Εθνος και νέες μορφές εθνοκαπηλείας

Νίκος Παρασκευόπουλος, Ελευθεροτυπία, 05/05/2004

Οι παραγωγικοί ρυθμοί της Ιστορίας είναι αργόσυρτοι. Κάποτε, βέβαια, συμβαίνουν κοσμοϊστορικά γεγονότα που επιταχύνουν τους ρυθμούς αυτούς, όπως π.χ. το χτύπημα στο Μανχάταν την 11ης Σεπτεμβρίου 2001 και η πανηγυρική αύξηση των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης σε 25. Ακόμη και σε αυτές τις περιπτώσεις, όμως, διακρίνονται συνθήκες που προϋπήρχαν από καιρό, ενώ αναμφίβολο είναι ότι και οι συνέπειες θα αναπτυχθούν μακροπρόθεσμα.

Στην επίκαιρη περίπτωση της Ευρωπαϊκής Ενωσης, δέκα επιπλέον έθνη της Ευρώπης θα αρχίσουν τώρα να χαλαρώνουν τα μεταξύ τους σύνορα και να μπολιάζουν τις εθνικές τους ιδέες με ευρωπαϊκές. Στην αρχή η αλλαγή θα είναι αδιόρατη. Στη συνέχεια θα γίνεται ολοένα και πιο αισθητή.

Οι εθνικές ιδέες έχουν εν τω μεταξύ τη θετική και την αρνητική τους διάσταση. Το έθνος-κράτος και εν προκειμένω ο Ελληνισμός είναι πλαίσιο για την ανάπτυξη συλλογικής συνείδησης και κοινωνικής αλληλεγγύης, για την οικονομική πρόοδο και ιδίως για την καλλιέργεια του πνευματικού πολιτισμού. Τα εθνικά σύνορα, ορίζοντας την επικράτεια και συγκινώντας («πατρώα γη..., να φιλήσω λίγο χώμα ελληνικό..., ούτε σπιθαμή γης...») διασφαλίζουν παράλληλα την αυτονομία και μια κάποια ασφάλεια.

Στην αρχή του 21ου αιώνα, μάλιστα, καθώς η δυναμική του καπιταλισμού επενδύει πλέον σε παγκοσμιοποιημένες λειτουργίες και εξουσίες, το έθνος γίνεται αμυντικό πρόχωμα απέναντι στις τελευταίες.

Τα παραπάνω φωτίζουν όμως μόνο τη θετική διάσταση της εθνικής ιδέας. Η αρνητική συνυφαίνεται, μεταλλάσσεται και θεριεύει. Ο εθνικισμός-υπερεθνικισμός και η εθνοκαπηλεία κάποτε, μέχρι την πτώση της δικτατορίας, ήταν εργαλεία για την πολιτική καταπίεση και την κατάπνιξη των ελευθεριών. Τώρα, με τα μεταναστευτικά ρεύματα και την κυριαρχία της αγοράς, οι εθνικοί μύθοι εξυπηρετούν κυρίως άλλες χρήσεις: ευνοούν π.χ. τις κεφαλαιοκρατικές επιδιώξεις του περιορισμού της μετανάστευσης. Το κεφάλαιο προτιμά τον ντόπιο καθηλωμένο στον φτωχό τόπο του και τη βιομηχανία να μετακινείται. Ο εθνικιστής επίσης νιώθει να απειλείται από τον ξένο και τον απωθεί. Οι εθνικοί μύθοι συγκαλύπτουν έντεχνα ή άτεχνα τα οικονομικά συμφέροντα. Ας αναφέρουμε δύο παραδείγματα.

Το πρώτο: στη Βόρεια ιδίως Ελλάδα έχουν ενταχθεί ή θέλουν να ενταχθούν πολλοί άνθρωποι προερχόμενοι από τα νοτίως της Ρωσίας κράτη. Αρκετοί από αυτούς έχουν έλθει ως ομογενείς (Πόντιοι), χωρίς να είναι. Πρόχειρη ένδειξη, το ότι δεν γνωρίζουν καθόλου ποντιακά. Η κρατική διαχείριση της εθνικής τους ταυτότητας αποτελεί τώρα έναν άλυτο γρίφο.

Αρχικά, τα δεδομένα δείχνουν να βαραίνουν τους ίδιους που μεθοδεύσαν με διάφορα κόλπα τη μετάλλαξή τους σε ομογενείς. Από κοινωνική άποψη αυτά τα κόλπα αποτέλεσαν το άτυπο κριτήριο επιλογής και την ιδρυτική συνθήκη της συγκεκριμένης μετανάστευσης. Μετακινήθηκαν επιτήδειοι που είχαν «τα μέσα» και όχι πάντα και την άμεση ανάγκη και διάθεση εργασίας.

Ορατή είναι όμως και η ευθύνη του κράτους-έθνους μας. Το τελευταίο δεν θέλει να αποδεχθεί το γεγονός ότι η χώρα μας έχει μετατραπεί από χώρα προέλευσης σε χώρα υποδοχής οικονομικών μεταναστών1 και επιμένει στην πολιτική της ομοιογένειας. Θεωρεί ότι οι όντως ξένοι έρχονται προσωρινά, ενώ διάθεση εγκατάστασης έχουν μόνον οι επαναπατριζόμενοι. Καλοί μετανάστες2 είναι όσοι επικαλούνται έναν απώτερο Ελληνα πρόγονο (αν οι ίδιοι τυχαίνει να είναι σπουδαίοι αθλητές, τόσο το καλύτερο), έστω και αν έχουν αποκτήσει συλλογική συνείδηση σε ξένη χώρα. Ανεπιθύμητοι μένουν οι αλλογενείς, ακόμη και αν εγκατεστημένοι από καιρό στον τόπο μας έμαθαν εδώ να ζουν, να διασκεδάζουν, να ερωτεύονται, να πονούν και να χαίρονται. Η ιδεολογία αυτή κατευθύνει τυπικά αλλά και άτυπα τη στάση των αρμόδιων αρχών. Στην περίπτωση των ψευδοποντίων μεταναστών αποφεύγουμε να αναγνωρίσουμε την ετερότητά τους, επειδή μπορεί έτσι να προκύψουν αναδρομικά δικές μας ευθύνες, υπηρεσιακές ή μη.

Η ένοχη αυτή συνδιαχείριση της ταυτότητας των συγκεκριμένων μεταναστών έχει λοιπόν ως αποτέλεσμα να μην μπορούν να συγκροτήσουν μια κοινωνικά λειτουργική μειονότητα. Συνήθως δεν συστήνουν σωματεία. Υποτίθεται ότι μπορούν κι αυτοί να ενταχθούν σε συλλόγους Ποντίων, αλλά στην πραγματικότητα ούτε μπορούν ούτε θέλουν. Ισορροπία του ψεύδους, λοιπόν, άλυτος γρίφος ενώπιον της εθνικής ιδέας.

Το δεύτερο παράδειγμα προέρχεται από έναν παραδοσιακό στίβο του εθνικισμού, τον αθλητισμό. Αρχικά η αγορά και η παγκοσμιοποίηση λειτούργησαν εδώ θετικά, αφού οι φίλαθλοι χειροκροτούν πλέον με ενθουσιασμό τους ξένους παίκτες των ομάδων τους. Η μεγάλη εθνική ιδέα της Ολυμπιάδας, εξάλλου, κατά τη στιγμή της έναρξης ή του τέλους κι αν όλα πάνε κατ’ ευχήν, θα μας συγκλονίζει και θα αποδιώχνει κάθε σκεπτικισμό. Ωστόσο, δεν προηγήθηκαν ενημέρωση και δημόσιος διάλογος για τη σκοπιμότητα της επιβάρυνσης του κρατικού προϋπολογισμού, για τα ρίσκα, για τη νόθευση του ευρύτερου αττικού τοπίου με ογκώδη κτίσματα, για μια τόνωση της αγοράς, η οποία όμως ευνοεί άνισα ορισμένες τάξεις και ιδίως για τους κινδύνους της ασφάλειας. Πραγματοποιούνται τεράστιες επενδύσεις σε εξοπλισμούς και υπηρεσίες ασφάλειας, ενώπιον του κινδύνου τρομοκρατικού χτυπήματος. Πολλοί εξοπλισμοί θα παραμείνουν, άλλοι υπερβολικοί έως περιττοί, άλλοι προβληματικοί για τις ελευθερίες της καθημερινότητας, κάποιοι άλλοι όντως χρήσιμοι. Θα αποτελούσε όμως η δαπάνη του συγκεκριμένου ύψους μια προτεραιότητα χωρίς τη μεγαλοϊδεατική Ολυμπιάδα; Θα φθάναμε σε πανηγυρικές ελαστικοποιήσεις της εθνικής κυριαρχίας, εμπιστευόμενοι σημαντικά έργα αστυνόμευσης σε ξένα κράτη ή σε ιδιώτες;

Ας προσθέσουμε κι ένα πιο περιορισμένο δείγμα της εθνικής ιδεολοψίας στον ίδιο τομέα. Κατά καιρούς δημοσιεύονται ειδήσεις για χρήση αναβολικών από Ελληνες αθλητές. Ως πρώτο ανακλαστικό θα αναμενόταν ο προβληματισμός, μήπως η είδηση είναι βάσιμη. Δεν λείπουν και από τον ελληνικό αθλητισμό τα βεβαιωμένα περιστατικά λήψης απαγορευμένων ουσιών, ούτε τα παραδείγματα αθλητών που έφθασαν σε παγκοσμίου επιπέδου επιδόσεις και μετά αγωνιστικώς εξαφανίστηκαν, ταλαιπωρούμενοι από ύποπτα και ασύμβατα με μια φυσική ζωή προβλήματα υγείας. Ωστόσο, η εθνική και η μέση δημοσιογραφική αντίδραση απέναντι στις σχετικές ειδήσεις σπεύδει πάντοτε να αναφέρεται σε συκοφαντίες κατά του Ελληνα αθλητή από ξένα κέντρα. Κάποτε βέβαια μπορεί να πρόκειται για συκοφαντίες, αυτό όμως δεν αποτελεί εκ των προτέρων αμάχητο τεκμήριο, αλλά ζητούμενο.

Οι εθνικές ιδέες και τα οράματα στην ελληνική περίπτωση συνεχίζουν ευτυχώς να συνδέονται με έννοιες όπως η ελευθερία και η δημοκρατία. Εχουν συνδεθεί όμως επίσης και με άλλες ύποπτες, όπως το κοινό αίμα3 (ο φυλετισμός) και επιπλέον συχνά εκφυλίζονται σε προσχήματα κέρδους. Το πρόβλημα είναι πως, για να διακρίνουμε το εθνικό πνευματικό κεφάλαιο, χρειάζονται παιδεία και στοχασμός, ενώ ο αγοραίος μεγαλοϊδεατισμός προσφέρεται χύδην για άμεση κατανάλωση ή για οικονομική εκμετάλλευση.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Συνήγορος του Πολίτη, Ετήσια Εκθεση 2002, 262. 2. Βλ. για τη διάκριση Μ. Παύλου, άρθρο στο (εξαιρετικό) βιβλίο «Μετανάστες στην Ελλάδα» (επιμ. Α. Μαρβάκη, Δ. Παρσάνογλου, Μ. Παύλου), Ελληνικά Γράμματα 2001, σελ. 146 κ.ε. 3. Κριτικές επισημάνσεις Δ. Χριστόπουλου, άρθρο, στο αναφερόμενο στην προηγούμενη σημείωση βιβλίο, σελ. 72 κ.ε.

* Ο Ν. ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΣ είναι καθηγητής Νομικής στο ΑΠΘ

Θέμα επικαιρότητας:
Ανθρώπινα δικαιώματα

Σύνολο: 52 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι