Πόσο μακριά από την Ελλάδα είναι η Ιταλία;

Ελίζα Παπαδάκη, Κυριακάτικη Αυγή, 08/10/2006

Την ίδια μέρα που ο υπουργός Οικονομίας Γιώργος Αλογοσκούφης κατέθετε το προσχέδιο του προϋπολογισμού στη Βουλή, στην Ιταλία άνοιγε η κοινοβουλευτική συζήτηση για το σχέδιο προϋπολογισμού που μόλις είχε παρουσιάσει η κυβέρνηση του Ρομάνο Πρόντι. Οι ομοιότητες ανάμεσα στις δύο χώρες, αρχίζοντας από την ελλειμματικότητα / υπερχρέωση των δημοσίων οικονομικών, αλλά και οι σημαντικές διαφορές, ιδίως στην πολιτική προσέγγιση, καθιστούν μια σύγκριση ενδιαφέρουσα.

Η Ιταλία και η Ελλάδα είναι οι μόνες δύο ευρωπαϊκές χώρες όπου το δημόσιο χρέος ξεπερνά το 100% του ΑΕΠ. Με το που ανέλαβε τον περασμένο Μάιο -και χωρίς να πειράξει τα δημόσια λογιστικά- η κυβέρνηση Πρόντι βρήκε την παλαιότερη πτωτική πορεία του χρέους να έχει αντιστραφεί τα δύο τελευταία χρόνια, το πρωτογενές πλεόνασμα, δηλαδή τη θετική διαφορά εσόδων - δαπανών εκτός των τόκων, να έχει μηδενιστεί και το έλλειμμα, πάνω από 3% από το 2001, να φθάνει φέτος το 4,8% του ΑΕΠ.

Και οι δύο χώρες βρέθηκαν σε μια δημοσιονομική κατάσταση που δεν μπορούσε να διατηρηθεί. Έπρεπε να τη διορθώσουν, όχι μόνον επειδή τους επιβαλλόταν απ έξω, εφόσον συμμετέχουν στην Ευρωζώνη, αλλά για να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις ώστε να αντιμετωπίσουν μακροπρόθεσμα τις κοινωνικές και τις αναπτυξιακές τους ανάγκες, καθώς έχουν από τις δυσμενέστερες δημογραφικές προοπτικές στην Ευρώπη.

Και οι δύο χώρες παρουσιάζουν μεγάλες εισοδηματικές ανισότητες: Σε μας κάτω από το όριο της σχετικής φτώχειας ζει το 21% του πληθυσμού (με τους παλιούς εθνικούς λογαριασμούς, διότι με τους νέους το ποσοστό ενδέχεται να αποδειχθεί αρκετά υψηλότερο), στην Ιταλία το 19%, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος βρίσκεται στο 15%. Επίσης, και οι δύο χώρες μαστίζονται από εκτεταμένη φοροδιαφυγή και έχουν αναποτελεσματική, γραφειοκρατική δημόσια διοίκηση. Αλλά, ενώ στην Ελλάδα διατηρούμε δέκα χρόνια τώρα ένα ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης της τάξης του 4%, κυρίως χάρη στους υψηλούς κοινοτικούς πόρους και τις επενδύσεις έως το 2004, έκτοτε στη βάση της συνεχώς αυξανόμενης κατανάλωσης η πλουσιότερη, βιομηχανικά ανεπτυγμένη Ιταλία ταλαντεύεται ανάμεσα στη στασιμότητα και την ύφεση έχοντας πληγεί εντονότερα από την ευρωπαϊκή επιβράδυνση. Επιπλέον, μεγάλη απόσταση χωρίζει τον προηγμένο ιταλικό Βορρά από τον επίμονα καθυστερημένο Νότο.

Τα κόμματα και οι βουλευτές μετέχουν ουσιαστικά

Το σύνολο αυτών των προβλημάτων επιχειρεί να αντιμετωπίσει συνεκτικά το πολυσέλιδο κείμενο με νέες παρεμβάσεις και κανόνες που εισηγήθηκε ο υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών Τομάσο Πάντοα - Σκιόπα στην ιταλική Βουλή και αυτή είναι η πρώτη κεφαλαιώδης διαφορά ανάμεσα στους δύο κυβερνητικούς προϋπολογισμούς. Προηγουμένως όμως αξίζει να επισημανθεί μια διαδικαστική διαφορά με πολιτική ουσία: Η ιταλική Βουλή θα μπορεί να ψηφίσει τροπολογίες στον προϋπολογισμό, όχι στο τελικό του αποτέλεσμα, διότι αυτό το έχει ήδη ψηφίσει τον περασμένο Ιούλιο στο γενικό πλαίσιο οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής που υιοθέτησε, αλλά στα μέτρα των εσόδων και των δαπανών που οδηγούν σ αυτό. Μπορεί για παράδειγμα να μειωθεί κάποιος προτεινόμενος φόρος εφόσον αυξηθεί ισόποσα κάποιος άλλος ή μειωθεί ισόποσα κάποια δαπάνη και, αντίστροφα, να αυξηθεί κάποια δαπάνη εφόσον εξασφαλισθεί συγκεκριμένα η χρηματοδότησή της.

Με τον τρόπο αυτόν τα κόμματα και οι βουλευτές συμμετέχουν στη διαμόρφωση του προϋπολογισμού και δεν εξαντλούνται, όπως σε μας, στην εκφώνηση γενικών μονολόγων χωρίς καμία επίπτωση. Και η συμμετοχή τους τούς δίνει στη συνέχεια καλύτερη δυνατότητα να ελέγχουν την εφαρμογή των διατάξεων που ψήφισαν, συμβάλλει σε μεγαλύτερη διαφάνεια στην υλοποίηση του προϋπολογισμού. Από τα ελληνικά κόμματα, μόνον ο Συνασπισμός, υπενθυμίζεται, είχε προτείνει στις αρχές της δεκαετίας του 1990 μια τροποποίηση του κανονισμού της Βουλής σ αυτήν την κατεύθυνση. Δέκα χρόνια αργότερα ο υπουργός του ΠΑΣΟΚ Νίκος Χριστοδουλάκης είχε κάνει κάποια σχετική επιμέρους προσπάθεια, ο ελληνικός προϋπολογισμός όμως εξακολουθεί να ψηφίζεται ολόκληρος όπως ακριβώς τον φέρνει η κυβέρνηση -η οποία άλλωστε τον αλλάζει στην πορεία χωρίς να δίνει λογαριασμό.

Η συμμετοχή της κοινωνίας

Η συμμετοχή των πολιτικών δυνάμεων, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των κοινωνικών φορέων, συνδικάτων, επιχειρήσεων και άλλων ήταν αναγκαία, επέμεινε ο Πάντοα - Σκιόπα, για τη διαμόρφωση ενός δύσκολου προϋπολογισμού που θα μειώσει το διαρθρωτικό έλλειμμα στο 2,8% του ΑΕΠ το 2007 και ταυτόχρονα θα πραγματοποιήσει αναδιανομή του εισοδήματος, θα κινητοποιήσει πόρους για την ανάπτυξη και θα εγκαινιάσει μεταρρυθμίσεις στους δημόσιους μηχανισμούς.

Στον προκάτοχό του Τζούλιο Τρεμόντι, που θεωρούσε μια τόσο μεγάλη μεταβολή -33,4 δισ. ευρώ, 2,3% του ΑΕΠ- "μεταφυσική", απάντησε ότι η μεταφυσική, όπως δίδασκε ο Αριστοτέλης, είναι η πιο πραγματική και συγκεκριμένη από τις επιστήμες...

Η διόρθωση του ελλείμματος επιχειρείται με διαρθρωτικά, μόνιμου χαρακτήρα μέτρα, οι πρωτογενείς δαπάνες του τακτικού προϋπολογισμού διατηρούνται σταθερές το 2007, ενώ οι δημόσιες επενδύσεις παρουσιάζουν μια μέτρια αύξηση. Σε μας, αντίθετα, το βάρος δόθηκε στα εφάπαξ μέτρα (οι περυσινές τιτλοποιήσεις...), ο κ. Αλογοσκούφης αναγνωρίζει υπέρβαση των πρωτογενών δαπανών στον τρέχοντα τακτικό προϋπολογισμό κατά 0,5% και για το 2007 τις αυξάνει κατά 1,2% περισσότερο από φέτος. Οι αυξήσεις των δημοσίων επενδύσεων το 2006 (7,6%) και το 2007 (8%) απέχουν από το να καλύψουν την τεράστια μείωσή τους (21%) το 2005. Ως ποσοστό του ΑΕΠ (4,2%) διατηρούνται χαμηλότερα από την οκταετία 1997-2004 (4,9-5,7%).

Προς αναδιανομή του εισοδήματος

Στην Ιταλία εισάγεται νέα κλίμακα φόρου εισοδήματος που μειώνει την επιβάρυνση των χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων (μέχρι 35.000 ευρώ τον χρόνο περίπου) όλων των εργαζομένων (μισθωτών, συνταξιούχων, αυταπασχολουμένων) που αντιπροσωπεύουν το 90% των φορολογουμένων, αλλά την αυξάνει από εκεί και πάνω: με συντελεστή 23% ώς τις 15.000 ευρώ ετήσιο εισόδημα (αφορολόγητο 8.000), κατόπιν 27% ώς τις 28.000, 38% ώς τις 55.000, 41% ως τις 75.000 και 43% από τις 75.000 και πάνω. Σημαντικές είναι οι οικογενειακές ελαφρύνσεις για παράδειγμα ένας μισθωτός με ακαθάριστο ετήσιο εισόδημα 25.000 ευρώ κερδίζει με τη νέα κλίμακα 40 ευρώ αν δεν έχει οικογενειακά βάρη, 327 ευρώ αν έχει ένα παιδί, 750 ευρώ αν έχει σύζυγο χωρίς εισόδημα και δύο παιδιά.

Παράλληλα αυξάνεται η φορολογία στη βενζίνη, στα αυτοκίνητα, στην κληρονομία ακριβότερων κατοικιών, ενώ μέχρι τον Ιούνιο θα ετοιμαστεί νέα φορολογία για τα εισοδήματα κεφαλαίου (τόκοι, μερίσματα, υπεραξίες), πιθανώς με έναν ενιαίο συντελεστή 20%. Αλλά η μεγαλύτερη έμφαση δίνεται στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, για την οποία περιγράφονται αναλυτικά μέτρα (κλαδικές μελέτες, έλεγχοι, πρόστιμα). Εδώ όμως η ιταλική κυβέρνηση βασίζεται προπάντων στη νέα νοοτροπία που συστηματικά προσπαθεί να καλλιεργήσει στιγματίζοντας τους φοροφυγάδες ως κλέφτες της κοινωνίας και των άλλων φορολογουμένων.

Η αναδιανομή επιχειρείται τέλος και με κοινωνικές παρεμβάσεις (ύψους 2 δισ. ευρώ το 2007, 6 δισ. την τριετία): ταμείο απασχόλησης, επιδόματα ανεργίας, πόροι για τους νέους και τις οικογένειες, στεγαστική πολιτική, παιδικοί σταθμοί.

Πρόκειται για πολιτική προσέγγιση διαμετρικά αντίθετη από εκείνη της ελληνικής κυβέρνησης που αγνοεί την έννοια της αναδιανομής, μειώνει φόρους υπέρ των ευπορότερων, αποσπασματικά αναφέρεται στη φοροδιαφυγή που η ίδια ενίσχυσε, στις κοινωνικές παροχές ακολουθεί ψηφοθηρικά κριτήρια (εκπλήρωση προεκλογικών υποσχέσεων) χωρίς ιεράρχηση.

Με στόχο την ανάπτυξη

Ο ιταλικός προϋπολογισμός απελευθερώνει πόρους για την ανάπτυξη. Μειώνει το μη μισθολογικό κόστος της εργασίας και τη φορολογία των επιχειρήσεων με κριτήριο την απασχόληση: κατά 5.000 ευρώ στον Βορρά, κατά 10.000 στον Νότο για κάθε απασχολούμενο με σύμβαση αορίστου χρόνου (μέτρο πολύ διαφορετικό από τη γενικευμένη μείωση των φόρων στα κέρδη). Διαθέτει 8 δισ. ευρώ για επενδύσεις σε φυσικές υποδομές (σιδηρόδρομοι, οδικό δίκτυο) και σε άυλες (ανθρώπινο κεφάλαιο). Ενισχύει τις επενδύσεις σε έρευνα και ανάπτυξη, τη δημιουργία επιχειρηματικών δικτύων. Ενισχύει επίσης φορείς για την προστασία του περιβάλλοντος και ιδρύει νέους, για την εφαρμογή του πρωτοκόλου του Κιότο π.χ.

Και παράλληλα ξεκινά μεταρρυθμίσεις στο κράτος και στο σύνολο των δημόσιων οργανισμών όπου υπάρχουν πολλές επικαλύψεις (με καταργήσεις, συγχωνεύσεις). Αξιοποίηση δημόσιας περιουσίας, νέες χρήσεις δημοσίων κτηρίων για ανάγκες των πολιτών. Σταδιακή δημοσιονομική αυτονομία των ΟΤΑ ώστε να συγκρατούν δαπάνες ή να αυξάνουν φόρους με περισσότερη ελευθερία και ευθύνη, συμβάλλοντας στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. Αναδιοργάνωση του συστήματος δαπανών του ΕΣΥ. Μεταρρύθμιση των συντάξεων στη βάση της πρόσφατης κατ αρχήν συμφωνίας κυβέρνησης - συνδικάτων που θα καταλήξει σε προτάσεις τον Μάρτιο για την επιλογή του χρόνου συνταξιοδότησης, την εισαγωγή δεύτερου πυλώνα που θα συγκεντρώνει αποταμιεύσεις και θα χρηματοδοτεί έργα υποδομής ή προγράμματα τεχνολογικής καινοτομίας.

Τέλος, ο ιταλικός προϋπολογισμός εισάγει νέες διαδικασίες ελέγχου και διαφάνειας των δημοσίων λογαριασμών, όπου σημαντικό ρόλο παίζει η λειτουργική ανεξαρτησία της Στατιστικής Υπηρεσίας από την εκτελεστική εξουσία.

Όλα αυτά, τα τόσο διαφορετικά από τα δικά μας, δεν είναι εξασφαλισμένο ότι θα υλοποιηθούν. Το σχέδιο προϋπολογισμού του Πάντοα - Σκιόπα και του Πρόντι προκάλεσε ήδη έντονες αντιδράσεις: όχι μόνον από τα δεξιά κόμματα της αντιπολίτευσης, επιχειρήσεις, πλουσίους, νεοφιλελεύθερους. Δυσφορούν και αριστεροί δήμαρχοι (Κοφεράτι, Βελτρόνι) το μικρό κόμμα του Ντι Πιέτρο, που μετέχει στην ισχνή στη Γερουσία κυβερνητική πλειοψηφία, απείλησε να μην το ψηφίσει. Αλλά τα συνδικάτα των εργαζομένων το υποστηρίζουν και οι συζητήσεις διεξάγονται έντονες. Αν προχωρήσει, θα έχει πολλά να μας μάθει...

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι