσίας του τα τελευταία σαράντα χρόνια.

Αυτή η πραγματικότητα μπορεί να δημιουργήσει στο ορατό μέλλον νέα δεδομένα. Αν, τελικά, θα υπάρξει μια νέα Μέση Ανατολή, διαφορετική, βέβαια, από αυτήν που οραματίζονται Μπους και Ράις, δεν μπορεί παρά να εμπεριέχει αυτά τα νέα δεδομένα.

Όσο γρηγορότερα αντιληφθούν οι πολιτικοί ηγέτες του Ισραήλ αυτή την πραγματικότητα, τόσο το καλύτερο για όλους, και πρώτα πρώτα για τον λαό του Ισραήλ. Η πολιτική που ισχυρίζεται ότι κάθε ληστρική επιδίωξη είναι θεμιτή υπό την πίεση – και το πρόσχημα – της αντιτρομοκρατικής υστερίας των ΗΠΑ, έχει αρχίσει να δείχνει τα όριά της. Μέσα από τις ρωγμές της αρχίζουν να διαφαίνονται και τα όρια της πολιτικής της πυγμής, που ακολουθεί επί δεκαετίες το Τελ Αβίβ, η οποία στηρίχθηκε πάντα στο μύθο του αήττητου Ισραήλ.

Η εξέλιξη του πολέμου στον Λίβανο υπονόμευσε και έναν άλλο μύθο. Στον πόλεμο αυτό έγινε αντιληπτό ότι κανείς, όσο ισχυρός κι αν είναι, ούτε η πανίσχυρη παντοκράτειρα μοναδική υπερδύναμη, δεν είναι σε θέση να κάνει ό,τι θέλει, χωρίς να παίρνει υπόψη του τι συμβαίνει στο πεδίο της μάχης και στον υπόλοιπο κόσμο. Υπάρχουν αποτελεσματικά εμπόδια (πρώτο απ’ όλα το αντιπολεμικό κίνημα σε όλες τις χώρες), που μπορούν να παρεμβληθούν στον αδίστακτο δρόμο τους και να αποτελέσουν πρόσκομμα στην υλοποίηση των σχεδίων τους.

Αρκετοί ισχυρίζονται ότι με την απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας που προέβλεπε την κατάπαυση του πυρός και την ανάπτυξη δυνάμεων του ΟΗΕ στο νότιο Λίβανο, ουσιαστικά οι ΗΠΑ, το Ισραήλ και οι σύμμαχοί τους προωθούν με άλλα μέσα τους ίδιους στόχους που είχαν θέσει με την επίθεση και την εισβολή στον Λίβανο.

Η αλήθεια, ωστόσο, είναι ότι οι ΗΠΑ και το Ισραήλ έχουν σήμερα, με την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί, πολύ λιγότερες δυνατότητες να πετύχουν τους σκοπούς τους απ’ ό,τι είχαν με τη συνέχιση του πολέμου στον Λίβανο. Αν η συνέχιση του πολέμου αποδεικνυόταν ασύμφορη γι’ αυτούς, γιατί μπορεί να αποδεχθεί συμφέρουσα μια τέτοια απόφαση του ΣΑ;

Είναι σαφές ότι η πρώτη επιλογή και του Ισραήλ και των ΗΠΑ ήταν η συνέχιση του πολέμου μέχρι την επίτευξη των διακηρυγμένων στόχων, δηλαδή μέχρι την εξάλειψη της δυνατότητας της Χεζμπολάχ να προξενεί απώλειες στο Ισραήλ με τα πλήγματά της, μέχρι τον αφοπλισμό της, που θα επιτυγχανόταν με την εκκαθάριση του εδάφους του νότιου Λίβανου από τον ισραηλινό στρατό και με την παρουσία του εκεί για όσο διάστημα ήταν αναγκαίο.

Είναι γνωστό ότι η πολιτική της κωλυσιεργίας των ΗΠΑ στο ΣΑ του ΟΗΕ αποσκοπούσε στο να δίνει στο Τελ Αβίβ αλλεπάλληλες παρατάσεις, ώστε να πετύχει στο πεδίο της μάχης τους στόχους του. Πράγμα που αποδείχτηκε ανέφικτο. Αν αυτό αποδείχτηκε ανέφικτο με τους συγκεκριμένους συσχετισμούς, γιατί θα μπορούσε να γίνει εφικτό να επιτευχθούν οι ίδιοι στόχοι με την εφαρμογή μιας απόφασης του ΣΑ, η οποία διαμορφώθηκε με βάση τους ίδιους συσχετισμούς και η οποία δεν εμπεριέχει τη βασική τους επιδίωξη, τον αφοπλισμό της Χεζμπολάχ;

Προφανώς, αν είχαμε εμείς μαζί με άλλους ομοϊδεάτες μας τη δυνατότητα να συντάξουμε και να εφαρμόσουμε την απόφαση του ΣΑ, η απόφαση θα ήταν διαφορετική. Και από αυτή την άποψη είναι δικαιολογημένες όσες πολιτικές δυνάμεις της αριστεράς προβάλλουν τις διαφορές τους και τις ενστάσεις τους ως προς την απόφαση αυτή διαφοροποιώντας τη στάση τους έναντι της κυβέρνησης της ΝΔ και των χειρισμών της.

Από το σημείο αυτό, όμως, μέχρι την προβολή του ισχυρισμού ότι η ανάπτυξη δυνάμεων του ΟΗΕ στο νότιο Λίβανο δεν αποτελεί παρά συνέχιση της επιδίωξης των ίδιων στόχων των ΗΠΑ και του Ισραήλ με άλλα μέσα, υπάρχει τεράστια διαφορά. Δεν αναρωτιούνται, άραγε, όσοι υποστηρίζουν παρόμοιες θέσεις γιατί η ίδια η Χεζμπολάχ δεν έχει ριζική αντίθεση με την απόφαση αυτή και δεν αντιτάσσεται στην εφαρμογή της; Δεν τους προβληματίζει ούτε η επιμονή του Μπους να τονίζει σε κάθε ευκαιρία ότι χρειάζεται και άλλη, συμπληρωματική απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας, που θα δίνει εντολή στις δυνάμεις του ΟΗΕ να αφοπλίσουν εκείνες της Χεζμπολάχ;

Όταν αντιμετωπίζεται αρνητικά εκ των προτέρων και με τέτοια επιχειρήματα η αποστολή δύναμης του ΟΗΕ σε ένα μέχρι χθες θέατρο κηρυγμένου ή ακήρυχτου πολέμου, καλλιεργείται η εντύπωση ότι οποιαδήποτε σχετική απόφαση του ΟΗΕ δεν είναι παρά ελιγμός των ιμπεριαλιστών για την επίτευξη των στόχων τους με άλλα μέσα. Η αλήθεια, ωστόσο, δεν είναι τόσο απλοϊκή. Κάθε απόφαση αυτού του είδους είναι προφανώς αποτέλεσμα συμβιβασμού. Ο συμβιβασμός δεν είναι κατ’ αρχήν και εκ των προτέρων απαράδεκτος. Το ζητούμενο είναι εάν και κατά πόσο ο συγκεκριμένος συμβιβασμός προωθεί τα σχέδια των ιμπεριαλιστών ή παρεμποδίζει την απρόσκοπτη εφαρμογή τους.

Για να το θέσουμε αλλιώς, με ένα παράδειγμα: Θα ήταν απαράδεκτο να επιδιωχθεί και να υπάρξει απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας, η οποία να προβλέπει ανάπτυξη δύναμης του ΟΗΕ στα σύνορα Ισραήλ και Λωρίδας της Γάζας; Υπάρχει σήμερα κανένας άλλος ορατός τρόπος, με τον οποίο μπορεί να αποτραπεί αποτελεσματικά ο στόχος του Τελ Αβίβ, που δεν είναι άλλος από τη συστηματική καταστροφή κάθε δυνατότητας να συγκροτηθεί η Παλαιστινιακή Αρχή σε αρχή ικανή να ασκήσει εξουσία επί του εδάφους της;

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι