O γερμανορωσικός ενεργειακός ’άξονας’ και η Ευρώπη

Ντίτερ Χελμ, openDemocracy, ppol.gr, 15/12/2006

Το ζήτημα της ενέργειας σφραγίζει την πολιτική ατζέντα της Ευρώπης, καθώς συνειδητοποιείται πως βαδίζουμε προς το τέλος των δεκαετιών της φτηνής ενέργειας και πως η ακραία ενεργειακή εξάρτηση όχι μόνο θα αυξάνει, αλλά θα εντοπίζεται σε όλο και πιο λίγα κράτη: τη Ρωσία, στη Μέση Ανατολή το τρίο Ιράν, Ιράκ, Σαουδική Αραβία, στην Κασπία πρώην σοβιετικές δημοκρατίες όπως το Καζακστάν, το Αζερμπαϊτζάν, το Τουρκμενιστάν, η Τσετσενία (ή αλλιώς ξανά η Ρωσία και το Ιράν).

Σε καμιά από τις χώρες αυτές δεν λειτουργεί πλήρως η ελεύθερη αγορά -ούτε η δημοκρατία- και σε όλες σχεδόν, τις αποφάσεις για ενεργειακά ζητήματα τις παίρνουν οι πολιτικοί.

Η πρόσβαση στα ενεργειακά τους αποθέματα είναι επίσης εξαιρετικά πολύπλοκη, καθώς απαιτούνται αγωγοί που, στην περίπτωση της Ρωσίας, περνάνε από τη Λευκορωσία και την Ουκρανία (ενώ ο νέος «βαλτικός» αγωγός παρακάμπτει τους πρώην σοβιετικούς δορυφόρους στην βαλτική και την Πολωνία).

Στην Κασπία πάλι, οι επιλογές είναι ακόμα πιο δύσκολες, καθώς οι αγωγοί μπορούν να περάσουν είτε μέσω Ρωσίας και Ιράν, είτε μέσω Γεωργίας και Τουρκίας.

Η Ρωσία παίζει ρόλο-κλειδί για την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης.

Η δίψα για φυσικό αέριο, καθώς το αέριο γίνεται το προτιμότερο καύσιμο για την παραγωγή ηλεκτρισμού, το αναδεικνύει σε προτεραιότητα έναντι του πετρελαίου• και το φυσικό αέριο είναι φθηνότερο αν μεταφέρεται μέσω αγωγών αντί μέσω τάνκερ.

Η Ρωσία διαθέτει το φυσικό αέριο που χρειάζεται η Ευρώπη.

Η Ευρώπη δεν εξαρτάται λοιπόν όλο και περισσότερο από τα ρωσικά αποθέματα φυσικού αερίου• επιπλέον η Ρωσία μπορεί να επηρεάζει και να ελέγχει τη μεταφορά του αγαθού αυτού προς την Ευρώπη -μέσω κυρίως των αγωγών της Κασπίας και του Καυκάσου.

Οι άλλοι προμηθευτές της Ευρώπης σε φυσικό αέριο -η Αλγερία και η Λιβύη- έχουν την πολυτέλεια να βλέπουν πώς κινείται η Ρωσία και να επωφελούνται από την αύξηση των τιμών που προκαλεί η ανασφάλεια, ενώ η Νορβηγία, με τον ελάχιστο πληθυσμό της και πλούτο που δεν είναι καν εις θέση να ξοδέψει, αρκεί να φυλάει να αποθέματά της και να απολαμβάνει το ύψος των τιμών.

Μέχρι σήμερα, η Ευρώπη αντιμετώπισε την αυξανόμενη εξάρτησή της με δύο τρόπους:

• Προσπάθησε να πείσει τη Ρωσία να συνυπογράψει την ενεργειακή της χάρτα και μάλιστα το «πρωτόκολλο μεταφοράς», που θα της έδινε πρόσβαση στους αγωγούς της «γκαζπρόμ» (τη μεγαλύτερη ρωσική εταιρεία φυσικού αερίου)

• Προώθησε τον ανταγωνισμό και την απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας εντός της Ευρώπης.

Ο πρώτος απέτυχε• ο δεύτερος, αν και αξιοσημείωτος, από μόνος του λίγο βελτιώνει τη διεθνή θέση της Ευρώπης.

Η τρίτη επιλογή -αύξηση της διαφοροποίησης με μη-ορυκτά καύσιμα- σαν την πυρηνική ενέργεια και τις ανανεώσιμες μορφές (ΑΜΕ) πολύ απέχει από το να ζυγίζει σοβαρά στην ενεργειακή πολιτκή: η αλήθεια είναι πως η Ευρώπη συνεχίζει να ποντάρει στο φυσικό αέριο για να εξασφαλίσει το ενεργειακό της μέλλον.

Η απάντηση της Ευρώπης

Η αποτυχία της Ευρώπης να συμφωνήσει σε μία συνεκτική και αξιόπιστη κοινή στάση προς τη Ρωσία δεν θα έπαιζε και τόσο μεγάλο ρόλο, αν η Ρωσία συνέχιζε στο δρόμο της απελευθέρωσης της αγοράς και ανάπτυσσε τους δημοκρατικούς της θεσμούς, ώστε να επιτρέπεται η αγοραπωλησία περιουσιακών στοιχείων.

Πρόσφατα γεγονότα δημιούργησαν όμως πολλά ερωτήματα και για την εξέλιξη στα σημεία αυτά.

Η εκτέλεση στη Ρωσία μίας κορυφαίας δημοσιογράφου -της ’Αννα Πολιτκόβσκαγια (Anna Politkovskaya), η δηλητηρίαση στο Λονδίνο ενός Ρώσου πρώην πράκτορα των μυστικών υπηρεσιών -του Αλεξάντερ Λιτβινένκο (Alexander Litvinenko) και η ύποπτη ασθένεια ενός πρώην Ρώσου πρωθυπουργού στο Δουβλίνο (υποθέσεις που μένουν όλες άλυτες) προκάλεσαν δημόσια ανησυχία που ενθαρρύνει την Ευρώπη να αναθεωρήσει τους βασικούς άξονες της ενεργειακής της σχέσης με τη Ρωσία.

Η σχέση αυτή δέχτηκε το πρώτο πλήγμα τον Ιανουάριο του 2006, όταν η «γκαζπρόμ» έπαψε να δίνει φυσικό αέριο στην Ουκρανία (και αποκάλυψε το μέγεθος της εξάρτησης της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο), και μετά, όταν η Ρωσία έκοψε τη θέρμανση στη Γεωργία (ένα ζωτικό κρίκο στη μεταφορά πετρελαίου -ίσως και φυσικού αερίου- από τη Κασπία).

Αν και η Ρωσία υπαναχώρησε γρήγορα στη σύγκρουσή της με την Ουκρανία (στην οποία επιπλέον η αξίωσή της να πάρει ψηλότερες τιμές από το Κίεβο ήταν εν πολλοίς εύλογη), το επεισόδιο αυτό -όπως κι εκείνο με τη Γεωργία- είχαν σημαντικό πολιτικό αντίκτυπο.

Όσο για τις πολιτικές δολοφονίες, αν και είναι φυσικό να δημιουργούν ανησυχία σε κάθε περίπτωση, όταν αφορούν τη Ρωσία παίρνουν άλλες διαστάσεις, με δεδομένη την ιστορία της χώρας, την κατάσταση της οικονομίας της και τη θέση της χώρας στον ενεργειακό χάρτη.

Σήμερα η Ρωσία είναι -πρακτικά και πολιτικά- μία οικονομία ορυκτών καυσίμων• το φυσικό αέριο και το πετρέλαιο κυριαρχούν στην οικονομία της και η ισχύς του Ρώσου προέδρου Βλάντιμιρ Πούτιν (Vladimir Putin) σχετίζεται στενά -από το 2000 τουλάχιστο- με την πορεία της τιμής του πετρελαίου.

Ο ίδιος ο Πούτιν έχει γράψει για τη σημασία που παίζει η ενέργεια στην αποκατάσταση του διεθνούς κύρους της Ρωσίας.

Επιπλέον, η επανεθνικοποίηση των φυσικών πόρων, το μονοπώλιο της «γκαζπρόμ» στους αγωγούς και οι αιμομικτικές σχέσεις του διοικητικού συμβουλίου της «γκαζπρόμ» και του καθεστώτος Πούτιν ανέδειξαν την ενέργεια ως το βασικό πυλώνα της ανασυγκρότησης του ρωσικού κράτους.

Με δεδομένη τη σημασία των αγωγών και το ρόλο της Ευρώπης ως φυσικού αποδέκτη του ρωσικού φυσικού αερίου, η Μόσχα υιοθέτησε μία διττή στρατηγική:

• Από τη μια έδωσε έμφαση στην αποκατάσταση των σχέσεών της με τη Γερμανία, ως βασικού της εταίρου,

• Από την άλλη προσπαθεί να εξουδετερώσει τις εναλλακτικές οδούς μέσω της Κασπίας, συνεχίζοντας τη σοβιετική στρατηγική να περνάνε όλα τα καύσιμα από τη Ρωσία, εις βάρος εναλλακτικών (μη-ρωσικών) οδών, όπως π.χ. μέσω της Γεωργίας.

Αν και σε κάποια αρχική φάση η πίεση προς τη Ρωσία ασκούνταν μέσω Τσετσενίας, σήμερα ο ανταγωνισμός για τα κοιτάσματα της Κασπίας έχει γίνει πολύ οξύτερος, όχι μόνο μεταξύ της Ρωσίας και της Ευρώπης, αλλά και της Κίνας, του Ιράν και των ΗΠΑ (μέσω Τουρκίας).

Η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) μοιάζει να αντιλήφθηκε τη σοβαρότητα της κατάστασης και με τη σύνοδο του Χάμπτον Κορτ του Οκτωβρίου του 2005 και την «πράσινη βίβλο» για την ενέργεια του 2006 πρότεινε μία σειρά από σημαντικά μέτρα, με κυριότερο την ενίσχυση του συντονισμού μεταξύ των κρατών-μελών σε ότι αφορά τις υποδομές και την καλύτερη χρήση και ασφάλιση των ευρωπαϊκών ενεργειακών αποθεμάτων, ούτως ώστε να ενισχυθούν οι αντιστάσεις της ΕΕ σε εξωτερικές ενεργειακές πιέσεις και να ενισχυθεί η ενεργειακή αλληλοβοήθεια μεταξύ των κρατών-μελών.

Η εφαρμογή των αποφάσεων αυτών στην πράξη, είναι φυσικά μία εντελώς διαφορετική ιστορία.

Ο βασικός όμως στόχος της ΕΕ ήταν να διαπραγματεύεται με τη Ρωσία ως μία, ενιαία προσωπικότητα.

Αυτό ήταν σημαντικό για τρεις λόγους:

• Έδινε περιεχόμενο στην κοινοτική αλληλεγγύη που ανέμεναν από την ΕΕ τα νέα ανατολικοευρωπαϊκά κράτη-μέλη (που είχαν υποφέρει από τη ενεργειακή τους εξάρτηση από τη Ρωσία κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου)

• Απέτρεπε την «γκαζπρόμ» να εφαρμόσει το διαίρει και βασίλευε στην Ευρώπη κι εμφάνιζε απέναντί της ένα συνομιλητή με πραγματική διαπραγματευτική ισχύ

• Επέτρεπε στους Ευρωπαίους να πειραματιστούν με μία κατάσταση όπου η ευρωπαϊκή επιτροπή διαθέτει σημαντικό ρόλο και μάλιστα σε θέματα εξωτερικής πολιτικής

Μία «ειδική σχέση»

Αυτή η κοινοτική προσέγγιση βρέθηκε παρόλα αυτά αντιμέτωπη με ορισμένες εθνικές κυβερνήσεις που εννοούν να θεωρούν την ενεργειακή πολιτική «εθνική» τους υπόθεση.

Ανάμεσά τους ξεχωρίζει η Γερμανία.

Το Βερολίνο αποσύρθηκε από την κοινή προσέγγιση και ανέπτυξε τις διμερείς της σχέσεις με τη Ρωσία σε τέτοιο βαθμό που να θεωρείται σήμερα πως διαθέτει «ειδική σχέση» με τη Μόσχα (αν και το ίδιο αρνείται κατηγορηματικά παρόμοιους χαρακτηρισμούς).

Όπως συμβαίνει πάντα σε παρόμοιες σχέσεις, η μορφή και το περιεχόμενό τους μπορούν να αναλυθούν σε πολλά επίπεδα, είναι πολύπλοκες και διαθέτουν βάθος.

Εξελίσσονται σε προσωπικό και θεσμικό επίπεδο.

Από τη μια ο αγωγός της βαλτικής παρακάμπτει τα βαλτικά κράτη, συνδέει άμεσα τη Γερμανία με τη Ρωσία και «δένει» επιχειρηματικά -με μερίδια και συμβόλαια- τη «γκαζπρόμ» με τη «ρούργκας».

Από την άλλη η «γαζπρόμ», που ασκεί ρητή και οξεία κριτική στα σχέδια της ευρωπαϊκής επιτροπής για «αποδεσμοποίηση» (unbundling), συστρατεύει την «ρουργκάς» -και μερικούς σημαντικούς πολιτικούς παράγοντες- σε αυτή την υπόθεσή της.

Ο Γερμανός πρώην καγκελάριος Γκέρχαρντ Σρέντερ (Gerhard Schröder) ανέλαβε έτσι την προεδρία του «βορειοευρωπαϊκού αγωγού φυσικού αερίου» (NEGP), την κατασκευή του οποίου ενέκρινε λίγο πριν αποχωρήσει από την πρωθυπουργία!.

Σε ακόμα πιο προσωπικό επίπεδο, ο Πούτιν διευκόλυνε την οικογένεια Σρέντερ να υιοθετήσει ένα ορφανό παιδάκι από τη Ρωσία.

Η θέρμη της διαπροσωπικής τους σχέσεις θυμίζει τη θέρμη της σχέσης Μάργκαρετ Θάτσερ (Margaret Thatcher)-Ρόναλντ Ρέιγκαν (Ronald Reagan) στο πλαίσιο της «ειδικής σχέσης» μεταξύ Βρετανίας και ΗΠΑ.

Ίσως ο Πούτιν να μην «κολλάει» τόσο καλά με τη διάδοχο του Σρέντερ, ας σημειώσουμε πάντως πως ο αγωγός θα αποβιβαστεί στο γερμανικό έδαφος στην εκλογική περιφέρεια της ’Αγκελα Μέρκελ (Angela Merkel), στη βορειοανατολική Γερμανία.

Μία αμοιβαία επωφελής συμφωνία

Η γερμανορωσική «ειδική σχέση» στηρίζεται κυρίως στα οικονομικά συμφέροντα.

Η θέση της «γκαζπρόμ» είναι απολύτως ορθολογική: θέλει το μονοπώλιο των αγωγών -άρα και της ενέργειας- στη Ρωσία• έναν αξιόπιστο συνέταιρο• μία βάση στην ηπειρωτική Ευρώπη.

Από τη Γερμανία, που επί μακρόν ένιωθε ενεργειακά ανασφαλής, «παίρνει» την ενεργειακή ανεξαρτησία, αλλά της «δίνει» το σύνολο των δασμών, αντί να τους μοιράζει σε πολλές ανατολικοευρωπαϊκές χώρες.

Η απόφαση να διοχετεύσει τα πελώρια κοιτάσματα Στόκμαν μέσω του αγωγού της βαλτικής (αντί να τα μεταφέρει με τάνκερ στις ΗΠΑ ή αλλού) εντάσσεται στην ίδια στρατηγική.

Στην περίπτωση της Γερμανίας, αυτή η στροφή προς τα ανατολικά είναι μια παλιά ιστορία, που ριζώνει στο 19ο αιώνα.

Στα χρόνια του ψυχρού πολέμου, η «οστπολιτίκ» των Βίλι Μπραντ (Willy Brandt) και Χανς-Ντίτριχ Γκένσερ (Hans-Dietrich Genscher) ήταν ο φυσικός πρόδρομος του σημερινού προς ανατολάς προσανατολισμού της Γερμανίας.

Οι οικονομικές ευκαιρίες στη «νέα Ευρώπη», με τα φθηνότερα εργατικά χέρια και την υψηλή κατάρτιση, είναι πελώριες ενώ εφάμιλλες είναι και οι επενδυτικές ευκαιρίες στη ρωσική «οικονομία καυσίμων».

Για τις εξωστρεφείς και τεχνολογικά προηγμένες γερμανικές επιχειρήσεις, η «ειδική σχέση» με τη Ρωσία παρουσιάζει οφθαλμοφανή πλεονεκτήματα.

Η σχέση αυτή είναι αμοιβαία επωφελής από εθνική άποψη.

Προκαλεί όμως πονοκέφαλο στην Ευρώπη και την κομισιόν, που βρίσκεται καταμεσής στη διαπραγμάτευση για τη νέα «συμφωνία εταιρικής σχέσης και συνεργασίας» (PCA) (η ισχύουσα εκπνέει το Δεκέμβριο του 2007) και οι φιλοδοξίες της για συνολικά επωφελέστερο ενεργειακό διακανονισμό δεν διευκολύνονται από τις διμερείς σχέσεις των κρατών-μελών με τη Ρωσία.

Στην Ευρώπη εμφανίζονται κι άλλα κράτη που θέλουν να μιμηθούν τη Γερμανία και να συνάψουν διμερείς σχέσεις με την «γκαζπρόμ» και τη Ρωσία.

Στην Ιταλία η ENI προχωράει σε αυτή την κατεύθυνση κλείνοντας συμφωνίες κι υπογράφοντας συμβόλαια για αγωγούς.

Κι άλλοι ετοιμάζονται να ακολουθήσουν.

Η Ευρώπη εμφανίζεται στην πράξη διαιρεμένη -το πρόβλημα είναι πως, στον ενεργειακό τομέα «διαιρεμένη» σημαίνει «εξαρτημένη».

2007: οι δίδυμες γερμανικές προεδρίες

Η αναμέτρηση μεταξύ «εθνικών» και «κοινοτικών» προσεγγίσεων στις σχέσεις με τη Ρωσία και την «γκαζπρόμ» θα κορυφωθεί μέσα στο 2007.

Κατά τη διάρκεια αυτού του έτους η Γερμανία θα προεδρεύσει στην ΕΕ και στο G8.

Η Γερμανία θα προεδρεύει ενώ η κομισιόν θα καταλήγει στις αποφάσεις της για την απελευθέρωση των αγορών, στις οποίες θα περιλαμβάνονται οι θέσεις της για την «αποδεσμοποίηση» των δικτύων μεταφοράς από εταιρίες σαν τη «ρουργκάς», την ανάπτυξη της «πράσινης βίβλου» για την ενέργεια και τις σχέσεις Ρωσίας-ΕΕ μετά το 2007.

Στο πλαίσιο του G8, η Γερμανία θα κληθεί να αποφανθεί για τις σχέσεις μεταξύ Ρωσίας-ΗΠΑ στον τομέα της ενέργειας, ενώ και στις δύο προεδρίες θα χρειαστεί να προχωρήσει αποφασιστικά σε μέτρα καταπολέμησης της κλιματικής αλλαγής.

Τέλος, πράγμα που περιπλέκει ακόμα περισσότερο τα πράγματα, η Γερμανία θα ασχοληθεί με την επίλυση του θεσμικού προβλήματος της ΕΕ, στο πλαίσιο της οποίας μπορεί να δυσχερανθεί η επέκταση των αρμοδιοτήτων της κομισιόν σε τομείς όπως αυτός... της ενεργειακής πολιτικής.

Παράλληλα με την εξέλιξη όλων των παραπάνω διεθνών υποθέσεων, η Γερμανία θα συνεχίσει τις διμερείς της συμφωνίες και συνόδους κορυφής με τη Ρωσία.

Το 2007 θα είναι έτσι κρίσιμη χρονιά για τη Γερμανία και την ΕΕ.

Στο παρελθόν, η Γερμανία συχνά υπέτασσε το εθνικό της συμφέρον σε αυτό της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Αυτή εξάλλου ήταν η βάση στην οποία θεμελιώθηκε εξαρχής η ιδέα της «ευρωπαϊκής οικονομικής κοινότητας» (ΕΟΚ).

Μετά την ενοποίηση της Γερμανίας, οι Φρανσουά Μιτεράν (François Mitterrand) και Χέλμουτ Κολ (Helmut Kohl) πάσχισαν να «δέσουν» οριστικά την ενιαία Γερμανία στο άρμα της Ευρώπης.

Η «οικονομική νομισματική ενοποίηση» (ΟΝΕ) εντασσόταν ακριβώς στην προσπάθεια αυτή.

Αυτό που κρίνεται σήμερα είναι αν η Γερμανία μπορεί να οδηγήσει την Ευρώπη προς μία κοινή ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική -και να της προσφέρει τα απαραίτητα στοιχεία κοινής εξωτερικής πολιτικής που αυτό σημαίνει- ή αν η ενεργειακή πολιτική θα παραμείνει στη δικαιοδοσία των εθνικών κυβερνήσεων, με κίνδυνο την εξάρτηση της Ευρώπης και την απογύμνωσή της από πολιτικά μέσα που θα της επέτρεπαν να διεκδικήσει την ενεργειακή της ανεξαρτησία.

Μία πρώτη γεύση της πορείας που θα υιοθετήσει η Γερμανία θα έχουμε τον Ιανουάριο του 2007, όταν η κομισιόν θα οριστικοποιήσει τις προτάσεις της για την ενέργεια.

Η Γερμανία (και η Γαλλία) μπορεί να μπουν στον πειρασμό να προασπίσουν τους «εθνικούς τους πρωταθλητές» και να βυθίσουν τις προτάσεις της κομισιόν περί «αποδεσμοποίησης».

Το επόμενο τεστ θα είναι στη σύνοδο κορυφής του Μαρτίου του 2007, όταν θα τεθεί το ερώτημα πώς να προχωρήσει η «πράσινη βίβλος» του 2006 για τη ενέργεια.

Το κρίσιμο θα είναι αν θα δοθεί έμφαση στην ισχυροποίηση των ευρωπαϊκών δικτύων διαχείρισης της ενέργειας και αν θα υπάρξουν ρυθμίσεις υπέρ μίας πιο «κοινοτικής προσέγγισης» στην ανάπτυξη και λειτουργία τους.

Στη συνέχεια θα τεθεί το ζήτημα των στρατηγικών αποθεμάτων φυσικού αερίου (στα οποία αντιτίθενται οι γερμανικές επιχειρήσεις και άλλοι σημαντικοί παράγοντες).

Τέλος, έχουμε το ζήτημα της εκπόνησης κοινής ενεργειακής συνδρομής (που συνεπάγεται την εγκατάσταση διακρατικών δικτύων παραγωγής και διανομής ηλεκτρικού ρεύματος).

Η ευκαιρία της Ευρώπης

Οι πρόσφατες ανησυχητικές εξελίξεις πρόσφεραν ταυτόχρονα σημαντικά ελπιδοφόρες δυνατότητες.

Η αναγνώριση του χαρακτήρα της Ρωσίας του Πούτιν και της ορθολογικής, αλλά και ηγεμονικής στρατηγικής που ακολουθεί η «γκαζπρόμ» πρέπει να κλονίσουν τις φρούδες ελπίδες πως η Ρωσία θα ανοίξει τους αγωγούς της στον ανταγωνισμό.

Σημαντικό επίσης θα είναι να αναγνωριστεί η σημασία που έχει μία κοινή ευρωπαϊκή πολιτική εξωτερικών και άμυνας, υπό το φως των εξελίξεων στη Γεωργία και την Κασπία και της σημασίας του νότιου -μη ρωσικού- αγωγού.

Για να ανταποκριθεί στις προκλήσεις αυτές η Ευρώπη θα πρέπει να γίνει κάτι περισσότερο από το σύνολο των πολιτικών των κρατών-μελών της, όσο κι αν αυτές οι πολιτικές εξυπηρετούν τα στενά «εθνικά» τους συμφέροντα.

Η Γερμανία βρίσκεται στο πηδάλιο της Ευρώπης, τόσο ως βασικός εταίρος της «γκαζπρόμ» όσο και λόγω των «δίδυμων» προεδριών της, πράγμα της δίνει την ευκαιρία να συνεισφέρει την ενεργειακή ανεξαρτησία της ΕΕ και να στοιχίσει καλύτερα την απελευθέρωση της εσωτερικής κοινοτικής ενεργειακής αγοράς με τη θέση της ΕΕ στη διεθνή ενεργειακή αγορά.

Το διακύβευμα όμως είναι ακόμα σημαντικότερο: αν η Γερμανία δεν ακολουθήσει την ευρωπαϊκή οδό, θα πλήξει καίρια το εγχείρημα της ευρωπαϊκής οικοδόμησης και θα επιβεβαιώσει τους ευρωσκεπτικιστές, που θα δουν την Ευρώπη να μην μπορεί να παρέμβει σε ένα τόσο καίριο ζήτημα.

Η ενέργεια μπορεί να αποδειχθεί ως το πεδίο εκείνο όπου θα κερδηθεί -ή θα χαθεί οριστικά- η υπόθεση μίας πιο ενοποιημένης Ευρώπης.

Ο Dieter Helm είναι καθηγητής στην Οξφόρδη

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι