Δεν πολεμάμε την ανεργία

Χωρίς πολιτικές αλλά και χωρίς οργανωμένη διεκδίκηση η Ελλάδα

Ελίζα Παπαδάκη, Τα Νέα, 06/12/2006

Χιλιάδες άνεργοι από όλη τη Γαλλία διαδήλωσαν το Σάββατο στο Παρίσι, ακολουθώντας το πανό στην κεφαλή της πορείας τους όπου αναγραφόταν: «Χρόνος, εργασία, χρήμα: Να αλλάξουμε τους κανόνες». Στατιστικά η Γαλλία εμφανίζει το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας στην Ευρωζώνη μαζί με την Ελλάδα: 8,8% τον Οκτώβριο. Εκεί όμως οι άνεργοι είναι οργανωμένοι. Τρεις ενώσεις ανέργων μαζί με το τμήμα ανέργων του συνδικάτου CGT συγκάλεσαν αυτή τη διαδήλωση, με σκοπό, όπως εξηγούσε εκπρόσωπός τους, να υπενθυμίσουν την ύπαρξη πέντε εκατομμυρίων ανέργων και επτά εκατομμυρίων φτωχών εργαζομένων στη χώρα, αλλά και να δείξουν ότι αυτό δεν είναι μοιραίο: είναι το αποτέλεσμα πολιτικών, κοινωνικών και επιχειρηματικών επιλογών σε μια κοινωνία πλούσια. Και ενώ δεν ήταν η πρώτη κινητοποίηση των ανέργων σε εθνική κλίμακα, εν όψει προεδρικών εκλογών τον Απρίλιο αποκτά πρόσθετο βάρος: «Ο άνεργος ψηφίζει» προειδοποιούσαν άλλα πανό.

Σε εμάς, αντίθετα, οι διαμαρτυρίες κατά της ανεργίας είναι αποσπασματικές: κατά ενός εργοστασίου που κλείνει ή και περισσοτέρων στη Βόρεια Ελλάδα, κατά της εκκρεμότητας ομάδων συμβασιούχων στον δημόσιο τομέα που μένουν χωρίς δουλειά και εισόδημα όταν λήγουν οι συμβάσεις τους. Και σ αυτές μετέχουν οι άμεσα ενδιαφερόμενοι, που είναι άλλοι κάθε φορά. Η καταπολέμηση της ανεργίας περιλαμβάνεται μεν στον κατάλογο αιτημάτων της ΓΣΕΕ. Ενώ όμως πλήττει ευρύτατα στρώματα του πληθυσμού, τον έναν στους τέσσερις στις νεώτερες ηλικίες, ποτέ δεν επιχειρήθηκε μια καθολική κινητοποίηση που θα συνένωνε όλες τις κατηγορίες των ανέργων και όσων βρίσκονται μεταξύ ανεργίας και περιστασιακής απασχόλησης, για να αναδείξει το πρόβλημα σε προτεραιότητα της κοινής γνώμης και της πολιτικής αντιπαράθεσης. Οπότε η δημόσια συζήτηση εξαντλείται σε γενικές διαπιστώσεις, ευχολόγια ή καταγγελίες. Χωρίς δική τους συλλογική οργάνωση, οι άνεργοι μένουν - στην πλειονότητά τους - απομονωμένοι, σαν να ευθύνονται οι ίδιοι ατομικά για το ότι δεν έχουν δουλειά.

Στις δύο χώρες της Ευρωζώνης που προηγούνται στην ανεργία, αυτή υποχωρεί πολύ αργά, στατιστικά περίπου κατά μία μονάδα μέσα στο τελευταίο δωδεκάμηνο. Αλλά αν στη Γαλλία μια τόσο βραδεία μείωση συνδέεται με τη χαμηλή οικονομική ανάπτυξη, που μάλιστα μετατράπηκε σε στασιμότητα το τρίμηνο Ιουλίου - Σεπτεμβρίου, στην Ελλάδα συμβαδίζει με υψηλούς σχετικά ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ, της τάξεως τού 4% επί μία δεκαετία. Την αδυναμία της ελληνικής οικονομίας να μετατρέψει την αναπτυξιακή δυναμική της σε περισσότερες και καλύτερες θέσεις εργασίας επιχειρεί να ερμηνεύσει εργασία ομάδας μελετητών που εξέδωσε το Νοέμβριο το ΙΣΤΑΜΕ για τη Στρατηγική της Λισαβώνας και τις προκλήσεις των μεταρρυθμίσεων στη χώρα μας: οι έως τώρα επενδύσεις εξαντλούνται σχεδόν στον εκσυγχρονισμό των παραγωγικών διαδικασιών (αγορά αυτοματοποιημένων μηχανημάτων από το εξωτερικό) και σε μικρή βελτίωση των προϊόντων, χωρίς να δημιουργούν νέα προϊόντα, διαπιστώνουν οι μελετητές. Παρατηρώντας από την άλλη πλευρά τη μαζική είσοδο των γυναικών και εκατοντάδων χιλιάδων μεταναστών στην αγορά εργασίας την περασμένη δεκαετία, καταγράφουν τις εξελίξεις μετά το 1995: την άνοδο του ποσοστού των απασχολουμένων στον ενήλικο πληθυσμό από 55% σε 60% το 2005, τις επιμέρους θεσμικές πρωτοβουλίες που αναλήφθηκαν στο διάστημα αυτό. Και καταλήγουν στην ανάγκη μιας συνολικής πολιτικής για την απασχόληση, για την οποία δεν αρκεί απλώς να ψηφισθούν κάποιοι νόμοι: χρειάζονται ευρύτερες κοινωνικές συμφωνίες με βάση την ισότιμη αντιμετώπιση των εργαζομένων και την επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο, αλλά και η παρακολούθηση της υλοποίησης αυτών των συμφωνιών, γράφουν, αντλώντας συγκεκριμένα παραδείγματα από τις εμπειρίες άλλων ευρωπαϊκών χωρών που φαίνεται να επιτυγχάνουν δραστικό περιορισμό της ανεργίας και συνεχή ποιοτική βελτίωση της απασχόλησης.

Είναι αλήθεια ότι, όποτε, σποραδικά, προτείνονται τέτοια παραδείγματα στην ελληνική δημόσια συζήτηση, κάτω από τη γενική επιγραφή «ευελιξία με ασφάλεια της απασχόλησης», προσκρούουν σε γενικευμένη δυσπιστία. Είναι όμως επίσης αλήθεια ότι η διεύρυνση και η βελτίωση της απασχόλησης δεν έχει γίνει ώς τώρα αντικείμενο κεντρικής κοινωνικής διαπραγμάτευσης στην Ελλάδα, ούτε επιχειρήθηκε να διατυπωθεί κάποια συγκεκριμένη εναλλακτική στρατηγική. Αν όλοι ατομικά λέμε ότι η υψηλή ανεργία στη χώρα μας μάς στενοχωρεί - κάθε δημοσκόπηση το βεβαιώνει -, πάντως τα όσα κάνουμε συλλογικά, ως κόμματα, κοινωνικές οργανώσεις, εκπαιδευτικό σύστημα, κοινή γνώμη, διόλου δεν επαρκούν για να την αντιμετωπίσουμε.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι