Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης και μηχανισμοί συμφερόντων

Γιώργος Σιακαντάρης, Ελευθεροτυπία, 04/09/2006

Στη χώρα μας το ενδιαφέρον για την πορεία των έργων του Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης εστιάζεται κυρίως στον βαθμό που έχουν προχωρήσει οι συμβάσεις και οι δαπάνες των προβλεπόμενων ενεργειών. Η προσέγγιση της προστιθέμενης αξίας και των ποιοτικών αλλαγών που προκύπτουν από την υλοποίηση των λεγόμενων «συγχρηματοδοτούμενων δράσεων» υποτιμάται ή αποφεύγεται σκοπίμως. Η οικονομίστικη προσέγγιση δεν επιτρέπει την αποκάλυψη του μηχανισμού δημόσιων και ιδιωτικών συμφερόντων που έχει δημιουργηθεί και διαμορφώνει μια εξόχως σουρεαλιστική κατάσταση. Μια κατάσταση αλληλοτροφοδοτούμενου εφησυχασμού και αλληλοθαυμασμού για τα «επιτεύγματα». Ας πάρουμε δύο παραδείγματα για να κάνουμε πιο σαφές τι εννοούμε.

Πρώτον: Ας δούμε πώς λειτούργησε μια πραγματικά αξιόλογη προσπάθεια για τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου μηχανισμού, όπως ήταν η ίδρυση το 1996 της Μονάδας Οργάνωσης της Διαχείρισης (ΜΟΔ) και υποστήριξης των έργων του ΚΠΣ. Μια προσπάθεια που υπονομεύτηκε με τον νόμο 2860/2000, ο οποίος διέθετε αυτά τα στελέχη της ΜΟΔ στα υπουργεία, εξανεμίζοντας με αυτόν τον τρόπο την ανεξαρτησία αυτής της Μονάδας. Σήμερα πάλι, που γίνεται μια προσπάθεια ανεξαρτητοποίησης των δράσεων του Δ ΚΠΣ μέσα από τον περιορισμό του κατακερματισμού των προγραμμάτων σε κάθε υπουργείο, είναι εμφανές πως αυτή η προσπάθεια υπονομεύεται άμεσα, τόσο από επιμέρους πολιτικές σκοπιμότητες αλλά και (κυρίως) λόγω των αντιστάσεων των επιμέρους διαχειριστικών αρχών, οι οποίες υπάγονται στα αρμόδια υπουργεία. Αυτό που συμφέρει αυτές τις αρχές είναι η διατήρηση του σημερινού κατακερματισμού των προγραμμάτων. Η ενίσχυση του ρόλου και κυρίως του βαθμού ανεξαρτησίας της ΜΟΔ θα μπορούσε να αποτελέσει σημαντικό εργαλείο για την επιτυχή εφαρμογή των έργων του Δ ΚΠΣ.

Δεύτερον: Ας ρίξουμε μια σύντομη ματιά στα προβλήματα της διά βίου μάθησης. Η έννοια τής διά βίου μάθησης, αν και δεν ήταν άγνωστη στους αρχαίους πολιτισμούς, καθίσταται αυτόνομη σφαίρα του κοινωνικού γίγνεσθαι μετά τον 18ο αιώνα. Δεν είναι πάντως τυχαίο που, παράλληλα με τη γένεσή της, αποκρυσταλλώνεται και η ιδέα της Ενωμένης Ευρώπης. Η μετάβαση από το επιμέρους (έθνος-κράτος) στο γενικό (Ενωμένη Ευρώπη) έχει ως προϋπόθεσή της μια ανασύνθεση του εκπαιδευτικού και πολιτισμικού τοπίου. Πολύτιμος συνοδοιπόρος σε αυτήν την ανασύνθεση δεν μπορεί να είναι άλλος από τη διά βίου μάθηση.

Η ταχεία ανάπτυξη της τεχνολογίας και των επαγγελματικών απαιτήσεων, η γήρανση του εργατικού δυναμικού, οι διαφορές στην εκπαίδευση και κατάρτιση μεταξύ των γενεών, ο αυξανόμενος αριθμός του συνταξιοδοτούμενου πληθυσμού και τα μεταναστευτικά ρεύματα απαιτούν την προσαρμογή (όχι όμως την εγκατάλειψη) των εκπαιδευτικών πολιτικών προς την κατεύθυνση της διά βίου μάθησης.

Στο Γ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης η υλοποίηση προγραμμάτων συνεχιζόμενης κατάρτισης και επαγγελματικής εκπαίδευσης κατέλαβε κεντρική θέση και διαμορφώθηκε ένα κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο για την πληρέστερη υλοποίηση των δράσεων της διά βίου μάθησης. Από το 2000 μέχρι σήμερα σημειώθηκαν θετικά βήματα στον σχεδιασμό και την εφαρμογή συστημάτων και κανονιστικών πλαισίων, ιδιαίτερα όσον αφορά την ανάπτυξη συστημάτων Πιστοποίησης Δομών και Εκπαιδευτών, ενώ στην παρούσα φάση γίνεται μια ιδιαίτερα αξιόλογη προσπάθεια διαμόρφωσης Επαγγελματικών Περιγραμμάτων και Προγραμμάτων Σπουδών. Παρ όλες αυτές τις θεσμικές αλλαγές, τα αποτελέσματα αφήνουν μια πικρή γεύση ενός ανάμικτου ποτού, αποτελούμενου από σταγόνες κοροϊδίας, υποκρισίας και απογοήτευσης.

Το σύστημα κατάρτισης, παρ όλο που στηρίχτηκε σε σαφή εθνικά, αλλά και ευρωπαϊκά θεσμικά πλαίσια (Εφαρμογή της Οδηγίας 92/50), λειτούργησε ως αυτοτροφοδοτούμενος μηχανισμός εξυπηρέτησης ίδιων συμφερόντων των δημόσιων μηχανισμών ελέγχου και του γνωστού κύκλου των Κέντρων Επαγγελματικής Κατάρτισης. Ολο το σύστημα συνεχιζόμενης κατάρτισης επιβεβαιώνει όσους υποστηρίζουν πως στη χώρα μας το πρόβλημα δεν είναι τόσο η νομοθεσία, αλλά το κατά πόσον υπάρχουν οι δυνατότητες μετουσίωσης των κανόνων και των νόμων σε υποκειμενικό όραμα των παραγόντων που αναλαμβάνουν να εξυπηρετήσουν το κοινωνικό σύνολο.

Αντί για επανεκπαίδευση και κατάρτιση, διαμορφώθηκε ένας μηχανισμός επιδότησης των εξ επαγγέλματος καταρτιζόμενων, ο οποίος αποτελεί σήμερα μια σύγχρονη μορφή ρουσφετιού, πολιτικής εξυπηρέτησης και κρυφής επιδοματικής πολιτικής. Ταυτοχρόνως, τα προγράμματα κατάρτισης λειτούργησαν ως ένας ισχυρός παράγοντας αναδιανομής εισοδήματος υπέρ επιχειρηματιών και εκπαιδευτών.

Αλλά δεν φτάνει αυτό, γιατί υπάρχει και η ιδεολογική διάσταση της διά βίου μάθησης. Διάσταση που έχει και πανευρωπαϊκό χαρακτήρα. Στη χώρα μας και στην Ευρωπαϊκή Ενωση η διά βίου μάθηση αντιμετωπίστηκε ως εργαλείο ελέγχου και πειθάρχησης του κόσμου της εργασίας και όχι ως το κατάλληλο εφόδιο για την ατομική εξέλιξη και την κοινωνική ανάπτυξη.

Αυτή η ιδεολογική χροιά της αντίληψης για τη διά βίου μάθηση περιορίζει τους εκπαιδευτικούς στόχους, μετατρέποντας το εκπαιδευτικό σύστημα σε δυνητικό υποσύστημα της αγοράς εργασίας, αυξάνοντας τους κινδύνους υποκατάστασης της τυπικής από την άτυπη εκπαίδευση. Αυτό μπορεί να έχει ως συνέπεια από τη διά βίου μάθηση να επωφελούνται κυρίως οι έχοντες σχετικά υψηλότερη παιδεία, ενώ τα άτομα με σχετικά λιγότερες δεξιότητες να περιθωριοποιούνται.

* Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας giorsiak@yahoo.gr

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι